Γκαλίνα

Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση από τη νουβέλα του Ανδρέα Μήτσου «Γκαλίνα - Η σκοτεινή οικιακή βοηθός», που θα κυκλοφορήσει στις 30 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

ΤΟ ΟΝΟΜΑ Γκαλίνα μού θύμιζε τότε κότα. Τώρα, τριάντα τέσσερα χρόνια μετά, τη σκέφτομαι σαν όρνιο. Εκείνα τα τρομακτικά πτηνά των κούφιων βουνών με τους γυμνούς καμπυλωτούς λαιμούς και το δυσανάλογα μικρό κεφάλι που μοιάζει με αγκίστρι.

Το όνομα Γκαλίνα μού θύμιζε τότε κότα. Τώρα, τριάντα τέσσερα χρόνια μετά, τη σκέφτομαι σαν όρνιο. Εκείνα τα τρομακτικά πτηνά των κούφιων βουνών με τους γυμνούς καμπυλωτούς λαιμούς και το δυσανάλογα μικρό κεφάλι που μοιάζει με αγκίστρι.

Ξαναβρήκα τον ανθυπασπιστή Μπεκιάρη σε γνωστό καφέ-μπιστρό στο κέντρο της Αθήνας. Ήπια το τσάι μου και σηκώθηκα να φύγω, όταν έπιασα με την άκρη του ματιού μου κάποιον γέρο να με κοιτάζει επίμονα. Σαν να είχε διακρίνει σ' εμένα μιαν ανέλπιστη τύχη, την ευκαιρία της ζωής του. Μαζί του καθόταν νεαρός άντρας γύρω στα δεκαοχτώ με είκοσι.
Χωρίς να το θέλω, και για να αποφύγω μάλλον τον περίεργο γέρο, απέθεσα το βλέμμα μου στον νεαρό, οπότε διαπίστωσα έκπληκτος πως δεν ήταν τόσο νέος όσο μου φάνηκε με την πρώτη ματιά, αλλά πολύ μεγαλύτερος. Μπορεί να πλησίαζε ακόμα και τα σαράντα.
Έχει φανερή αναπηρία, συμπέρανα και αμέσως τράβηξα, ντροπιασμένος για την αδιακρισία μου, τα μάτια από πάνω του. Φόρεσα το παλτό μου –μέσα Φλεβάρη, έκανε διαβολεμένο κρύο έξω–, αλλά λίγο πριν φτάσω στην πόρτα, το βαρύ χέρι του γέρου ακούμπησε στον ώμο μου.
«Δεν με γνώρισες λοιπόν;» παραπονέθηκε.
«Σέρλοκ», αναφώνησα και τον αγκάλιασα. «Πάει τόσος καιρός».
«Τριάντα τέσσερα χρόνια. Εγώ είμαι σήμερα εβδομήντα οχτώ παρακαλώ, κι εσύ τα πάτησες τα πενήντα έξι».
Με έπιασε αγκαζέ και με γύρισε πίσω στο τραπέζι του.
«Από δω ο Ορέστης, στρατηγέ μου», χαμογέλασε και μου συνέστησε τον συνοδό του, χωρίς να κρύβει την περηφάνια του για εκείνον. Ο Ορέστης ανασηκώθηκε και μου 'δωσε διστακτικά το χέρι. Ήταν κρύο και γεμάτο λεύκη.
Τον αναγνώρισα.
«Ο γιος σου», είπα.
«Ο γιος μου», επιβεβαίωσε. «Εσύ; Πώς πορεύτηκες; Έχεις παιδιά; Έκανες οικογένεια;»
«Όχι, όχι», εξόρκισα ένα τέτοιο ενδεχόμενο. «Μπεκιάρης, σαν κι εμένα», γέλασε δυνατά, πολύ ευχαριστημένος.
Μου ζήτησε το κινητό μου. Ανταλλάξαμε νούμερα και δεσμευτήκαμε να συναντηθούμε άμεσα, «την ίδια ετούτη εβδομάδα», όπως εκείνος επέμεινε.

♦ ♦ ♦

altΜε τον Μπεκιάρη υπηρετήσαμε μαζί στο ΚΑΣΕ. Στο Κέντρο Αλλοδαπών Στερεάς Ελλάδος.
Εγώ, ενωμοτάρχης εξ αποφοίτων, με προοπτική καριέρας στο σώμα της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, πιτσιρικάς τότε, ετών είκοσι. Εξέτια τη στρατιωτική μου θητεία, μέχρι να αποφασίσω αν θα παρέμενα να σταδιοδρομήσω ως στρατιωτικός ή θα έφευγα.
Εκείνος, ανθυπασπιστής, εξ ημιαποφοίτων. Δεν είχε δηλαδή τελειώσει το εξατάξιο γυμνάσιο. Έφτασε όμως στο βαθμό του ανθυπασπιστή, στην ανώτατη δυνατή, εν σχέσει με τα τυπικά προσόντα του, βαθμολογική εξέλιξη, στην ηλικία μάλιστα των τριάντα οχτώ χρόνων – ο ανθυπασπιστής είχε μια ερμαφρόδιτη σήμανση στη στρατιωτική ιεραρχία, δεν ήταν ακριβώς υπαξιωματικός, οπλίτης, αλλά ούτε και αξιωματικός, όσο κι αν ο βαθμός λογιζόταν τυπικά στην τάξη των αξιωματικών.
Και είχε τόσο γρήγορη εξέλιξη ο Μπεκιάρης, γιατί αυτός αποτελούσε μιαν εξαίρεση. Ήταν αστυνομική διάνοια. Οι ημιαπόφοιτοι έφταναν έως το βαθμό του ανθυπασπιστή τους τελευταίους μήνες πριν τη συνταξιοδότησή τους, στα εξήντα εξήντα πέντε, και μόνο λιγοστοί από αυτούς. Οι περισσότεροι αποστρατεύονταν ως υπενωμοτάρχες.
Όλοι τον θαύμαζαν τον Μπεκιάρη, ανώτεροι και κατώτεροί του. Στα δύσκολα, μόνο σ' εκείνον κατέφευγαν.
Δεν υπήρχε σκοτεινό έγκλημα που να μην το εξιχνιάσει αυτός. Περίπλοκη υπόθεση να μην τη διαλευκάνει. Για τούτο του 'χε βγει και το όνομα Σέρλοκ, από τον ομώνυμο ήρωα του Ντόυλ, τον Σέρλοκ Χολμς.
Μερικοί μάλιστα κακεντρεχείς, προϊστάμενοί του συνήθως, οι οποίοι τον φθονούσαν, του παρέθεταν και το επίθετο «ψείρας». «Σέρλοκ ο ψείρας».
Αμέτρητα περιστατικά και συμβάντα της πλούσιας δράσης του, περιστατικά που φανέρωναν την υπερβολική, σε κάθε περίπτωση, εμμονή του στη λεπτομέρεια, με άριστα όμως πάντα αποτελέσματα, κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα.
Ήταν το πιο φημισμένο λαγωνικό της Αστυνομίας, κατά γενική παραδοχή. Ένας ζωντανός θρύλος.
Κάποια στιγμή, παρ' όλα αυτά, εκδιώχθηκε από το επίλεκτο τμήμα, το Τμήμα Κοινού Εγκλήματος της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Προαστίων Πρωτευούσης, της διαβόητης αργότερα ΥΑΠΠ. Τοποθετήθηκε με δυσμενή μετάθεση στο Κέντρο Αλλοδαπών Στερεάς Ελλάδος, στο Ψυχικό. Σε μια θέση γραφιά στην ουσία. Παροπλίστηκε. Λίγα ήταν τότε τα εγκλήματα των αλλοδαπών στη χώρα.
Έτσι συνέπεσε να υπηρετούμε μαζί.
Οπουδήποτε και να βρισκόταν ο ανθυπασπιστής, είχε ένα βιβλίο αστυνομικής λογοτεχνίας μαζί του. Στο γραφείο του, υπέγραφε με το ένα χέρι τις άδειες παραμονής των αλλοδαπών, όσων στριμώχνονταν σε μακριές ουρές μέχρι έξω από το ισόγειο κτίριο της Αστυνομίας, έως κάτω, στο δρόμο, στη Λεωφόρο Κηφισίας, ενώ με το άλλο σάλιωνε και γύριζε τις σελίδες από κάποιο βιβλίο πλάι του, ρίχνοντάς του ταυτόχρονα βιαστικές ματιές. Και μέσα στο περιπολικό, όταν βγαίναμε νύχτα να επιθεωρήσουμε τους σκοπούς πύλης των διαφόρων πρεσβειών που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του Κέντρου Αλλοδαπών,αυτός άνοιγε την απαστράπτουσα Samsonite τσάντα του και αφού τακτοποιούσε πρώτα, πολύ προσεκτικά, σχεδόν με ευλάβεια, τα βιβλία του, συλλογιζόταν έντονα, κοιτάζοντάς τα από πάνω, ποιο να διαλέξει για την επόμενη ανάγνωσή του.
Ταλαντευόταν συνήθως ανάμεσα σε Ντόυλ, Σιμενόν, Αγκάθα Κρίστι, Τσάντλερ, Χάμετ ή Πόε.
Διστακτικά, διάλεγε εν τέλει ένα και το διάβαζε εκεί, σοβαρός, προσηλωμένος απόλυτα, κάτω από το χαμηλό φως του αυτοκινήτου, στέλνοντας εμένα να επιθεωρήσω και να υπογράψω τα βιβλιάρια των σκοπών των πρεσβειών. Και μάλλον αυτός ήταν ο αποκλειστικός λόγος για τον οποίο μ' έπαιρνε μαζί του, γιατί δεν είχε νόημα να είμαστε ταυτόχρονα δύο επόπτες σκοπών στην ίδια βάρδια.
Αλλά και όταν ακόμα δεν κράταγε στο χέρι βιβλίο, στο λεωφορείο φερ' ειπείν, ή και στο πιο απίθανο ίσως μέρος, ο Μπεκιάρης ταυτιζόταν με τους ήρωες των αστυνομικών μυθιστορημάτων του.
Έτυχε να συνταξιδεύουμε κάποτε στον ηλεκτρικό Πειραιάς – Κηφισιά. Δεν με είχε αντιληφθεί, ήταν καθισμένος και παρατηρούσε εξονυχιστικά κάποιον άντρα που στεκόταν όρθιος μπροστά του, κρατημένος από τη χειρολαβή. Τον επισκοπούσε σαν να ήθελε να διαπιστώσει αν είχε ήδη διαπράξει το φόνο, το φόνο που αυτός είχε στο μυαλό του, ή αν ετοιμαζόταν, αμέσως με το που θα άφηνε το τρένο, στην επόμενη στάση, να πραγματώσει τότε τα δολερά του σχέδια. Τον τρυπούσε με το βλέμμα του, το αιχμηρό, ο ανθυπασπιστής, έλεγχε την ποιότητα των ρούχων του, τα χέρια του και άλλες λεπτομέρειες, τις οποίες ο ίδιος είχε κωδικοποιήσει και σηματοδοτήσει ανάλογα, και από αυτές έβγαζε τα συμπεράσματά του.
Μόλις ο άνθρωπος εκείνος κατέβαινε, ο Μπεκιάρης κάρφωνε την ίδια στιγμή το βλέμμα του πάνω σε κάποιον άλλον επιβάτη, γυναίκα ή άντρα. Μ' ακόμα μεγαλύτερη πλέον ένταση.
Αναλογίστηκα πού θα μπορούσε να τον οδηγήσει αυτό, πως δεν θα του έβγαινε σε καλό, και τρόμαξα πολύ. Έσπευσα αποφασιστικά να διακόψω την ανοίκεια προσήλωσή του στους επιβάτες. Στους επίδοξους δολοφόνους του.
«Α, εδώ ήσουνα», ανέκραξε ξαφνιασμένος. «Δεν σε είδα. Δεν σε πρόσεξα».

Τον είχα δει εκτός υπηρεσίας, κατά τύχη πάλι, και σε κάποια παιδική χαρά. Ήταν μαζί με τον πεντάχρονο γιο του. Ξαφνιάστηκα πολύ, δεν ήξερα ότι ήταν παντρεμένος. Τέτοια σκέψη δεν είχε περάσει ποτέ από το νου μου. Δεν έκανε παρέα με κανένα συνάδελφό του στο Αλλοδαπών ο ανθυπασπιστής. Το απέφευγε επιμελώς.

Κι αυτό τον συντάραξε τόσο πολύ –το ότι δεν με είχε αντιληφθεί–, που ιδρώτας γέμισε το μέτωπό του. Έβγαλε το μαντίλι και σκούπισε το πρόσωπο, σκούπισε μετά και τα χέρια του, στις παλάμες. Αργά, πρώτα τη μία παλάμη και μετά την άλλη. «Πόση ώρα είσαι μέσα;» ρώτησε χωρίς να με κοιτάζει, σπρώχνοντας εκνευρισμένος το λευκό μαντίλι βαθιά στην τσέπη του παντελονιού του.
«Πολλή», απάντησα, «είμαι πολλή ώρα».
«Και γιατί δεν μου μίλησες;»
«Δεν ήθελα να σε διακόψω. Σε παρατηρούσα», του είπα.
«Με παρατηρούσες;» επανέλαβε οργισμένος, σηκώθηκε και βγήκε πρώτος, μπροστά από μένα, παραμερίζοντάς με –είχαμε φτάσει στον Περισσό–, και για μία εβδομάδα μού έκανε μούτρα ο Μπεκιάρης.
Μπεκιάρης είναι εκείνος που ζει μονάχος του, ο μαγκούφης, κάποιος που δεν έχει κάνει οικογένεια. Αυτό σημαίνει το όνομά του.
Τον είχα δει εκτός υπηρεσίας, κατά τύχη πάλι, και σε κάποια παιδική χαρά. Ήταν μαζί με τον πεντάχρονο γιο του. Ξαφνιάστηκα πολύ, δεν ήξερα ότι ήταν παντρεμένος. Τέτοια σκέψη δεν είχε περάσει ποτέ από το νου μου. Δεν έκανε παρέα με κανένα συνάδελφό του στο Αλλοδαπών ο ανθυπασπιστής. Το απέφευγε επιμελώς. Τον είχαν μάθει όλοι οι χωροφύλακες και τον συνήθισαν τον τρόπο του. Υπήρχε μια αμοιβαία αντιπάθεια μεταξύ τους. Μια φορά δεν τους ήθελε αυτός, ο παράξενος, δέκα εκείνοι.
Τον είχα συναντήσει το γιο του πέντε ετών, αλλά τον γνώρισα αμέσως μόλις τον ξαναείδα στο καφέ, μετά από τριάντα τόσα χρόνια. Λες και δεν είχε μεγαλώσει καθόλου. Ένα παιδικό πρόσωπο γεμάτο λεύκη, και το κεφάλι χωμένο βαθιά σε καμπουριασμένο, γέρικο κορμί.
Εμένα όμως ο ανθυπασπιστής μού 'χε ιδιαίτερη αδυναμία. Σχεδόν με καμάρωνε, τόσο πολύ μ' αγαπούσε.
Επειδή διάβαζα, με παρόμοια σχεδόν μανία μ' εκείνον, λογοτεχνία. Έτσι πίστευα. Μου 'δειχνε τέτοια εμπιστοσύνη, σαν εγώ να ήμουνα το πιο καλό κομμάτι του εαυτού του. Η δική του ματαιωμένη προοπτική και η ελπίδα του. Αυτό το περίεργο συναίσθημα μου διαμήνυε και δεν δίσταζε να το εκφέρει σε λόγο.
Με προστάτευε, κι εγώ, μικρός τότε, το αποδεχόμουν.
«Σε παραδέχομαι», μου 'πε κάποτε, εντελώς αναπάντεχα, «για ένα πράγμα. Γιατί εσύ εκπέμπεις κάτι που δεν το 'χω δει ως τώρα πάνω σε άλλον άνθρωπο». «Και ποιο είναι αυτό;» απόρησα.
«Καλοσύνη. Απέραντη καλοσύνη».
«Λάθος κάνεις», αποποιήθηκα αμήχανα μια τέτοια ευθύνη. «Δεν είναι και τόσο απέραντη».
«Ξέρω εγώ, ξέρω εγώ», με διαβεβαίωσε και δεν σήκωνε αντίρρηση. «Δεν κάνεις εσύ για χωροφύλακας. Δεν είσαι όμοιός τους. Πρέπει να φύγεις. Πρέπει να φύγεις, γιατί ή θα φύγεις το συντομότερο από μόνος σου ή θα εκδιωχθείς από το σώμα κακήν κακώς. Αλλά αν δεν σε διώξουν, τότε θα γίνεις σίγουρα στρατηγός». Και επειδή το φοβότανε, πως αυτό μπορούσε να συμβεί, με αποκαλούσε ειρωνικά «στρατηγέ» κάθε φορά που μου απηύθυνε το λόγο. «Στρατηγέ μου» με ανέβαζε, «στρατηγέ μου» με κατέβαζε, όλη την ώρα, θυμίζοντάς μου ότι είχα καθυστερήσει να φύγω, ότι είχα ήδη αργήσει, αν και το ήξερε καλά πως ήταν υποχρεωτική η πενταετής στρατιωτική θητεία και παραμονή μου στη χωροφυλακή.

[...]

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ο Έλληνας ασθενής

Ο Έλληνας ασθενής

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα της Φωτεινής Τσαλίκογλου «Ο Έλληνας ασθενής», που θα κυκλοφορήσει στις 18 Ιουνίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Λεωφορείο

Λεωφορείο

Προδημοσίευση από τη συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Λεωφορείο - 19 Στάσεις», που θα κυκλοφορήσει στις 26 Απριλίου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

Μπαρόκ

Μπαρόκ

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα της Αμάντας Μιχαλοπούλου «Μπαρόκ», που θα κυκλοφορήσει στις 2 Μαΐου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ένας «Ορέστης» συγκεχυμένος και ασαφής

Ένας «Ορέστης» συγκεχυμένος και ασαφής

Ο Γιάννης Αναστασάκης με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ανέβασε χθες στην Επίδαυρο τη δική του εκδοχή του «Ορέστη» του Ευριπίδη, σε ελεύθερη μετάφραση Γιώργου Μπλάνα. Είναι προς τιμήν του το ότι αφιέρωσε την παράσταση αυτή στη μνήμη της Χρύσας Σπηλιώτη.

...
Η Ελένη Φωτάκη διαλέγει Βύρωνα Λεοντάρη

Η Ελένη Φωτάκη διαλέγει Βύρωνα Λεοντάρη

Άνθρωποι από τον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών διαλέγουν ένα ποίημα με αύρα καλοκαιριού. Σήμερα η στιχουργός Ελένη Φωτάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

Ένας μαγικός περίκλειστος κόσμος

Ένας μαγικός περίκλειστος κόσμος

Για τη νουβέλα της Αλίκης Στελλάτου «Γάτα στον κήπο» (εκδ. Κίχλη).

Του Μιχάλη Μακρόπουλου

Στη νουβέλα Γάτα στον κήπο της Αλίκης Στελλάτου, πολλ...