x
Διαφήμιση

11 Δεκεμβριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:08:48:02 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Μοτέλ Μορένα

Μοτέλ Μορένα

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη «Μοτέλ Μορένα», που θα κυκλοφορήσει στις 16 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

Ελάφι στην ομίχλη

Η ομίχλη αραίωνε κι επέτρεπε στα πράγματα να αχνοφαίνονται. Πεινούσε. Ταυτόχρονα, ο αέρας τού δημιουργούσε νευρικότητα. Συνήθως, σε τέτοιες περιπτώσεις, η λύση ήταν η ακινησία. Όμως, πεινούσε. Είδε το ξέφωτο.

Πού να ήξεραν οι ηλίθιοι τι σημαίνει να φυτρώνουν κέρατα. Τι εμπειρία είναι να ανοίγει το κρανίο και να αναδύεται η επέκταση με το βελούδινο περίβλημα στην αρχή. Να σκάει το μέσα στο έξω. Εάν αυτοί οι βλάκες είχαν φαντασία, θα έλεγαν ότι είναι σαν τις πρώτες τρίχες που τους φύτρωσαν στο στήθος. Ή σαν την πρώτη εκσπερμάτιση. Αλλά δεν έχουν.

Μπήκε. Κοίταξε. Υπήρχε ό,τι ονειρευόταν: γρασίδι, χόρτα, βλαστάρια, φτελιές, ιτιές, σημύδες, βελανίδια. Μύρισε. Οσμές από δικούς του, συνεπώς εδώ τα πράγματα ήταν προς το παρόν καλά. Ρίχτηκε στο φαΐ με βουλιμία. Καταβρόχθισε ό,τι μπόρεσε από τα προς βρώσιν· αργότερα θα τα χώνευε σε κάποια πιο ασφαλή περιοχή. Σε αυτές τις περιοχές τα πράγματα είναι ασφαλή όσο διαρκεί η μυρωδιά των δικών του. Προχωρώντας, η μυρωδιά άρχισε να απομακρύνεται μέχρι που δεν την ένιωθε πια. Συνήθως, αυτά τα μέρη είναι γεμάτα κογιότ και λύκους. Οι πιο επικίνδυνοι αντίπαλοι. Όμως, δεν ήταν μόνο οι κίνδυνοι από το έδαφος. Κάποτε είχε δει μπροστά στα μάτια του μία δικιά του να της χυμάει αετός. Σπάνιο, αλλά συνέβη. Εκείνη, με υγρά πανέμορφα μάτια, κατάφερε να ξεφύγει· ωστόσο, η σύγκρουση της κόστισε ένα μάτι. Στην τελευταία του συνάντηση με ένα κογιότ, η ενστικτώδης του αντίδραση ήταν μια πολύ βαθιά αναπνοή. Η πιο βαθιά που είχε. Ύστερα ξεφύσηξε. Είχε μια στιγμή. Κάτι σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Αμέσως μετά, άρχισε να τρέχει με όλη του τη δύναμη. Κι έτρεχε σαν διαολεμένο. Ίσαμε σαράντα χιλιόμετρα την ώρα. Πηδούσε κιόλας. Πάνω από θάμνους, από πεσμένους κορμούς, και πολύ ψηλά και πολύ μακριά. Η άσπρη του ουρά φωσφόριζε στο σούρουπο και οι δικοί του, που ήταν στην περιοχή, πήραν το μήνυμα: κίνδυνος. Έτσι είναι: Ο ένας φροντίζει τον άλλο· αλλιώς, τροφή για τα άλλα ζώα του δάσους.
Στις άλλες περιπτώσεις, όπου ο κυνηγός δεν είναι κάποιο κογιότ, αλλά εκείνο το δίποδο πλάσμα που κουβαλάει μαζί του έναν σωλήνα ο οποίος βγάζει φωτιά, οι δικοί του καταλήγουν αποκεφαλισμένοι, με το κεφάλι εμβαπτισμένο μέσα σ' ένα υγρό. Ύστερα καρφώνονται σαν έπαθλα στους χώρους όπου κατοικούν αυτά τα δίποδα. Μια φορά είχε δει στο άνοιγμα ενός τέτοιου χώρου τρεις δικούς του στη σειρά – τα κεφάλια τους μόνο, εννοείται. Κι ένα από αυτά τα δίποδα πλάσματα-κυνηγούς, με τρίχες στο πρόσωπο, το πιο μεγαλόσωμο από τα άλλα, να βάζει σ' ένα κεφάλι κάτι σαν ένα κουτί πάνω στα κέρατα. Ένα κουτί όπως εκείνα που συνήθως φορούν αυτά τα πλάσματα στο κεφάλι τους. Μόνο που, όπως ήταν τοποθετημένο πάνω στο κεφάλι του δικού του, ήταν πολύ αστείο, έτσι όπως περίσσευαν τα κέρατα δεξιά κι αριστερά. Τον κοίταζαν τον δικό του όλοι μαζί, έπιναν και γελούσαν τρανταχτά.
Πού να ήξεραν οι ηλίθιοι τι σημαίνει να φυτρώνουν κέρατα. Τι εμπειρία είναι να ανοίγει το κρανίο και να αναδύεται η επέκταση με το βελούδινο περίβλημα στην αρχή. Να σκάει το μέσα στο έξω. Εάν αυτοί οι βλάκες είχαν φαντασία, θα έλεγαν ότι είναι σαν τις πρώτες τρίχες που τους φύτρωσαν στο στήθος. Ή σαν την πρώτη εκσπερμάτιση. Αλλά δεν έχουν. Τα πλάσματα αυτά το μόνο που βλέπουν είναι ένα τρόπαιο σε κορνίζα. Κι έτσι εκείνος και οι όμοιοί του τις επεκτάσεις αυτές, που αργότερα διακλαδώνονται σε κεράτινα κομψοτεχνήματα –τα δικά του είναι υπέροχα, τα 'χει δει στην επιφάνεια του νερού και έχει σταθεί για ώρα να τα κοιτάζει (εξάλλου, τόσες και τόσες τα λιμπίστηκαν)–, τις κόβουν και τις μετατρέπουν σε εργαλεία για να τρώνε, ή σε βοηθήματα για να τους στηρίζουν στο περπάτημα, τους ηλίθιους!
Είχε πια χορτάσει. Τέντωσε το λαιμό του και κοίταξε ψηλά, όταν το άκουσε. Είχε ήδη αρχίσει να πλησιάζει. Δεν χρειαζόταν να γυρίσει πίσω να το πιστοποιήσει· έτσι κι αλλιώς, με τέτοια ομίχλη, δεν θα έβλεπε και πολλά. Ήξερε τι θα συνέβαινε. Πήρε τη βαθιά ανάσα, ξεφύσηξε κι άρχισε να τρέχει με όλη του τη δύναμη προς την αντίθετη κατεύθυνση υψώνοντας την ουρά. Από πίσω άκουγε το θόρυβο του κυνηγού. Θα 'ταν κογιότ, σίγουρα. Γνώριζε ότι η καταδίωξη θα κρατούσε πολύ. Ο στόχος του αντιπάλου του θα ήταν να εξαντλήσει το θήραμά του – είχε ελαφρά μεγαλύτερο μέσο όρο ταχύτητας.
Πέντε λεπτά αργότερα, η απόσταση είχε μειωθεί κατά τι εις βάρος του. Πράγμα που θα συνεχιζόταν μέχρι που κάποια στιγμή θα ένιωθε την άγρια δαγκωματιά. Είχε δει την εικόνα τόσες φορές σε δικούς του. Και αργότερα –από ασφαλή απόσταση– είχε παρακολουθήσει τα κογιότ να τους κατασπαράζουν. Δεν μπορούσε όμως να κάνει τίποτε άλλο παρά να τρέχει, να τρέχει με όλη του τη δύναμη. Ξαφνικά, μπροστά του είδε τα φώτα. Κατάλαβε πού είχε φτάσει. Είχε πάει αρκετές φορές από εκεί, σ' εκείνη τη στενή λωρίδα εδάφους. Εκεί που πατούσε σε κάτι πολύ σταθερό. Εκεί που τα πόδια του δεν βούλιαζαν, οι οπλές του δεν χώνονταν στο χώμα, εκεί που δεν υπήρχαν ούτε νερά ούτε βλάστηση. Ένα ασφαλές λιμάνι. Εκεί που δεν θα έβγαινε εύκολα ο αντίπαλος. Εκεί που δεν τον είχε δει ποτέ να βγαίνει.
Διένυσε τα τελευταία μέτρα στο μάξιμουμ της ταχύτητάς του. Έβλεπε πια το φως. Διαθλασμένο. Όταν τα πόδια άγγιξαν τη λεία επιφάνεια, σταμάτησε. Η καρδιά του χτυπούσε έντονα. Γύρισε πίσω. Διέκρινε, έστω και αμυδρά, το γκρι κογιότ, σταματημένο καμιά εικοσαριά μέτρα πίσω. Τα μάτια του γυάλιζαν μες στην ομίχλη. Κοιτάχτηκαν. Πέρασαν λίγες στιγμές. Κάτι ανταλλάχθηκε. Μετά, το αντίπαλο ζώο, λες και πήρε ακαριαία την απόφαση, γύρισε και με μια ξαφνική κίνηση χάθηκε στο δάσος.
Ανάσανε. Άλλο είδος βαθιάς ανάσας. Κι εκείνη τη στιγμή την ένιωσε. Μια τεράστια δύναμη τον χτύπησε στα πλευρά και τον τίναξε ως την άκρη του δρόμου.

 

alt«"Τι πειρασμός, ωστόσο, ο θάνατος". Σαν εκείνο που λέει ο Βαλερί στον Κύριο Τεστ».
«Μπα, Βικτόρ, δεν ήξερα ότι κατέχεις κι από Βαλερί». «Κύριε Ρομάν, τόσα χρόνια...»
«Μα, Βικτόρ, εσύ...»
«Με εμπνέει η ομίχλη».
«Χα, χα, χα! Απέκτησες και χιούμορ στα γεράματα;
Μάλλον είσαι πολύ κουρασμένος. Με το δίκιο σου με τόση ώρα οδήγηση. Ομίχλη δεν λες τίποτα. Να προσέχεις. Σε λίγο δεν θα σε βλέπω κι εσένα. Πάντως, έτσι είναι. Ένας Αυστριακός φιλόσοφος είχε πει κάτι επί του θέματος, που το έχω κάνει σημαία: "Οι ήρωες κοιτούν το θάνατο στα μάτια κι όχι μόνο την εικόνα του". Το ίδιο πρέπει να κάνουμε κι εμείς, να κοιτάμε το θάνατο στα μάτια, Βικτόρ, γιατί είμαστε θνητοί. Ξέρεις τι μου συμβαίνει στη σκηνή; Όταν λέω σε κάποια πράξη ότι θέλω να πεθάνω γιατί δεν αντέχω, αισθάνομαι ότι δεν δικαιούμαι να "παίζω", να καμώνομαι».
Η κομψή μελαχρινή πρασινομάτα γυναίκα, που καθόταν στην ενδιάμεση σειρά των καθισμάτων, πρόσθεσε με μια δόση νωχέλειας:
«Ό,τι αφηγούμαστε είναι μια πληροφορία θανάτου, αγάπη μου».
«Θίντα, γλυκιά μου, δεν μου κάνουν εντύπωση οι αναφορές σου».
«Σου 'χω κι άλλη τότε για το αντίθετο».
«Τον έρωτα;»
«Τον έρωτα, φυσικά. Δεν υπάρχει ποτέ αληθινή ανάγκη
για έρωτα, που δεν περιέχει το ρίσκο του πόνου. Να πονέσεις σε βαθμό ακρωτηριασμού... Κι είναι καθήκον να το πάρεις αυτό το ρίσκο, να ερωτευτείς χωρίς άμυνες και υποχωρήσεις».
«Α, ναι. Ναι. Α, Θίντα... Ξέρω κάθε σελίδα που έχεις διατρέξει. Δεν είναι υπέροχο αυτό; Να έχουμε περάσει από τις ίδιες παραγράφους, τα ίδια τοπία... Εσείς εκεί πίσω τι λέτε; Το σκασμό έχετε βγάλει τόση ώρα».
Ο Ρομάν γύρισε και κοίταξε στο πίσω κάθισμα του βαν. Πίσω από τη Θίντα, μια κοπέλα κι ένας νεαρός κοιμόνταν τον ύπνο του δικαίου.
«Υπναράδες. Στην ηλικία τους εγώ... Βέβαια, τότε ήταν άλλες εποχές. Η κάθε εποχή απαιτεί και την εικόνα της, και σήμερα εκείνο που ξεχωρίζει δεν είναι οι σκοτεινές ονειροφαντασίες που λέει ο ποιητής. Σήμερα βλέπεις αληθινούς αποκεφαλισμούς σε ένα μικρό παραλληλόγραμμο που κρατάς. Σε λίγο θα τους βλέπεις και πάνω στην παλάμη σου. Η εποχή θέλει ένα κέλυφος. Ένα κέλυφος κλεμμένου χρόνου. Που να έχει μέσα τα πάντα, ό,τι θες».
«Ακριβώς, αγάπη μου», είπε η Θίντα.
«Κι αυτά τα επεξεργάζεσαι. Με μια πρόζα σαν τον ήχο που κάνει το μαχαίρι όταν μπήγεται εκεί που ποτέ δεν τολμούσε. Όχι από εκδίκηση. Όχι από τυφλό μίσος. Το προσπάθησα στα έργα μου, δεν ξέρω αν... Το κοινό, πάντως...»
«Μια χαρά το κοινό, Ρομάν».
«Τι μια χαρά; Το κοινό... pro domo. Ανέκαθεν. Διά τον οίκον. Δεν θα ξεκουνηθεί παρά μόνο εάν τον απειλήσεις αυτό τον οίκο του».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Τι έμαθα περπατώντας στον κόσμο

Τι έμαθα περπατώντας στον κόσμο

Προδημοσίευση από το βιβλίο της Λένας Διβάνη «Τι έμαθα περπατώντας στον κόσμο», που θα κυκλοφορήσει στις 14 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Ψεύτικοι δίδυμοι

Ψεύτικοι δίδυμοι

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Χρήστου Αγγελάκου «Ψεύτικοι δίδυμοι», που θα κυκλοφορήσει στις 9 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Ο κανίβαλος που έφαγε έναν Ρουμάνο

Ο κανίβαλος που έφαγε έναν Ρουμάνο

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Δημήτρη Σωτάκη «Ο κανίβαλος που έφαγε έναν Ρουμάνο», που θα κυκλοφορήσει στις 6 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Κέδρος.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Διαβάζοντας με την Έλλη Παπακωνσταντίνου

Διαβάζοντας με την Έλλη Παπακωνσταντίνου

Πρόσωπα από το χώρο των τεχνών, των ιδεών και του πολιτισμού, αποκαλύπτουν το δικό τους αναγνωστικό χαρακτήρα, τη μύχια σχέση τους με το βιβλίο και την ανάγνωση.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

«Η λογοτεχνία πάντα οικειοποιούταν τις ζωές των άλλων»

«Η λογοτεχνία πάντα οικειοποιούταν τις ζωές των άλλων»

Του Κώστα Αγοραστού

Με αφορμή το νέο, επιστολικό μυθιστόρημα του Αποστόλη Αρτινού Αγαπημένη μου Lyda (εκδ. Κριτική), θέσαμε στον συγγραφέα ορισμένες ερωτήσεις γύρω από τη συγγραφή του βιβ...

Τόποι, πόλεις, άνθρωποι του Αναστάση Βιστωνίτη

Τόποι, πόλεις, άνθρωποι του Αναστάση Βιστωνίτη

Για τον συγκεντρωτικό τόμο με κείμενα του Αναστάση Βιστωνίτη «Κάτω από την ίδια στέγη» (εκδ. Κίχλη).

Της Άλκηστης Σουλογιάννη

Η κοινό...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube