22 Φεβρουαριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:15:01:08 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΔΟΚΙΜΙΑ-ΜΕΛΕΤΕΣ Η νοσταλγία

Η νοσταλγία

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση από το βιβλίο της Barbara Cassin Νοσταλγία - Πότε λοιπόν είναι κανείς στο σπίτι του; (μτφρ. Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι τις επόμενες μέρες.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Νοσταλγία, μια ελβετική λέξη

Η λέξη «νοσταλγία» δεν είναι ελληνική, δεν απαντά στην Οδύσσεια. Όχι, δεν είναι ελληνική λέξη, αλλά ελβετική, γερμανο-ελβετική. Είναι στην πραγματικότητα το όνομα μιας νόσου καταχωρισμένης ως τέτοιας μόλις τον 17ο αιώνα. Την επινόησε, σύμφωνα με το Ιστορικό λεξικό της γαλλικής γλώσσας, το 1678 συγκεκριμένα, ένας γιατρός, ο Γιόχαν Γιάκομπ Χάρντερ, προκειμένου να κατονομάσει τον πόνο της πατρίδας, το Heimweh.

«Νοσταλγία», η λέξη ηχεί απολύτως ελληνική, από το νόστος, «επιστροφή», και το ἄλγος, «πόνος», «οδύνη». Η νοσταλγία είναι ο «πόνος της επιστροφής», η οδύνη που μας κατακλύζει όταν είμαστε μακριά και ταυτόχρονα τα βάσανα που τραβάμε για να επιστρέψουμε. Η Οδύσσεια, που θεμελιώνει μαζί με την Ιλιάδα την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό, είναι το έπος που ο «Όμηρος» –ένας  τυφλός ποιητής, που μάλλον δεν υπήρξε ποτέ– συνέθεσε για να τραγουδήσει τις περιπέτειες του νόστου του  Οδυσσέα, του πολύτροπου ήρωα. Είναι το κατεξοχήν ποίημα της νοσταλγίας.

Κι όμως, η λέξη «νοσταλγία» δεν είναι ελληνική, δεν απαντά στην Οδύσσεια. Όχι, δεν είναι ελληνική λέξη, αλλά ελβετική, γερμανο-ελβετική. Είναι στην πραγματικότητα το όνομα μιας νόσου καταχωρισμένης ως τέτοιας μόλις τον 17ο αιώνα. Την επινόησε, σύμφωνα με το Ιστορικό λεξικό της γαλλικής γλώσσας, το 1678 συγκεκριμένα, ένας γιατρός, ο Γιόχαν Γιάκομπ Χάρντερ, προκειμένου να κατονομάσει τον πόνο της πατρίδας, το Heimweh, από τον οποίο υπέφεραν οι πιστοί, ακριβοπληρωμένοι Ελβετοί μισθοφόροι του Λουδοβίκου 14ου – «χωρίς μισθό δεν έχει Ελβετό». Παρεκτός αν την έπλασε το 1688 ο Γιοχάννες Χόφερ, ο γιος ενός αλσατού πάστορα απ’ τη Μυλούζη, που της αφιέρωσε στα δεκαεννιά του τη σύντομη ιατρική διατριβή του στο  Πανεπιστήμιο της Βασιλείας, για να περιγράψει «ιστορίες νεαρών ατόμων»: το περιστατικό στη Βασιλεία ενός φοιτητή από τη Βέρνη, που μαράζωνε αλλά γιατρεύτηκε καθ’ οδόν, προτού καν φτάσει στη Βέρνη, και το περιστατικό μιας νοσηλευμένης χωρικής («Ich will heim, ich  will heim» [θέλω να γυρίσω σπίτι, θέλω να γυρίσω σπίτι], βογκούσε αυτή αρνούμενη φάρμακα και τροφή), που γιατρεύτηκε επιστρέφοντας σπίτι της –την εξήγηση τη δίνει η σημαίνουσα διαταραχή της.

Το πράγμα εξελίχθηκε αμέσως σε στρατιωτική υπόθεση: οι Ελβετοί λιποτακτούσαν όταν άκουγαν βουκολικές μελωδίες, το τραγούδι των βοσκοτόπων, «αυτό τον τόσο αγαπημένο σκοπό των Ελβετών» –γράφει ο Ρουσώ στο Λεξικό της μουσικής του–, «εξ ου και απαγορεύτηκε επί ποινή θανάτου να παιανίζεται στις τάξεις τους, γιατί όσοι τον άκουγαν αναλύονταν σε δάκρυα, λιποτακτούσαν ή πέθαιναν, τόσο πολύ ξυπνούσε μέσα τους τον φλογερό πόθο να ξαναδούν την πατρίδα τους»

Το ιατρικό σώμα επινόησε λοιπόν τη λέξη «νοσταλγία», όπως λέμε «οσφυαλγία» ή «νευραλγία», προκειμένου να κατονομάσει μια νόσο των Γερμανοελβετών. Αν επιμένω, είναι γιατί η καταγωγή της λέξης αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτό που συνιστά καταγωγή: η λέξη που σηματοδοτεί ολόκληρη την Οδύσσεια δεν έχει τίποτα το καταγωγικό, το πρωτοτυπικό, τίποτα εν ολίγοις το «ελληνικό». Είναι πεποιημένη, ιστορικά επιμεμειγμένη (και καθώς η καταγωγή δεν είναι ιστορικό γεγονός, θα έπρεπε να λέμε «ιστοριακά», για να δανειστώ τον όρο του Χάιντεγγερ) και υπηρετεί, όπως όλες οι καταγωγές, μια  αναδρομική τελικότητα. Το μαρτυρούν οι τυπογραφικοί χαρακτήρες της Dissertatio de nostalgia, με λατινικά κεφαλαία για το DISSERTATIO MEDICA, ελληνικά κεφαλαία για την επινοημένη λέξη ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ και με γοτθικά πεζά «oder Heimweh», «ή καημός της πατρίδας».

Παρ’ ολίγο να επισκιαστεί από το «φιλοπατριδομανία», που είχε επίσης προτείνει ο Χάρντερ, το «ποθοπατριδαλγία», που επινόησε ο Τσβίνγκερ, και τον υπότιτλο «Heimsehnsucht», που έδωσε ο Χάλλερ… Θριάμβευσε όμως η λέξη νόστος, η «επιστροφή».

altΤο Chantraine μάς μαθαίνει, κατ’ εξαίρεση, λίγα πράγματα: η λέξη νόστος σχηματίστηκε από το νέομαι, που σημαίνει «επιστρέφω, επανέρχομαι» και ανάγεται σε μια ρίζα, η ενεργητική σημασία της οποίας είναι πιθανώς «διασώζω»· ἄνοστος σημαίνει «μη επιστρέφων» και «που δεν δίνει σπόρο, άσπορος», Νέστωρ είναι το όνομα  «εκείνου που επιστρέφει αισίως, που φέρνει αισίως πίσω τον στρατό του»· και στα νέα ελληνικά «νόστιμος», που έχει τη σημασία του «εύγευστος, χαριτωμένος». Η πιθανή σημασία της ρίζας είναι «αίσια επιστροφή, σωτηρία»· την ξαναβρίσκουμε στα γερμανικά, στα αγγλοσαξονικά  («ιαθείς, διασωθείς, επιβιώσας» και «διασώζω, ιαίνω, τρέφω»)· στα σανσκριτικά υπάρχουν λέξεις που απηχούν το «νέομαι», όπως nasate, «πλησιάζω, ενώνομαι». Μια και η μικρή σημασιακή διαφορά δεν αποτελεί καθοριστικό εμπόδιο, μπορούμε ίσως να συσχετίσουμε τη λέξη με το nimsate, «φιλιούνται, αγγίζονται με το στόμα» – η επιστροφή και ο έρωτας δεν είναι έννοιες ασύμπτωτες.

Το παρόν βιβλίο διερευνά, παράλληλα με τη «νοσταλγία», τη σχέση μεταξύ πατρίδας, εξορίας και μητρικής γλώσσας. Η Οδύσσεια, αφήγηση των δοκιμασιών του Οδυσσέα και της επιστροφής του που διαρκώς αναβάλλεται, είναι το καθαυτό ποίημα της νοσταλγίας. Το εξόχως συμβολικό σημάδι ότι ο Οδυσσέας βρίσκεται επιτέλους «σπίτι του», στην πατρίδα του, είναι η ριζωμένη κλίνη, που αυτός έσκαψε με τα ίδια του τα χέρια μέσα στον κορμό μιας ελιάς, γύρω από την οποία είχε  χτίσει το παλάτι του, ένα μυστικό που μοιράζεται μόνο με τη γυναίκα του. Ρίζωμα, ξεριζωμός: ιδού η νοσταλγία.

Την πατρίδα ο Αινείας την κουβαλά μαζί του κατά τη φυγή του απ’ την πυρπολημένη Τροία, με τον πατέρα του Αγχίση και τους εφέστιους θεούς φορτωμένους στην πλάτη. Πλανιέται από τόπο σε τόπο, έως ότου η Ήρα, η οποία τον καταδιώκει με το μίσος της, δεχτεί να τον αφήσει να ιδρύσει αυτό που θα γίνει μια μέρα η Ρώμη, αλλά υπό έναν όρο: να ξεχάσει τα ελληνικά και να μιλά «δι’ ἑνός στόματος», λέει ο Βιργίλιος, με τους Λατίνους και όπως αυτοί. Το ιδρυτικό έπος είναι εν προκειμένω και  ιδρυτικό γλώσσας.

Να έχεις ως πατρίδα τη γλώσσα σου, ως μόνη πατρίδα μάλιστα. Έτσι διάλεξε ν’ αυτοπροσδιοριστεί σε ζοφερούς καιρούς η Χάνα Άρεντ, «πολιτογραφημένη» στην αμερικανική εξορία της, όχι σε σχέση με μια χώρα ή έναν λαό, αλλά μόνο σε σχέση με μια γλώσσα, τη γερμανική. Αυτή της λείπει και αυτή θέλει ν’ ακούει.

Τι είναι προσίδιο; Τι ξένο; «Ευτυχισμένος είν’ αυτός που σαν τον Οδυσσέα»: τίποτα πιο λανθασμένο απ’ το σονέτο του Ντυ Μπελλαί, αφού ο Οδυσσέας δεν μένει σπίτι του επιστρέφοντας, παρά μία μόνο νύχτα, όσο παρατεταμένη κι αν είναι αυτή. Πρέπει πράγματι να ξαναφύγει πολύ μακριά απ’ την πατρίδα του, πολύ μακριά απ’ τη θάλασσα, να βαδίσει στην ενδοχώρα, κουβαλώντας ένα κουπί. Μέχρις ότου συναντηθεί μ’ έναν οδοιπόρο που θα του πει ότι κουβαλά λιχνιστήρι στον ώμο του (λ, 126-134 & ψ, 273-280). Μόνο τότε, αφού μπήξει το κουπί στο χώμα, θα μπορέσει ο Οδυσσέας να προσφέρει μια τελευταία θυσία στον Ποσειδώνα, τον θεό της θάλασσας, και να γυρίσει για «να ζήσει στους ιδικούς του ανάμεσα τα χρόνια τα στερνά του». Αλλά περί αυτού η Οδύσσεια ουδέν λέγει. Γιατί αυτό που χαρακτηρίζει τη νοσταλγία είναι περισσότερο το «όχι ακόμη» και ίσως επίσης η καταστατική παρανόηση της σχέσης προσίδιου και ξένου  –το κουπί που θα το περάσει κάποιος για λιχνιστήρι.

Θα αναλύσω στο παρόν δοκίμιο τη σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο, με τον θάνατο, όπως και με την αιωνιότητα, και τη σχέση του με την πατρίδα, για καλό ή για κακό. Θα βασιστώ σε μια σειρά αρχέγονες σκηνές που εκτυλίσσονται στον Όμηρο και που ορίζουν κατ’ εμέ τη νοσταλγία.

Θα αναλύσω στο παρόν δοκίμιο τη σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο, με τον θάνατο, όπως και με την αιωνιότητα, και τη σχέση του με την πατρίδα, για καλό ή για κακό. Θα βασιστώ σε μια σειρά αρχέγονες σκηνές που εκτυλίσσονται στον Όμηρο και που ορίζουν κατ’ εμέ τη νοσταλγία. Αλλά θα αναστοχαστώ άλλο τόσο τις σύγχρονες χρήσεις αυτής της έννοιας, η οποία συνδέεται με όλα τα ενίοτε τρομακτικά διφορούμενα του οἴκοι και του πατριωτισμού, από το home στο Heimat, έως τη λατρεία της γης και του αίματος, που μπόρεσαν να διακινήσουν ο φασισμός και ο ναζισμός. Γιατί κάθε γλώσσα έχει τον  τρόπο της να εκφράσει τη νοσταλγία, να εντοπίσει τη δυσφορία σε κάποιο μέρος του σώματος –μελαγχολία (η μέλαινα χολή), spleen (η σπλήνα), angoisse (ο λαιμός)–, να την καταχωρίσει σε ένα πολιτισμικό μητρώο σαν ένα σύνθημα, έστω κι αν είναι εξ εισαγωγής όπως το spleen από τον Σαίξπηρ έως τον Μπωντλαίρ, να τη στρέψει  προς το παρελθόν ή προς το μέλλον, συνδέοντάς τη μ’  ένα συμβάν ή με μια προσδοκία, να τη μετατρέψει σε ατομικό, ιστορικό, οντολογικό, θρησκευτικό, κοινωνικό, πατριωτικό άλγος –acedia, dor, saudade, Sehnsucht, desengaño κ.λπ. Θα αναρωτηθώ εάν και πώς είναι  δυνατό να επεξεργαστεί κανείς αυτή τη σχέση μεταξύ νοσταλγίας και πάτριου εδάφους ή πατριωτισμού, ώστε η νοσταλγία να μετατραπεί σε μια εντελώς διαφορετική περιπέτεια που θα μας οδηγήσει στο κατώφλι ενός ευρύτερου, πιο φιλόξενου στοχασμού, μιας θεώρησης του κόσμου απαλλαγμένης από κάθε ανήκειν. Ή άλλως: υπό ποία έννοια, υπό ποίες έννοιες, μπορούμε να πούμε ότι η νοσταλγία είναι ένα συναίσθημα που προσδιορίζει την Ευρώπη; «Ευρωπαίος: αυτός που νοσταλγεί την Ευρώπη», λέει ο Κούντερα στην Τέχνη του μυθιστορήματος.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ο Φραντς Κάφκα και η Μοσχούλα

Ο Φραντς Κάφκα και η Μοσχούλα

Προδημοσίευση από το βιβλίο του Διονύση Στεργιούλα Ο Φραντς Κάφκα και η Μοσχούλα. Δοκίμιο για τη λογοτεχνία, που θα κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Νησίδες.

Επιμέλεια: ...

Αλλόκοτος ελληνισμός

Αλλόκοτος ελληνισμός

Προδημοσίευση από το βιβλίο του Νικήτα Σινιόσογλου Αλλόκοτος ελληνισμός. Δοκίμιο για την οριακή εμπειρία των ιδεών, που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Κίχλη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Περνώντας από τοίχους

Περνώντας από τοίχους

Προδημοσίευση από την αυτοβιογραφία της Marina Abramović Περνώντας από τοίχους (μτφρ. Αφροδίτη Γεωργαλιού), που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Ροπή.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστό...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Πάνε πια τα παιδιά, δεν υπάρχουν»

«Πάνε πια τα παιδιά, δεν υπάρχουν»

Για την παράσταση Βίκτωρ ή τα παιδιά στην εξουσία, του Roger Vitrac, σε σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη, η οποία παρουσιάζεται στο Θέατρο Τέχνης - Κάρολος Κουν, στη σκηνή της Φρυνίχου.

Του Νίκου...

«Με έναν περίεργο τρόπο, αυτός ο ζόφος μου δίνει κουράγιο»

«Με έναν περίεργο τρόπο, αυτός ο ζόφος μου δίνει κουράγιο»

Είναι μια γεμάτη χρονιά φέτος για τον Δημήτρη Καραντζά. Μετά το τέλος των παραστάσεων της «Δωδέκατης Νύχτας» στο Εθνικό Θέατρο, ανέβασε στις αρχές Φεβρουαρίου στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων την «Πλατεία Ηρώων», το κύκνειο άσμα του Τόμας Μπέρνχαρντ. Από τις 20 Φεβρουαρίου επαναλαμβάνει την...

Ένα χαμόγελο στον Ηλεκτρικό

Ένα χαμόγελο στον Ηλεκτρικό

Για την παράσταση Αθήνα, Γραμμή 1, σε σκηνοθεσία Σοφίας Βγενοπούλου, η οποία παρουσιάζεται και απόψε στη Μικρή Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.

Του Νίκου Ξένιου

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube