x
Διαφήμιση

20 Νοεμβριου 2018

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:16:39:55 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ Πέραμα

Πέραμα

E-mail Εκτύπωση

peramaΤης Μάρτυς Λάμπρου

«Έμπα!» μου έκανε νεύμα το ψηλό αγόρι απ' την Κίο ανοίγοντας αργά το παράθυρο. Είχε σταματήσει με τ' αλάρμ τη Μερσεντές του στην οδό Ιπποκράτους γωνία στο σηματοδότη σαν φάρο. Από ένα γλυκό βούισμα κατάλαβα ότι έβαλε μπρος τη μηχανή.

Κάθισα στη θέση του συνοδηγού. Μαλακό κάθισμα, το ταμπλό φωτεινό. Μου έδωσε ένα τσιγάρο. Εκείνη την στιγμή ήθελα να καπνίσω με όλη τη δύναμη των πνευμονιών μου ή να τραγουδήσω.

«Πάμε λοιπόν!» είπε. Δίχως κοντέρ, με τέρμα το γκάζι για τα Βασιλικά της Σαλαμίνας.

«Ξέρεις από ψάρεμα;» ρώτησε.

Με ανοιχτά τα παράθυρα διασχίζαμε την Πειραιώς στα δεξιά μας ένα σκοτεινό βενζινάδικο με σχισμένα τα σημαιάκια της Σελ. Περνώντας κάτω από το γκρίζο κτήριο του Κεράνη κατέβαινε ένα όρθιο παραλληλόγραμμο κομμάτι ουρανού απ' όπου φαίνονταν τα πάνω καταστρώματα των πλοίων. Στρίβοντας για το Πέραμα φάνηκαν φουγάρα να καπνίζουν πίσω μας. Μυρωδιές πίσσας, μαζούτ και θάλασσας. Προχωρούσαμε στην ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη. Μες στο οριζόντιο μουντό μισόφωτο με τις λαμαρίνες των μεγάλων καραβιών και τις σκιές απ' τους ακίνητους γερανούς μόλις στους στύλους άναψαν οι λαμπτήρες η φωτιζόμενη άσφαλτος στη βασιλέως Γεωργίου ακτινοβόλησε στα μάτια μου. Φρενάρισε απότομα.

«Τρεις του Αυγούστου, 1972, πέντε και μισή το χάραμα θα είμαι εδώ, μάγκα», είπε μελαγχολικός.

Αν και η λεωφόρος ήταν διπλής κατεύθυνσης ένιωσα μόνο τον ήχο μιας σειρήνας.

Γύρισα προς τη θάλασσα. Φορτηγά καράβια ήταν αρόδο. Άλλα ήταν δεμένα μεταξύ τους, πιο κοντά στην στεριά. Παρατημένα, που τέλειωσαν οι προορισμοί. Αφού δεν θα ξεδεθούν από τί τα προστάτευαν τα λάστιχα στις κουπαστές όταν οι λαμαρίνες έχουν πια οξειδωθεί; Η θάλασσα κίτρινη. Ξεφλουδισμένα δοκάρια και σπασμένα φινιστρίνια, μια φαγωμένη άγκυρα, παλιά σχοινιά, στο μισοβυθισμένο κουφάρι ενός επιβατηγού. Αλλά η πλώρη του ήταν έξω απ' τη θάλασσα και έπαλλε ακόμη από θέρμη και ανθρώπινο ιδρώτα, ώστε κάποιος να ονειρεύεται ένα επόμενο ταξίδι.

«Θάλασσα απαγορευμένη» προειδοποιούσαν οι πινακίδες. Αποθήκες πετρελαίου στον στενό λαιμό ανάμεσα στη θάλασσα και τις απότομες πλαγιές του όρος Αιγάλεω. Δεν υπάρχουν πια τα πεύκα. Θλιβερές πολυκατοικίες τέρατα της αντιπαροχής έκρυβαν την κορυφή του.

Πάρκαρε το αμάξι του στο πορθμείο για τα Παλούκια της Σαλαμίνας. Έκλεισα την πόρτα του αυτοκινήτου και ξαφνικά τον έχασα. Τον αναζητούσα τριγύρω. Ένα «Έβερεστ» και ένα «Γρηγόρης» στα σημεία που δεν είναι χώρος αλλά πέρασμα και χρόνος αποφάσεων. Ο διάκοσμος αυτών των καφέ όμως δέν επέτρεπε να κάθεται κάποιος για να κάνει ένα ακίνητο ταξίδι ξεθάβοντας τις πιο απρόσμενες παιδικές του εικόνες. Ο μηχανανοποιημένος θόρυβος που έπαιζαν τα ηχεία τους για μουσική, το σλόγκαν «Τον έχω πιει και εγώ εδώ» σε μεγάλη ταμπέλα ορατή απ' όλους εκεί, το ενεργοποιημένο wi fi να ρουφιανεύει παγκοσμίως ότι βρίσκονταν απέναντι από σειρές φεριμπότ με τους καταπέλτες κατεβασμένους και κανείς να μην ακούει αυτόν που φώναζε «Πεινάω, ψάχνω για δουλειά». Άλλον που ενώ ήθελε να πει στον άρρωστο αδερφό του «Α, ρε αδερφέ, πόσο ντρέπομαι που δεν έχω να σε βοηθήσω τώρα που είμαι άνεργος» τα εκτυφλωτικά νύχια της σερβιτόρας του δίνουν το σακουλάκι με την προσφορά του καταστήματος αφού το πέρασαν από το γυμνό κρέας των μηρών της μέχρι τις ξεφτισμένες άκρες του καυτού σορτς. Θα τον πιει κι αυτός εκεί. Θα πιει και τα δάκρυά του. Δεν θα αποφασίσει να πάρει ένα φεριμπότ ασχεδίαστα να περάσει απέναντι.

«Εδώ είμαι!» μου γελούσε το ψηλό αγόρι από την Κίο κρατώντας μια δερμάτινη θήκη με τα αρχικά: Ι.Π.

Γυρνώντας να τον δω ξαναεμφανίστηκαν γύρω ασπρόμαυρα καφενεία και βάρκες που πηγαινοέρχονταν φορτωμένες με επιβάτες ενός περασμένου Αυγούστου, γυναίκες να τηγανίζουν ψάρια στις κουζίνες των προσφυγικών σπιτιών, κάποιοι να κουβαλάνε έναν καναπέ στην κάθετη πλαγιά χωρίς δρόμους, να τον δώσουν στη γυναίκα που έμενε στην παράγκα εκεί που ήταν η αρχαία Αμφιάλη κάτω από την κορυφή όπου ο Ξέρξης παρακολουθούσε τη ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.χ. καθισμένος σε θρόνο.

Συνεχίσαμε πεζή σ' ένα χωμάτινο μονοπάτι στα δεξιά κρυμμένο πίσω από τεράστιες διαφημιστικές μαρκίζες και ' έναν φουσκωτό παιδότοπο όπου παιδιά στριμώχτηκαν μες στα πλαστικά παιχνίδια.

Ανάμεσα από ρίγανες, θυμάρια, σκίνους, περνώντας δίπλα σ' ένα καρνάγιο με παλιά καΐκια σα να τα είχε ξεβράσει παλλοιριακό κύμα φτάσαμε στο κρυφό περιγιάλι. Το αγόρι από την Κίο έσκυψε ανακατεύοντας την άμμο που έμοιαζε με στάχτη. Διάλεξε μία επίπεδη πέτρα. Κλείνοντας τον αγκώνα του την πέταξε στην επιφάνεια του νερού. Η πέτρα αναπήδησε πέντε φορές και βυθιζόταν με μικρή δίνη στην άκρη του ματιού μου μαζί με το καφενείο πατιναρισμένο απ' τον αέρα και την αρμύρα.

Ένα τραπέζι με δύο καρέκλες στην ακροθαλασσιά. Έπειτα, η σκιά που άφηνε το σιδερένιο τραπέζι μας μέχρι τα παροπλισμένο τρεχαντήρι με κουπιά ακόμα στους σκαρμούς, τις ψαρόβαρκες με σύνεργα και δίχτυα στις κουβέρτες και έναν γέρο ναυτικό να βάφει τη βάρκα του που την έλεγε «Χαρά». Ο σερβιτόρος σκόρπιζε στα πλακάκια πριονίδι πάνω στη χυμένη ρετσίνα. Ψαράδες, καραβομαραγκοί, καλαφάτες, μπογιατζήδες, ματσακονιστές, καθαριστές ρούφαγαν γερές τζούρες από Παπαστράτο και σέρτικα Λαμίας. Οι μηχανουργοί κάπνιζαν Άσο άφιλτρο κάτω από κρεμασμένες ντομάτες και σκόρδα που ξεραίνονταν.

«Άσε με, Άσε μεεεε», ένας τραγουδούσε γονατισμένος μπροστά σε μια γυναίκα σαν τοιχογραφία με πρόστυχες σάρκες που δε σοβάντισε η οσία λατρεία και που οι πράξεις της δίνουν τύψεις.

Το αγόρι απ' την Κίο έβγαλε το μπουζούκι. Από τη θήκη στην αγκαλιά του.

«Η φάτσα μάγκα», μου είπε, «το πρώτο κοίταγμα, τ' άλλα ντύσιμο κι αέρας, κατασκευές. Αλλάζει το μάτι; Να μαθαίνεις ατάκα και επιτόπου, να φτάνεις απροειδοποίητα με λαχτάρα και όνειρο. Να πιάνεις να γεννιέσαι απ' την αρχή. Άσ' την αφρόκρεμα της λέρας, πόζα και σερετιά, κάλπηδες, όλα θέλουν να τ' ανακαινίσουν να τα φέρουν στη μόδα».

Οι πελάτες δεν γκρίνιαζαν, έμπαιναν μέσα κι έπαιρναν οι ίδιοι τα ποτά τους, έσπαζαν λίγο ψωμί, χάραζαν μια ντομάτα, ελιές, έκοβαν λίγο κασέρι. Και περίμεναν... 

Με ξυσμένο μολύβι έγραψε με λοξά καλλιγραφικά λίγο άτσαλα γράμματα στο μπλε τετράδιο: συκωτάκια, ντομάτα γαρύφαλλο, ούζο. Στα πλακάκια μαζί με το πριονίδι πλήθαιναν οι γόπες πατημένες από γυμνά αντρικά πόδια και γόβες άσπρες λερωμένες στις μύτες. Ο σερβιτόρος ενώ φώναζε «αμέσως» και «έφτασα» όλο κάτι έκανε μπαίνοντας μέχρι τα γόνατα στο νερό. Οι πελάτες δεν γκρίνιαζαν, έμπαιναν μέσα κι έπαιρναν οι ίδιοι τα ποτά τους, έσπαζαν λίγο ψωμί, χάραζαν μια ντομάτα, ελιές, έκοβαν λίγο κασέρι. Και περίμεναν... Η σκιά του τραπεζιού μας σα να ερχόταν τώρα από την μάντρα της Κοκκινιάς στην μάντρα απέναντι. Το αγόρι από την Κίο έπινε με μικρές γουλιές το ούζο και παράγγειλε στον σερβιτόρο άλλο ένα ούζο για τη γριά που ασβέστωνε τη μάντρα. Σκυφτή σε τόξο, με κουβά και βούρτσα, σε αυλές, νεκροταφεία και δρόμους να ενώνει μαιάνδρους και σπείρες, συνεχώς κάθε μισούς κύκλους. Στις στροφές άφηνε διάκενα με αυτά που βλέπονται αμεσολάβητα. Τότε, συνέβη ο κραδασμός του φωτός εκείνου που από την καρυάτιδα στην Ελευσίνα διαχύθηκε στις δεξαμενές πετρελαίου κι αμέσως συσπειρώθηκε χτυπώντας με ορμή στο Αιγάλεω όρος ώστε οι οριζόντιες αντανακλάσεις του σκιαγράφησαν ολόκληρο τον ελαιώνα των Μεγάρων μέχρι τον ελαιώνα και τ' αμπέλια της ιερά οδού. Έγινε ξανά όλο μια ροή που με τη μέγιστη ένταση δηλώθηκε μετωπικά στο καφενείο όπου καθόμασταν. Και είδα το αγόρι απ' την Κίο να λυγίζει για μια στιγμή σαν κυπαρίσσι. Και φανερώθηκαν γυναίκες με φουσκωμένες κοιλιές που θα γεννούσαν παιδιά χωρίς να νοιάζονταν αν γιος ή κόρη τους, αφού έδιναν το βυζί τους σε όλα. Ούτε νοιάζονταν αν ήταν αμόρφωτα, αρκεί να μάθαιναν μια τέχνη. Καλωσόρισαν, ξεπροβόδισαν αντρίκια χέρια τραχιά που έσκαψαν, καλαφάτισαν, έχτισαν, μπογιάτισαν, οδήγησαν, έσυραν, πλάτες που τσάκισαν απ' τα φορτία. Κήδεψαν αγόγγυστα χωρίς γονάτισμα διπλωμένες στα δύο άντρες και αδέρφια, γιους και κόρες, που εκτελέστηκαν από τα φασιστικά στρατεύματα των Γερμανών όταν έδωσαν τα ονόματά τους οι κουκουλοφόροι γερμανοτσολιάδες γείτονες τους. Εκείνες κάθε ξημέρωμα σε αγρυπνία έχουν σταμπάρει στην μνήμη τους φονιάδες που άλλαξαν χέρια και οι απόγονοί τους εκλέγονται βουλευτές. Σε αυτό το παράξενο τοπίο, Κοκκινιά, Δραπετσώνα, Καλογρέζα οι γυναίκες σε στάση προσευχής περίμεναν να ακούσουν την πρώτη πενιά στο μπουζούκι του αγοριού από την Κίο να δώσει ξανά αυτόν το ρυθμό μέσα τους που μετέτρεπε τη λύπη και τον καημό σε βαθιά χαρά και αντίστροφα. Την ξέφρενη αναταραχή σε αιώνια σιωπή. Αναγνωρίζοντας το λίγο κάθε φορά σε κύκλο. Μιας και το πολύ ήξεραν ότι δεν θα το έχουν ποτέ.

Μόλις το αγόρι από την Κίο ακούμπησε το μπουζούκι στο στήθος του και η πένα του στις χορδές ακριβώς ας πέθαινα εκείνη την στιγμή χωρίς να μάθω ποτέ, υποσημείωσα.

Κάποιος τράβηξε καρέκλα και κάθισε. Ήταν ο ιδιοκτήτης του καφενείου που ζητούσε να πάρει την παραγγελία. Μιλώντας παράξενα αργά και τονισμένα μας έλεγε πως όταν ήταν εφτά χρόνων παιδί ερχόταν μόνος του τα απογεύματα σε αυτό το περιγιάλι με μια φέτα καρπούζι για να χαζέψει. Έτσι, σιγά σιγά, έφτιαξε το καφενείο. Χωρίς να βιάζεται. Κι έτσι ούτε και σήμερα βιαζόταν πιο πολύ από τις άλλες μέρες, είπε. Σήκωσε το χέρι του με τα δάχτυλα ενωμένα. Πετάχτηκε όρθιος. Το κορμί του ίσια προς τα πάνω. Χόρευε αργά σχεδόν ακίνητος κοιτώντας προς τη δύση σαν να παραδεχόταν εκείνη τη δύση ίδια όπως την είχε δει πρώτη φορά μικρό παιδί. Αν και γέροντας τα πόδια του με πάτημα τέτοιο που βροντούσε και κάτω απ' τα πλακάκια. Άκουσαν και κατέφτασαν ο νταουλιέρης με τον λυράρη. Άκουσαν και έτρεξαν γυναίκες με χέρια που μύριζαν σαπούνι και αμμωνία, ενώ τις ακολουθούσε μια αύρα από λιβάνι με παραγινωμένα φρούτα. Στάθηκαν όρθιες σε οριζόντια σειρά με τα κεφάλια τους να στηρίζουν το δοκάρι του υπόστεγου. Άλλες ήταν στη γωνία ξυπόλητες, τα χείλη τους χωρίς κραγιόν με το δικό τους χρώμα. Διέγραφαν αβρά καμάρι της γενιάς, κουράγιο της ζωής, αλλά και ανεπαίσθητα μαριολιά της κόρης, ζαβολιά και φαρμάκι του ανολοκλήρωτου. Στέρεες, με τα χέρια τους διπλωμένα κάτω από τα στήθη περίμεναν το ρυθμό. Αυτές δε σηκώνανε μα και μου και ζοριλίκια, πιστόλια και μαχαίρια ζούλα ανάμεσα στα κρεμμύδια. Αστόλιστες πλάγιαζαν με τα αρσενικά. Είχαν καρδιές χωρίς δόλο, και κάμποση πρόνοια που διόρθωνε και τον πιο στραβό, και αν αδιόρθωτος, ας πήγαινε να πνιγεί στην Κλεισούρα. Συγκαταβατικές, αλλά και μ' άγκιστρα στις άκρες των ματιών, κρατούσαν τεφτέρι για τις μαγάρες, γκιόσες, σφίγγες, κανάγιες, διπλοπρόσωπες και δολερές κυράτσες ώστε ξέμπαρκες όπως τύχει στις κοσμικές ταβέρνες με τους σκάρτους.

«Πριν το χάραμα μονάχος εξεπόρτισα» ακούστηκε με βαθύ γλυκό τόνο η φωνή του αγοριού απ' την Κίο.

Μια γυναίκα ανέβασε το πόδι της να σηκωθεί, η φούστα της έφτασε στα λαγόνια και όπως πέρασε πλάι μου πέρασε και ένας αέρας σαν αυτόν τον ανελέητο του Αιγαίου στην παραλία τής Πάρου τη νύχτα που είχα καθίσει κάτω από τον μεγάλο κέδρο τα κύματα έσπαζαν σα γυαλάκια Μύρωνα τον είχες καλέσει Εσύ ακοίμητο από τότε διάχυτο κοντά μου. 

Σταμάτησε, έβγαλε το σακάκι του, και τραβώντας μια αδειανή καρέκλα, το κρέμασε σα να το φορούσε. Με το αριστερό χέρι κράταγε το τάστο. Στο άλλο, η πενιά του καθαρή στις χορδές του μπουζουκιού που είχε έρθει η ώρα του να το ακουμπήσει στο λευκό του πουκάμισο. Καθόταν κάτω τώρα με το αριστερό πόδι προτεταμένο και έπαιζε να ανοίξει η πληγή των πιο ενδόμυχων. Ένας άντρας στην ακμή του σπάει στα χέρια την καρέκλα που καθόταν, στα δάχτυλά του το γυαλί από το ποτήρι που έπινε. Μασούσε το γυαλί. Ένα φορτηγό απ' έξω κόρναρε, ο οδηγός φώναξε με βαριά προφορά: «Πού 'σαι, μωρή χαμούρα!» Μια γυναίκα ανέβασε το πόδι της να σηκωθεί, η φούστα της έφτασε στα λαγόνια και όπως πέρασε πλάι μου πέρασε και ένας αέρας σαν αυτόν τον ανελέητο του Αιγαίου στην παραλία τής Πάρου τη νύχτα που είχα καθίσει κάτω από τον μεγάλο κέδρο τα κύματα έσπαζαν σα γυαλάκια Μύρωνα τον είχες καλέσει Εσύ ακοίμητο από τότε διάχυτο κοντά μου. Άκουγα την ανάσα του στο αφτί μου πάνω στην άμμο ξαπλωμένη ανάσκελα στα χέρια του οι ρώγες μου να σχίζονται στα δύο. Όταν όλοι εκεί προσφέρονταν στα μπαρ, τις σκηνές ή τα ενοικιαζόμενα δωμάτια σε συμπλέγματα, εγχειρισμένοι σε τιμολόγιο. Σε όλες τις κατευθύνσεις μια επινόηση ζωής σαν σλόγκαν τουριστικού οδηγού. Εμφιαλωμένοι εραστές, μόλις θα έβγαινε ο φελλός ήδη ξεθυμασμένοι. Η γριά σκυφτή σε τόξο ασβέστωνε από άκρη σ' άκρη και τους έβγαζε τη γλώσσα λέγοντας: «αν ξέρατε πόση χαρά κρύβεται στα σκέλια σας δε θα τη χαραμίζατε». Ξέπλυνε τους εμετούς από ενωμένα ευρωπαϊκά στομάχια. Αμέσως σχημάτιζε με ασβέστη παλαιά σχέδια, χωρίς βιάση, με μια φλογερή υπομονή. Με πάχος τα περιγράμματα και το συναίσθημα του αναχωρητή. Με κιμωλία τις λεπτομέρειες, να έχουν την ανάλογη λεπτότητα τα αρχαία μοτίβα που ίσως και να μην είχε δει αλλά θυμόταν. Η ζέστη με το φως του νησιού δεν επέτρεψαν στη γερόντισσα αυτή νοθευμένη σκέψη. Στο πρόσωπό της γύρω από τα μάτια είχε από όταν γεννήθηκε την σκιά αυτού του φωτός. Θα πήγαινε εκεί όπου ήταν το εικονοστάσι. Ήξερε το πεζούλι και ας είχε ανακαινιστεί σε κτιστό καναπέ του μπαρ La louna. Εκείνη σα να ήταν μέσα σ' ένα διάφανο κενό, που την έκανε να βλέπει καθισμένους στο πεζούλι τις προγόνους της με τα χέρια διπλωμένα στα στήθη όλο ήλιο, άνεμο, μυρωδιές και χρώματα. Θα βάλει πάλι στη θέση του το κολλαρισμένο πλεκτό. Ανάβοντας το καντήλι να αχνοφέγγει γύρω τα μικρά εικονίσματα και ειδώλια. Θα τα συγύριζε πάλι όλα ελέγχοντας ξανά και ξανά γιατί αν δεν το έκανε δέ θα υπήρχε ούτε αληθινό εικονοστάσι ούτε αληθινή γριά. Ύστερα θα πήγαινε στο ύψωμα εκεί που έβλεπε ως πέρα στο οριζόντιο πέταγμα των γλάρων να έρχεται η Μικρά Ασία να διασταυρώνεται με το ράγισμα του καθρέφτη του καφενείου όπου ήμασταν Πέραμα.

Μάρτυ Λάμπρου

marty lamprouInfo
Η Μάρτυ Λάμπρου γεννήθηκε στη Λιβαδειά και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε παιδαγωγική, μουσικοκινητική και κουκλοθέατρο στο ΙΕΚ ΑΚΜΗ. Έχει εκδώσει τη νουβέλα "Το κόκκινο κουτί" (Λ. Χρηστάκης, 1997), τη συλλογή διηγημάτων "Κόπιτσες" (Οσελότος, 2010, Βραχεία λίστα του περιοδικού Διαβάζω, 2010), το μυθιστόρημα "Με λυμένο χειρόφρενο" για το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο του ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών. Τελευταίο της βιβλίο είναι η συλλογή διηγημάτων "Ενοικιάζεται το παρόν" (εκδ. Κέδρος). 
 
 
 
 
  
 
 
 
 
 
  
***
 
ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ

Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. .
Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επανακτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική και συντακτική επιμέλεια. 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Κτητική αντωνυμία

Κτητική αντωνυμία

Της Τασούλας Τσιλιμένη

Μπήκε, γύρισε το κλειδί στην πόρτα και έβγαλε τα παπούτσια. Τρεις μέρες έλειπε. Όχι, δεν επέστρεφε από ταξίδι. Ήταν το συνηθισμένο δρομολόγιο κάθε βδομάδας. Είκοσι χρόνια τώρα. Δε...

Γυμνός

Γυμνός

Της Θεοδοσίας Σαρδελή

Προσγειώθηκε στην Αθήνα μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα. Είχε έρθει για να υπογράψει και να φύγει το επόμενο βράδυ. Δεν είχε ειδοποιήσει κανέναν και έτσι με τη χειραποσκευή του κατευθύνθηκε στην πιάτσα τ...


Κάτι άλλαξε

Κάτι άλλαξε

Της Ειρήνης Γαβαλά

Αποθήκη. Εκεί όπου συνωστίζονται πράγματα, άλλα χρήσιμα, άλλα αφημένα από καιρό, τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, όμως όλα μαζί στη λήθη της καθημερινότητας. 

Ανάβε...


Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Λειτουργώ σαν παλμογράφος των αισθημάτων των ηρώων μου»

«Λειτουργώ σαν παλμογράφος των αισθημάτων των ηρώων μου»

Η Αργυρώ Μποζώνη συνομίλησε με την Ιωάννα Καρυστιάνη, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της «Χίλιες Ανάσες» (εκδ. Καστανιώτη).

Της Αργυρώς Μποζώνη

...
Σαβουάρ Βιβρ, ξανά στο θέατρο

Σαβουάρ Βιβρ, ξανά στο θέατρο

Μια παράσταση σε σύλληψη, δραματουργία και ερμηνεία της Χριστίνας Ροκαδάκη και του Νεκτάριου Σμυρνάκη.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Ένα πλήθος εκστατικό, κι απόψε στη Στέγη

Ένα πλήθος εκστατικό, κι απόψε στη Στέγη

Για την παράσταση «Crowd» σε σύλληψη, χορογραφία και σκηνογραφία της Gisèle Vienne, η οποία παρουσιάζεται και απόψε στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.

Του Νίκου Ξένιου

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube