«Πέπη, κουμπώσου!» / επενδύσεις

Εκτύπωση

tafos poleitaiΤου Αλέξανδρου Αδαμόπουλου

Α΄. «Πέπη κουμπώσου!»

Ο θείος Κωνσταντίνος απ' το 1930 κάτι, ήτανε λέει παντρεμένος, γιατί "Δεν γινόταν αλλιώς"... Σε έναν μάλλον δυστυχισμένο γάμο· με τη Θεία Πέπη. Ούτε λόγος βέβαια για διαζύγιο εκείνα τα χρόνια. Δεν είχαν παιδιά. Ζούσαν και δεν ζούσαν μαζί. Πάντως όταν γεννήθηκα εγώ, τότε με τους σεισμούς τού Ιονίου, ο θείος ήταν ήδη Υπουργός και για 4-5 χρόνια έμενε μόνος του στο σπίτι μας στην Αθήνα. Μετά, ζούσαν μαζί πάλι. Μία πολύ παράξενη σχέση δηλαδή, που ίσως και να φανέρωνε μια κρυφήν αγάπη.

Αρκετά χρόνια μετά το θάνατο τού πατέρα -και τού θείου· δυο μήνες μετά, εγώ φοιτητής πια, την πλησίασα περισσότερο τη θεία Πέπη: Ήτανε, λέει, ήδη χωρισμένη το 1930 - άκου χωρισμένη, τότε· και μάλιστα με μια κορούλα σχεδόν ανάπηρη, όταν σ' ένα χορό, σ' ένα bal masqué, γνώρισε τον θείο· που δεν φορούσε μάσκα, δεν χόρευε διόλου καλά και γλιστρούσε άγαρμπα κάθε τόσο πάνω στο γυαλιστερό παρκέ· μα την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα... Τη γνώρισα καλά τη θεία Πέπη, που σαν προσωπικότητα, μα και οπτικά ακόμη, ήτανε κάτι μεταξύ Μελίνας Μερκούρη και Κατίνας Παξινού. Απίστευτος τύπος· άλλου παππά ευαγγέλιο. Με τα πολύ καλά γαλλικά της, με το πιάνο της, με τον κοσμοπολίτικο αέρα της, με την ελευθεροστομία, το χιούμορ και το μπρίο της, χωρίς κανένα νεοελληνικό κόμπλεξ. Ό,τι πιο διαφορετικό απ' το στυλ τού θείου Κωνσταντίνου. Για τον οποίον όμως πάντα μού μιλούσε με τον πιο μεγάλο σεβασμό, χαμηλώνοντας τον τόνο τής φωνής.

Η θεία Πέπη λοιπόν, που στα παιδικά μου χρόνια υπήρχε μα και δεν υπήρχε, και θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο βιβλίο γι' αυτήν, δεν πολυφαινόταν πουθενά. Γινόταν μάλιστα όσο μεγαλύτερη προσπάθεια να μην πηγαίνει σχεδόν ποτέ στο Δερβένι και γενικά σ' όλο το νομό Κορινθίας, γιατί η εκρηκτική παρουσία της, αλλά και η εμφάνισή της, εκείνα τα χρόνια, θα ήτανε σκέτη καταστροφή για τον Υπουργό... Κάποια φορά ωστόσο, το καλοκαίρι του '58, όταν εμείς παραθερίζαμε ήδη, ο θείος κατέβηκε στο Δερβένι. Μαζί με την θεία Πέπη. Και φυσικά έμειναν στο σπίτι· που όσο ήταν δικό μας, άλλο τόσο ήταν και δικό του.

Μη στα πολυλογώ:

Καταλαβαίνεις τι σήμαινε η επίσκεψη ενός Υπουργού για μια μέρα σ' ένα χωριό, τότε: Ουρά· όχι μόνο στο διάδρομο και σ' όλη τη σκάλα, μα εκατό μέτρα κι έξω στο δρόμο... Στίφη, πλήθη αμέτρητα παρέλασαν εκείνο το πρωινό απ' το σπίτι: Καθένας να φανεί, να χαιρετήσει, κάτι να πει και κάτι να ζητήσει...
Εγώ, πανευτυχής, πέντε χρόνων, όρθιος δίπλα του, σοβαρός, ολότελα σιωπηλός, άκουγα πολύ προσεχτικά τα πάντα κι έκοβα φάτσες· τι λέει και πώς τα λέει καθένας. Θυμάμαι πολλά και διάφορα· όρεξη να 'χεις, να σού πω καμιά φορά. Κάποια στιγμή, ανοίγει η μεσόπορτα και εμφανίζεται από μέσα η θεία Πέπη, τυλιγμένη σε μιαν υπέροχη μεταξωτή robe de chambre, που μόνο κάτι άγιοι, ίσως και κάνας μητροπολίτης πού και πού, φορούσανε στις εκκλησίες. Χαιρετώντας όπως-όπως από 'δω κι από 'κει, έρχεται και στέκει πίσω μου, σκύβοντας προς το μέρος του, κάτι να τού πει στο αυτί, τού Υπουργού. Γέρνει κι εκείνος λοξά πίσω, ελαφρά προς τη μεριά της, και χωρίς ν' αλλάξει διόλου έκφραση, πολύ σοβαρός όπως πάντα, ενώ την ακούει -ή κάνει πως την ακούει- τής λέει, ακριβώς πίσω απ' το κεφάλι μου, πολύ σιγανά, ψιθυριστά, αρκετά δυνατά όμως για να το πιάσω κι εγώ: «Πέπη, κουμπώσου!» και συνεχίζει πολύ σοβαρά την ακρόαση των αιτημάτων των χωρικών, κρατώντας σημειώσεις.

Λίγο μετά, το βράδυ, όταν τρώγαμε όλοι μαζί γύρω απ' το μεγάλο τραπέζι, τη στιγμή που η εντελώς αριστοφάνεια νταντά, φύλακας άγγελος και μαγείρισσα και καλή ψυχή όλου τού σπιτιού· η Παναγιώτα η χοντρή -νταρντάνα σαραντάρα τότε- αναψοκοκκινισμένη απ' την κουζίνα όπου μαγείρευε με ξύλα· τη στιγμήν ακριβώς που ήτανε πίσω μου βαστώντας την πιατέλα με τις γόπες κι έγερνε πάνω απ' τον ώμο μου για να μού δώσει κι εμένα· εγώ πιθηκοπαπαγαλίζοντας αναιδέστατα και χαριτογλωσσώντας λεύτερα, στρέφομαι και τής λέω πολύ σοβαρά:
«Πέπη, κουμπώσου!»

Ε... καταλαβαίνεις τι έγινε τότε...

* * *

Β΄. Επενδύσεις...

Οι τηλεφωνικές οχλήσεις τού εξάδελφου Θάνου, παραδόξως, είχαν πυκνώσει πολύ τώρα τελευταία. Χθες μόλις, βρέθηκε επιτέλους κι ο νεαρός υπομηχανικός, που συμφώνησε να πάμε να τού δείξω το χτήμα στη Λυγιά, για να μού κάνει ένα τοπογραφικό, να το 'χω, μπας και φανεί κάποιος επενδυτής και θέλει ν' αγοράσει· ποτέ δεν ξέρεις. Σήμερα η μέρα ήταν πολύ καλή. Οπότε πρωί-πρωί ξεκίνησα κι εγώ να πάω στο πατρικό μου στο Δερβένι, που είχα να τού μιλήσω απ' τα τέλη τού Νοέμβρη, όταν βρεθήκαμε εκεί, μ' έναν Λιβανέζο: Μεσίτης λέει· λήσταρχος, δολοφόνος κανονικός, που γυρίζει εδώ κι εκεί, ψάχνοντας θύματα, στοχεύει, κι αγοράζει μπιρ παρά.

Έφτασα γύρω στις εννιά το πρωί. Πανέμορφη μέρα, πλημμυρισμένη μέσα στο φως τού ήλιου. Νέκρα όμως στο χωριό. Απόλυτη ερημία, εκεί που άλλοτε έσφυζε από ζωή τέτοιαν ώρα. Πόρτες και παράθυρα παντού κλειστά. Σιωπή. Ακινησία. Ούτε μαθητές στον δρόμο, ούτ' ένα τίποτε απλωμένο στα μπαλκόνια, να πάρει μια στάλα ήλιο. Στα σκοτεινά, σαν σκιές εδώ κι εκεί, σιωπηλά, σαν τα ποντίκια, σαν κατσαρίδες πίσω απ' το πάγκο τους, κάποιοι μαγαζάτορες κοιτούν απ' το βάθος, παραπονιάρικα, τον έρημο δρόμο έξω.

Ο Θάνος, εντελώς ημίπληκτος, πολύ γερασμένος, αφού φρέναρα σχεδόν πάνω του, τη στιγμήν ακριβώς που ξεπρόβαλε τρεκλίζοντας πάνω στο μπαστούνι του, απ' τη γωνιά τού σπιτιού του -δίπλα στο δικό μου- και τού κόρναρα κιόλας χαιρετώντας τον, αναβοσβήνοντας ακόμη και τα φώτα για να τον βγάλω απ' τον λήθαργό του, κρίθηκε να με αναγνωρίσει. Σα να 'μουν κάποιος ολότελα άγνωστος.
- Α... Κάτι σε θέλω... Θα είμαι στο καφενείο... μού λέει.
- Καλά, θα έρθω κάποια στιγμή· άσε να ξεμπαρκάρω.

Νοιώθω κι εγώ ο ίδιος σα να 'μαι άγνωστος εδώ. Ξένος. Με κατακλύζει αυτό. Νοιώθω σα να έρχομαι από άλλη γη, από άλλη χώρα: Σα να 'ρχομαι πρώτη φορά σ' έναν τόπο μολυσμένο. Σ' ένα κάτι που είναι σε αυστηρή καραντίνα: Από χολέρα. Από πανούκλα. Από ένα κάτι πολύ επικίνδυνο, που όλοι το αποφεύγουν. Δεν ακούγεται τίποτε ανθρώπινο, κι ας είναι τώρα, σήμερα, όλα λουσμένα μέσα σ' ένα τέτοιο υπέροχο φως. Δεν καταλαβαίνω: Σα να βλέπω μια κομμένη ταινία. Βουβή. Δίχως ήχο. Δίχως δράση. Σα να γυρίζει μόνη της μια σπασμένη κάμερα, σ' έναν δρόμο που έχει αδειάσει από κάθε ζωή. Σα να 'φυγε κάθε, μα κάθε ζέστη ζωής. Κι όλο το αίμα, σαν ξαφνικά να κύλησε μέσα στον βόθρο, χωρίς να προλάβει κανείς να κάνει κάτι. Σαν όλα να σταμάτησαν: Δεν υπάρχει απολύτως τίποτε πια, πουθενά.

Το ξέρω το χωριό από τότε που γεννήθηκα· κι όμως είναι πρώτη μου φορά, τώρα, στα εξήντα έξι, που αντικρίζω αυτό το εφιαλτικό ψυχρό, νεκρικό σκηνικό, όπου με καλωσορίζει, τόσο, μα τόσο ωμά, ο ίδιος ο Θάνατος. Ταχύνω το βήμα, να φτάσω στο σπίτι μου και να μπω μέσα μιαν ώρ' αρχύτερα· κάπως να προστατευτώ τουλάχιστον απ' όλον αυτόν τον ζοφερό θρίαμβο τού θανάτου. Βάζω το κλειδί στην εξώπορτα, έτοιμος να παλέψω με τα φαντάσματα που θα με υποδεχτούν από μέσα.

- Αλέξανδρε!
Ξεδιακρίνω μακριά, μέσα στο φως, τον κυρ-Γιώργο τον Μπαλλή· τον αγαπημένο μου γέροντα, από πολύ παλιά. Ταχύνει το βήμα, ανοίγει την αγκαλιά κι έρχεται τρέχοντας, όσο τον βαστούν τα πόδια του και πέφτει πάνω μου, με κλειστά τα μάτια. Αγκαλιαζόμαστε κι ας μας χωρίζει μια ολόκληρη γενιά.
- Τι κάνεις παιδί μου;
- Εγώ καλά είμαι, εσύ τι κάνεις Γιώργο μου;
- Κι εγώ είμαι καλά, σαν Γιώργος, αλλά...
- Αλλά;
- Πού να το φανταζόμουνα, πως θα το ζούσα κι αυτό το πράμα...
- Ε, καλά ρε Γιώργη· άνθρωποι είμαστε, ανθρώπινα είν' όλα... Τον κόβω λίγο απότομα, γιατί είχα ακούσει πως δυο μήνες πριν, πέθανε η γυναίκα του. Εκείνος όμως συνεχίζει:
- Πού να το φανταζόμουν πως θα ζούσα, για να δω, τώρα στα 96, τη χώρα μου να πεθαίνει πριν από μένα...
- Τι λες ρε θηρίο· 96 είσαι;
- Ναι αμέ· πόσο θες να 'μαι; Πώς αλλιώς θα θυμόμουν τον πατέρα σου και το θειό σου; Πώς αλλιώς θα θυμόμουνα τη μάνα σου; Δυο χρόνια μεγαλύτερος από την κυρά-Μαρίνα είμαι· θεός σχωρέσ' τηνε... Πολεμήσαμε γι' αυτή τη χώρα. Χύσαμε αίμα. Ονειρευτήκαμε... Πιστέψαμε. Είχαμε ηγεσίες τότε... Ο πατέρας σου, ο μπάρμπας σου... Δουλέψαμε... Προσπαθήσαμε, χτίσαμε. Δημιουργήσαμε! Και να φτάσω· τώρα, στα 96 μου, να βλέπω την πατρίδα μου να πεθαίνει!... Ο γιός μου είναι σαν εσένα· ένα δυο χρόνια πιο μικρός. Η κόρη μου λίγο πιο κάτω... Και να φτάσουνε να κάνουν αποποίηση κληρονομίας, σ' αυτά που τους άφησε η μάνα τους... Ακούς· στο Θεό σου: Η μάνα τους! Εμείς οι πολίτες είμαστε τώρα διωκόμενοι, και δίνουμε τη θέση μας σε κάθε γύφτο... Και αν τολμήσουμε να τα πούμε πάρα έξω αυτά, θα μας περάσουν από δίκη, και θα μας καταδικάσουν κιόλας!...

Δεν το άντεχα άλλο. Ήθελα να βάλω τα κλάματα. Βαστιόμουν μόνο και μόνο γιατί ήξερα πως έχουμε γίνει θέαμα, έτσι στη μέση τού έρημου δρόμου και όλοι μάς έβλεπαν πίσω απ' τις κλειστές τους γρίλιες...

Μπήκα μέσα στο σπίτι και κοντραρίστηκα με τα φαντάσματα: Άνοιξα τα παντζούρια και χύμηξε μέσα το φως τού ήλιου. Η αυλή είν' έτοιμη να εκραγεί. Τα πρώτα ζούμπερα αργοξυπνούν μεθυσμένα. Και η δάφνη που την έχω σταμπάρει από πέρσι και με νοιάζει πολύ· έτσι λοξά κάτω απ' τη βεράντα, έχει πάρει κιόλας πάνω της κάνα μέτρο μπόι: Η φύση δεν αστειεύετ' εδώ....

Χτυπά το τηλέφωνο: Ο Κολέας· ο Νίκος ο Μούγιος, ο μπακάλης, που με είδε -μπορεί και να με άκουσε- στον δρόμο να μιλώ λίγο πριν με τον γέροντα. Μην τύχει, λέει, και δεν περάσω απ' το μαγαζί να τα πούμε. Πάω. Παίζαμε μπάλα μαζί, πριν μισόν αιώνα.
- Προσπαθώ να διαχειριστώ -τώρα στα εξήντα πέντε μου- την ανέχεια και την απόλυτη αποτυχία... Ξεφτίλα... Μπάζει από παντού... Δεν μπορεί να γίνει τίποτε πια σ' αυτή τη χώρα, στο υπογράφω· αύτανδροι θα πάμε... Ευτυχώς που ο μικρός μου γιος, κατάφερε να φύγει και είναι σερβιτόρος τώρα στο Λονδίνο...

Τα 'χω χαμένα... Γυρνώ στο σπίτι πάλι, μπας και ζεσταθώ από μια καινούργια ηλιαχτίδα. Όμως η σπασμένη μαρμαροποδιά στη μπαλκονόπορτα τού δωματίου μου, και το σάπιο παντζούρι γυρεύουνε πιεστικά το μερτικό τους· το νερό τής βροχής αργοκυλάει ανεμπόδιστα και γλείφει το πάτωμα. Η ζωή -όπως και η φύση- δεν αστειεύεται...
Χτυπάει το τηλέφωνο ξανά: Ο ξάδελφός μου ο Θάνος πάλι. Τον είχα ξεχάσει εντελώς: Ο.Κ να τα πούμε. Πηγαίνω στο καφενείο. Όλα τα μάτια πάνω μου. Είμαι το γεγονός τής ημέρας. Δεν είναι δύσκολος ο ρόλος αυτός· τον έχω μάθει από μικρός: Ένα δυο βλέμματα δήθεν οικεία, μια δυο χαιρετούρες, κάνα γελάκι και δυο τρία χτυπήματα στην πλάτη: Αυτό δηλαδή που όλοι πια ονομάζουνε Πολιτική, στις μέρες μας. Ο Θάνος, πανευτυχής, ψιθυρίζει τάχαμου διακριτικά αριστερά και δεξιά για μένα: "Ξάδερφός μου· γιος του κυρ-Σπύρου, ο ανιψιός τού Υπουργού..." Και βλέπεις πόσο εύκολ' ανεβαίνει κανείς κάνα δυο σκαλοπάτια στο cursus honorum...

-Τι είναι ρε Θάνο και με ψάχνεις τόσες μέρες; Τι με θες· πες μου.
- Στο νεκροταφείο έχετε έναν τάφο;
- Έλα Παναγία μου, τι σ' έπιασε πρωί-πρωί;
- Έχετε;
- Ναι, αμέ. Και βέβαια έχουμε· τον οικογενειακό τάφο.
- Τον χρησιμοποιείτε;
- Τι θα πει αν τον χρησιμοποιούμε· είσαι με τα καλά σου; Είναι θαμμένοι εκεί, απ' το 1860 τόσο, ο προ-προπάππος ο Κωνσταντής και η Κατίγκω. Μετά· ούτε κι εγώ τώρα θυμάμαι πότε, η προγιαγιά η Σοφία και ο προπάππος ο Άγγελος... Ο παππούς ο Παναγιώτης απ' το 1942. Η γιαγιά η Μαρία, μετά. Είναι θαμμένος ο πατέρας μου εκεί, ο θείος ο Κωνσταντίνος, η μάνα μου, η θεία Κατίνα...
- Ναι, το ξέρω...
- Ε λοιπόν;
- Τον πουλάς;
- Μη χειρότερα! Αυτό με ήθελες ρε συ; Γι' αυτό με ψάχνεις: Να με ρωτήσεις αν πουλώ τον οικογενειακό μας τάφο;
- Ναι.
- Δεν είμαστε με τα καλά μας! Όχι βέβαια· δεν τον πουλάω!
- Γιατί;
- Γιατί τον θέλουμε· και εγώ και ο αδελφός μου...

Οπότε, με έναν πολύ πικρό λυγμό στον λαιμό, γύρισα στο σπίτι πάλι, έκλεισα το ετοιμόρροπο παντζούρι και τη σάπια του μπαλκονόπορτα, έκλεισα το νερό, έκλεισα το φως, κλείδωσα πίσω μου την εξώπορτα με το ρόπτρο, κι έφυγα, απ' το πεθαμένο χωριό. Έφυγα, αφήνοντας πίσω μου λεύτερο τον Θάνατο να συζητά με τα φαντάσματα και τον εξάδελφο Θάνο να ψάχνει ν' αγοράσει τάφο...

  * Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ είναι συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο το ποιητικό έργο Οχιναιλέγοντας (εκδ. Ίκαρος). 

alex adamopoulosInfo
Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος γεννήθηκε το 1953 στην Αθήνα όπου σπούδασε νομικά, σκηνοθεσία και κλασική κιθάρα. Συνέχισε με Sociologie Politique στη Γαλλία, στο Πανεπιστήμιο Paris II. Έχει γράψει πεζά και θεατρικά έργα. Έχει μεταφράσει έργα για το θέατρο. Μεταξύ άλλων, διετέλεσε Γενικός Γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου (1992-94).
 
politeia link more
 
ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΥ
 

 

 

 

 

 

***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. .
Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια. 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΟΓΑ

ΟΓΑ

Του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι και το υπουργικό αυτοκίνητο παρκαρισμένο έξω απ’ το σπίτι μας και τον Σταύρο τον οδηγό, μ’ ένα τεράστιο πουπουλέ...

Μια μεταμόρφωση

Μια μεταμόρφωση

Της Μιλένας Ζαφειροπούλου

Ξύπνησε το πρωί και τίποτα δεν είχε αλλάξει. Τα χέρια του το ίδιο σχήμα, μέγεθος, χρώμα που είχαν και χθες όταν αποκαμωμένος αποκοιμήθηκε στο κάθισμά του. Τα πόδια στη θέση τους. Κανένας πόνος δ...


Στα βαθιά

Στα βαθιά

Της Εύας Πιάδη

…μου έδωσε το ίδιο όνομα με εκείνη. Μου φόρεσε ίδια ρούχα, ίδια όνειρα. Με έντυσε με το χαμόγελό της, με πέταξε στα ίδια αδιέξοδα. Μου ζήτησε να κάνω τις ίδιες χειραψίες, να αντικρύσω τα ίδια μάτια. Με μίσησε, μ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Είδα το παρελθόν να επιστρέφει»

«Είδα το παρελθόν να επιστρέφει»

Για την ποιητική συλλογή του Διονύση Στεργιούλα «Καθόλου ποιήματα» (εκδ. Νησίδες) και την επανέκδοση της μοναδικής ποιητικής συλλογής της Ανθούλας Σταθοπούλου «Νύχτες αγρύπνιας» (εκδ. Οδός Πανός), με εισαγωγή του Διονύση Στεργιούλα.

...
Μάρτιν ΜακΊνες, ένα «ντεμπούτο» με όριο τον ουρανό

Μάρτιν ΜακΊνες, ένα «ντεμπούτο» με όριο τον ουρανό

Για το πρώτο μυθιστόρημα του Martin Maclnnes «Γη χωρίς τέλος» (μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδ. Κριτική).

Του Διονύση Μαρίνου

Οι απιθανότητες μιας αιφνίδια...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Διονύσης Μαρίνος γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Διονύσης Μαρίνος γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, ο Διονύσης Μαρίνος.

Επιμέλεια: Κώστας ...