x
Διαφήμιση

18 Ιουλίου 2018

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:10:33:54 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ Μη γυρίσεις πίσω

Μη γυρίσεις πίσω

E-mail Εκτύπωση

altΤης Αδαμαντινής Καβαλλιεράτου

Σήμερα βγήκα στον δρόμο νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθιζα· ίσα που είχε αρχίσει να χαράζει. Οδήγησα για διακόσια μέτρα πάνω στον χωματόδρομο με κομμένη ανάσα, ώσπου βγήκα στον επαρχιακό Κυλλήνης-Πάτρας και προχώρησα. Τότε παρατήρησα ένα πηχτό σύννεφο πάνω απ’ το κεφάλι μας· όλα τα φρόντισα, όμως τον καιρό δεν τον κοίταξα.

Για έναν χρόνο έκανα ετούτη τη διαδρομή δυο φορές τη βδομάδα. Ξυπνούσα χαράματα, έπινα έναν καφέ στα γρήγορα κι άρχιζα να συγυρίζω όσο πιο ήσυχα μπορούσα, μην τύχαινε και τον ενοχλήσω ενώ κοιμόταν. Χοντρές δουλειές δεν έκανα· κοιτούσα να είναι εντάξει τα σημεία που θα περνούσε όταν σηκωνόταν. Το τασάκι πλάι στον καπνό του, το χειριστήριο της τηλεόρασης στο τραπεζάκι κοντά στην πολυθρόνα, ένα φαγητό στην κατσαρόλα. Έπειτα έτρεχα να ξυπνήσω το κορίτσι. Μόλις που την ακουμπούσα και πεταγόταν. Της έκανα νόημα και μ’ ακολουθούσε στην κουζίνα. Δεκαπέντε χρονών είχε φτάσει κι εγώ έκοβα μικρές μπουκιές ψωμί με μέλι και την τάιζα. Την κοίταζα που μασούσε κι αναρωτιόμουν, για πόσο ακόμα; Σε λίγους μήνες θα τελείωνε το γυμνάσιο και ο πατέρας της είπε: τέρμα. Κι αν συνέχιζε; τον ρώτησα. Όχι, απάντησε, θα πάρουν τα μυαλά της αέρα· θα θέλει να φύγει και τι θα απογίνει ο αδερφός της αργότερα; Μόλις την ξεπροβόδιζα για το σχολείο, έπαιρνα τον μικρό αγκαλιά, τον έβαζα στο αυτοκίνητο και για σαράντα λεπτά προσπερνούσαμε χωράφια με καρπούζια, κολοκύθες και καλαμπόκια.

Mε τους αγκώνες ακουμπισμένους στο ανοιχτό παράθυρο, κοιτούσα την πεδιάδα μέχρι εκεί που ενωνόταν με τον ορίζοντα. 

Θυμάμαι μικρή που πήγαινα με τον πατέρα να πουλήσουμε τη σοδειά. Καθόμουν πλάι του, με τους αγκώνες ακουμπισμένους στο ανοιχτό παράθυρο και κοιτούσα την πεδιάδα μέχρι εκεί που ενωνόταν με τον ορίζοντα. Έπειτα από λίγο ζαλιζόμουν, έκλεινα τα μάτια κι ονειρευόμουν πως έφευγα για πάντα, μα σε δυο λεπτά τα ξανάνοιγα. Είχε κάτι άγριο το ονείρεμα αυτό και δεν το άντεχα. Λόγια για να το περιγράψω τότε δεν είχα. Τώρα λέω πως καμιά φορά η απλωσιά αντί να ανοίγει δρόμους βάζει αόρατα εμπόδια. Όμως πια ήξερα και δεν αφηνόμουν να κοιτάξω στα πλάγια. Ήταν κι ο δρόμος επικίνδυνος· μέρα δεν περνούσε που να μη γινόταν ατύχημα. Κάθε πενήντα μέτρα κι ένα εικονοστάσι. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε χρειαστεί να σταματήσω. Καλούσα αμέσως ασθενοφόρο, μα ώσπου να έρθει, κι αν ήταν διαθέσιμο, περνούσε ένα εικοσάλεπτο. Τις περισσότερες φορές δεν ήταν σοβαρό. Υπήρξαν όμως κάποιες που σαν τις σκέφτομαι, ακόμα θέλω να ουρλιάξω. Κάπου κάπου, όταν ήμασταν εγώ κι ο μικρός στον δρόμο, σκεφτόμουν πόσο εύκολο θα ήταν να αφεθώ και τι θα πείραζε ένα ακόμη εικονοστάσιο στον κάμπο· ήταν που πίσω στο χωριό μάς περίμενε κάθε φορά και το κορίτσι.

Αλλά σήμερα ήταν αλλιώτικα· θα είχα μαζί και τα δυο παιδιά μου. Δέκα μέρες τα ’χα όλα σχεδιασμένα. Όχι πως δεν το σκεφτόμουν νωρίτερα – μήνες ολόκληρους μού τριβέλιζαν το μυαλό στο κέντρο που πήγαινα τον μικρό. Στην αρχή δεν άντεχα που τους άκουγα. Είπα να σταματήσω, μα το παιδί ήταν πιο ήρεμο κι είχε αρχίσει να λέει και κάποια λόγια. Μας είπε κι ο γιατρός πως αν συνέχιζε τις θεραπείες μπορεί και να κατάφερνε να δουλέψει στο μέλλον στα χωράφια, κι ίσως αν του βρίσκαμε καμιά κοπέλα να παντρευόταν.

Χθες είπα στον άντρα μου να πάρω μαζί και την κόρη μας, να τη δουν στο νοσοκομείο. Γυναίκα έχει γίνει, του είπα, και δεν έχει περίοδο ακόμα. Εκείνος γρύλισε κι έφυγε για το καφενείο. Γύρισε μεσάνυχτα κι ήρθε στο κρεβάτι μας. Όσο έκανε ό,τι έκανε, σκεφτόμουν: καλύτερα· αν ήταν ευχαριστημένος δεν θα μου έφερνε εμπόδια. Αφού τελείωσε, μου είπε να μη διανοηθώ να την πάρω μαζί μου στην Πάτρα και μ’ έπιασε το παράπονο· είπα με τον νου μου πως ποτέ δεν θα τα καταφέρω. Τότε τον άκουσα πλάι μου να κλαίει κι εκείνος. Για τη μάνα του θα έκλαιγε πάλι που πέθανε πριν από λίγο καιρό. Της είχε αδυναμία, έλεγε, κι ας της έπαιρνε τη σύνταξη να την παίξει στο Στοίχημα. Εκείνη ήταν ήσυχη γυναίκα. Δέκα χρόνια ζήσαμε μαζί και δεν μου ’πε κακή κουβέντα. Λίγο προτού φύγει, μια μέρα που την έκανα μπάνιο, μου έδειξε σ’ ένα σημείο κάτω από τον νιπτήρα. Αργότερα που πήγα να κοιτάξω, βρήκα ένα πλακάκι κούφιο που ’χε μέσα έναν πάκο χαρτονομίσματα, κάποια χαρτιά και μία φωτογραφία. Στη φωτογραφία ήταν η Μαρίνα, μια κοπέλα που ήξερα πως ήθελε ο άντρας μου όταν ήμασταν παιδιά. Από τότε που εκείνη έφυγε να σπουδάσει στην Αθήνα δεν την είδε ξανά. Εγώ πάλι αγαπούσα ένα παιδί που το ’λεγαν Θωμά. Μένει δυο σπίτια πάνω απ’ το δικό μας, έχει παντρευτεί μια γυναίκα από τη Μολδαβία κι έχουν δυο κοριτσάκια. Δεν φαίνεται να με νοιάζεται πια, όμως όταν με συναντάει μου φέρεται ευγενικά· εγώ τον σκέφτομαι πού και πού ακόμα.

Σήμερα το πρωί σηκώθηκα να κάνω το πρόγραμμα όπως συνήθιζα. Όταν ήταν να πάει στο χωράφι, μου το έλεγε από βραδύς κι εγώ τον ξυπνούσα, αλλιώς τον άφηνα να κοιμάται ώσπου να γυρίσω από την Πάτρα. Όταν τον είδα ξύπνιο κι έτοιμο με τα ρούχα της δουλειάς, αναθάρρησα. Αφού τον ξεπροβόδησα, πήρα ό,τι είχα μαζεμένο στον πάτο της ντουλάπας, σήκωσα τα παιδιά κι έφυγα.

Ήταν όμορφη κι ας της έκοβα τα μαλλιά αγορίστικα. Κι αυτό που είπα στον πατέρα της για τα έμμηνα ψέματα ήταν, δυο χρόνια πριν ξεκίνησαν, μα έκανα ό,τι μπορούσα να την κρατήσω παιδί ακόμα· τον είχα δει πως την κοιτούσε όταν γύριζε μεθυσμένος τα βράδια.

Το σύννεφο τώρα είχε κατέβει χαμηλά και μικρές μπάλες χαλαζιού άρχισαν να πέφτουν πάνω στο παρμπρίζ μας. Έριξα μια ματιά απ’ τον καθρέφτη στο αγόρι μου στο πίσω κάθισμα. Έτσι όπως κοιμόταν με το στόμα ανοιχτό, το πηγούνι του είχε γεμίσει σάλια. Είπα στην αδερφή του που έπαιζε με το κινητό πλάι μου να το σκουπίσει με μια πετσέτα. Όχι, μου απάντησε, είναι σίχαμα. Την άρπαξα απ’ το χέρι και την ταρακούνησα. Σίχαμα ξεσίχαμα, χωρίς αυτόν δεν ’χες ελπίδα, της είπα. Δεν ήξερε τι εννοούσα, μα αν πήγαιναν όλα καλά σύντομα θα καταλάβαινε. Λίγο μετά γύρισα και την κοίταξα. Ήταν μουτρωμένη, μα εγώ είχα μαλακώσει και της χαμογέλασα. Ήταν όμορφη κι ας της έκοβα τα μαλλιά αγορίστικα. Κι αυτό που είπα στον πατέρα της για τα έμμηνα ψέματα ήταν, δυο χρόνια πριν ξεκίνησαν, μα έκανα ό,τι μπορούσα να την κρατήσω παιδί ακόμα· τον είχα δει πως την κοιτούσε όταν γύριζε μεθυσμένος τα βράδια.

Συνεχίσαμε στον δρόμο σταθερά, ώσπου μαύρισε ο τόπος και το χαλάζι άρχισε να πέφτει πάνω μας με φόρα. Έκοψα ταχύτητα για λίγα λεπτά ώσπου ξεθύμανε και εμφανίστηκε ο ήλιος ξανά. Τότε είδα στα δέκα μέτρα δεξιά ένα κόκκινο αγροτικό μέσα στο χαντάκι γυρισμένο ανάποδα. Σκέφτηκα πως ο Θωμάς, ο άντρας που κάποτε αγαπούσα, είχε ένα αυτοκίνητο στο ίδιο χρώμα. Μου κόπηκε η ανάσα, μα είπα στον εαυτό μου πως κι άλλοι δεκάδες απ’ τα γύρω χωριά σίγουρα είχαν παρόμοιο αγροτικό, κι αν δεν τύχαινε να περνούσα κοντά στο χωράφι του ούτε που θα περνούσε απ’ το μυαλό μου τέτοια ιδέα.

Όποιος έχει ζήσει σ’ αυτόν τον τόπο ξέρει πως το χαλάζι είναι συμφορά και πως λίγα λεπτά αρκούν για να καταστραφεί ό,τι έσπερνες το προηγούμενο διάστημα. Κι ο άντρας μου θα είχε κινήσει για το σπίτι σίγουρα. Αν κλειδωνόταν στο μπάνιο, όπως έκανε όταν κάτι δεν πήγαινε καλά, θα άνοιγε την κρυψώνα του να παρηγορηθεί και θα τα καταλάβαινε όλα. Θα έμπαινε τότε στο αγροτικό και θα πατούσε διακόσια. Είχα πια φτάσει σε ευθεία με το ατύχημα. Κοίταξα, μα δεν μπόρεσα να διακρίνω ανθρώπινη φιγούρα, τα τζάμια όπως και τα μάτια μου ήταν θολά. Καθώς προσπέρασα η κόρη μου είπε, μαμά, στάσου· κάτι είδα. Όχι, της ούρλιαξα, της άρπαξα το πρόσωπο και το ’στρεψα μπροστά. Μη γυρίσεις πίσω, της είπα κι εκείνη υπάκουσε και χαμήλωσε τα μάτια. Συλλογίστηκα τότε πως αν συνέχιζα, σε είκοσι χιλιόμετρα θα έφτανα στη διασταύρωση Πάτρας-Αθήνας· κι εκεί όλα θα τέλειωναν. Γιατί ο άντρας μου θα μας αναζητούσε πρώτα στο κέντρο ειδικής αγωγής στην Πάτρα και μέχρι να σκεφτόταν να βγει στον δρόμο για Αθήνα θα ήμασταν ήδη πολύ μακριά. Τράβηξα το κινητό από τα χέρια της κόρης μου, πήρα το εκατόν εξήντα έξι, κι ώσπου να απαντήσουν, πρόλαβα, σκούπισα τα μάτια, πάτησα το γκάζι κι έφυγα μπροστά.

adamantini kavalieratouInfo
Η Αδαμαντινή Καβαλλιεράτου γεννήθηκε το 1979 στην Αθήνα. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής, ενώ διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί στο διαδίκτυο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. .
Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια. 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Όλα λάθως

Όλα λάθως

Της Ayse Orlandi

Το κινητό δονείται για ώρα στο πάτωμα δίπλα σ' ένα μπουκάλι Haig. Ο Στάθης στριφογυρίζει στο κρεβάτι σαν κορμός δέντρου. Είναι η πρώτη νύχτα που κατάφερε να κοιμηθεί εδώ και μια βδομάδα. Κλείνει το κινητό ψηλα...

 Το λιώσιμο των πάγων

Το λιώσιμο των πάγων

Του Δημήτρη Αδαμίδη

Παντρεύτηκε τις καταθέσεις της. Από έρωτα που φούντωσε στα χρόνια. Έρωτας πιστό σκυλί. Ούτε αμφιθυμίες ούτε βάσανα για λίγη χαρά που την πληρώνεις ακριβά.

Συνέλεγε κα...

Σημειώσεις για μια νουβέλα

Σημειώσεις για μια νουβέλα

Του Δημήτρη Φύσσα

Όπου όμως είναι φανερό ότι θα μείνουμε μόνο σε διήγημα

...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Πόσα βιβλία χρειάζεται ο άνθρωπος;

Πόσα βιβλία χρειάζεται ο άνθρωπος;

Του Κώστα Κουτσουρέλη

Το ερώτημα παραλλάσσει βέβαια τον τίτλο του περίφημου διηγήματος του Τολστόι «Πόση γη χρειάζεται ο άνθρωπος;» Σ’ αυτό ο ήρωας, ένας άπληστος γαιοκτήμονας βρίσκει όντως τελικά την απάντηση, πεθαίνοντας πάν...

Περί λαγνείας

Περί λαγνείας

Προδημοσίευση από το βιβλίο της Lydie Salvayre «Περί λαγνείας - Μικρή πραγματεία περί της εκπαίδευσης στη λαγνεία» (μτφρ. Αλέξης Εμμανουήλ, εκδόσεις Utopia).

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης...

Ο ατέρμονος χρόνος των βιβλιοπωλείων της Νέλλης Βουτσινά

Ο ατέρμονος χρόνος των βιβλιοπωλείων της Νέλλης Βουτσινά

Χριστίνα Μπάνου*

Κάθε κείμενο μπορεί να είναι ένας χαιρετισμός, μια ανάμνηση, ένας ξανακερδισμένος χρόνος, μια εκδοχή, ένας εξαγνισμός, ίσως αποχαιρετισμός. Για την πολυαγαπημένη φίλη των βιβλιοπωλείων και της νεότητας Νέλλη Β...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube