Μετανάστες και μεταστάντες

Εκτύπωση

metastantes 700Του Γιάννη Νταουλτζή

Αργά το απόγευμα
Οι πεθαμένοι μαζεύονται
Στην πλατεία για να τηλεφωνήσουν
Στους δικούς τους

Κρατάνε σφικτά την κάρτα
Και στέκονται στη σειρά
Έξω από τον τηλεφωνικό θάλαμο

Οι περαστικοί που τους βλέπουν
Μονολογούν «Από πού ήρθατε πάλι εσείς
γέμισε μετανάστες η πόλη»
Και αυτοί μ' ένα μουρμουρητό τους απαντούν
«Δεν είμαστε εμείς μετανάστες
μεταστάντες είμαστε»
Λεωνίδας Κακαρόγλου, Η πλατεία των πεθαμένων

Ήμουν για ένα χρόνο μέλος της επιτροπής πολιτογράφησης, ως εκπρόσωπος της Εθνικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αμισθί εννοείται, το λέω για τους καλοθελητές. Συνεδριάζαμε σχεδόν κάθε Τετάρτη. Πέντε μέλη. Εγώ ως φιλόλογος εξέταζα τις γνώσεις του ξένου. Αυτού που είδε την ξένη θάλασσα πιο σταθερή απ' τη στεριά της βυθισμένης πατρίδας του, που ταξίδεψε μέρες στο στομάχι ενός φορτηγού , που σύρθηκε κάτω από αγκαθωτούς σκουριασμένους φράχτες, που πέρασε έρπην ανθρωποφάγα ναρκοπέδια στο Έβρο, έχασε φίλους κι αδελφούς σε ανταριασμένα νερά έξω από τη Μυτιλήνη.
Αυτού που μελετούσε ελληνική Ιστορία, Γεωγραφία, Πολιτισμό, Πολιτική, την τοπική ζωή, την επικαιρότητα. Σχετικές ασκήσεις βρίσκονται στο «Βιβλίο Συνοπτικών Πληροφοριών του Υπουργείου», που «κάθε ενδιαφερόμενος θα πρέπει να το έχει διαβάσει εφόσον επιθυμεί την πολιτογράφησή του». Υπάρχουν και λυσάρια. Λειτουργούν και φροντιστήρια. Για να μερώσει η ξενιτιά και να γενεί πατρίδα.
Πολλές από τις ερωτήσεις που έκανα σε αλλοδαπούς ήταν για τις εθνικές γιορτές, την Ελληνική Επανάσταση, την Φιλική Εταιρεία, την μικρασιατική καταστροφή, τον Όμηρο... Τους ρωτούσα για τα μεγαλύτερα νησιά της Ελλάδας, τις θάλασσες που βρέχουν τη χώρα μας, τις Κυκλάδες και από πού πήραν την ονομασία τους, για τα βουνά της Ελλάδας τα ποτάμια της και τις λίμνες της. Και ήταν πολλοί που τα ξέραν καλύτερα κι από μένα. Απόδημοι από τη γλώσσα τους, με φθόγγους που δεν είχαν ακούσει οι γονείς και οι παππούδες τους, ψιθύριζαν για Αλιάκμονες, Πολύφυτο, Ελένη, Πάρη και Μενέλαο.
Το πιο δύσκολο κομμάτι αφορούσε στον Πολιτισμό. Γνωρίζετε από πού πήρε το όνομά της η πόλη της Ολυμπίας; Τι γνωρίζετε για την Κνωσό και τη Φαιστό, την Επίδαυρο και τα Ελγίνεια Μάρμαρα; Έχετε επισκεφτεί τον Παρθενώνα; Τι ξέρετε για την Ακρόπολη; Μπορείτε να αναφέρετε σημαντικούς ποιητές της Ελλάδας και Έλληνες λογοτέχνες; Ξέρετε τον Χατζιδάκι ή τον Θεοδωράκη; Και θυμάμαι, κατατάξαμε με εμπειρική στατιστική, πιθανότατα αυθαίρετη, τους μετανάστες. Οι Αλβανοί ξέρανε τον Καρρά και την Φουρέιρα. Οι πρώην της ΕΣΣΔ μιλούσαν για Ελύτη. Κι άλλοι: «Από ελληνική μουσική δεν ξέρουμε. Ξέρετε, ακούμε μόνο κλασική».
Τα πράγματα ήταν πιο εύκολα όταν φτάναμε στην ενότητα «Πολιτική». Ξέρανε το όνομα του Πρωθυπουργού της Ελλάδας, τι είναι το ΔΝΤ, το μνημόνιο, η Τρόικα. Πολλοί ήταν πάντως αυτοί που κόμπιαζαν, ραγίζανε. Κομμένοι οι δρόμοι πίσω τους κι εμπρός τους το κενό. Ιθαγενείς του τίποτε.
Θυμάμαι τον Γιάσερ. Παλαιστίνιος. Τον ξετινάξαμε. Γιατί ήταν αντάρτης και πολέμησε τους Ισραηλινούς, γιατί ο αδερφός του δεν πολέμησε, αν είναι χριστιανός ή μουσουλμάνος, αν είναι πιστός. Στο τέλος, του ζητήσαμε να τραγουδήσει τον εθνικό ύμνο της Ελλάδας. Το έκανε. Μου είπε κάποιος αργότερα ότι η αίτησή του απορρίφθηκε. Έχασε και τα 1500 ευρώ της αίτησης. Το βράδυ που το έμαθα γύρισα στο σπίτι έπλενα τα χέρια μου, έπλενα τα χέρια μου, έπλενα τα χέρια μου.
Θυμάμαι κι άλλους. Όνομα και ιστορία. Λουντμίλα, Χαλίς, Ιμπραήμ, Αχμάτ, Αλσεκσέκ, Χουσσεΐν, Μαουσούφ, Σαΐντ, Σασάν, Μπιλάλ, Ουμίτ, Καράμ, Βάντα...

Και ψάχνοντας, χώθηκα ανάμεσά τους. Παρίας, άθικτος συγγενής, εκπρόσωπος των εμιγκρέδων της πατρίδας μου, Βούπερταλ, Λεβερκούζεν, Κολωνία, κουβαλώντας φωνές του Καζαντζίδη, του Χαλκιά, της Μοσχολιού και του Τσιτσάνη. Εγώ δισέγγονος του Λούη Τίκα. Πήγαινα σχεδόν καθημερινά στην πλατεία Βικτωρίας, για να πάρω ένα είδος ψωμιού, πίτα περισσότερο, από ένα γεωργιανό φούρνο, που έκανε απίθανα φαγώσιμα. Τριγυρνούσα στα στέκια των ξένων στην πλατεία Αγίου Παντελεήμονα. Σύχναζα στα μαγαζάκια της περιοχής, κι έπινα τον καφέ ή το τσάι που σερβίριζαν. Ψώνιζα από τον μικρό φούρνο σότι και σπιτική τυρόπιτα που τη λένε χατσαπούρι, έβαζα θήκες στο κινητό μου από τα μαγαζάκια Αφγανών. Με συνήθισαν. Κάθε φορά που φεύγω από κει, με αποχαιρετούν χωρίς να δείξουν παραξένεμα, αν και άγνωστοί μου άνθρωποι. Πάντως ποτέ τους δεν επιμένουν να με κρατήσουν στις παρέες τους .
Μπορεί να μην έγινα δεκτός. Περνούσα όμως πιο άνετα από άλλους. Με βοηθούσε η βαθιά αιγυπτιώτικη καταγωγή. Γαμψή μύτη, αραιό γένι, μελαμψός.
Ανέπτυξα την ικανότητα του κρυφακούειν σε απίθανο βαθμό. Θα την ζήλευε όχι μόνο η ΕΥΠ αλλά και η Στάζι. Άκουγα για την Oriana, Χρυσούλα στην Ελλάδα, ήρθε πριν τρία χρόνια. Από το Ροβένκι, μια πόλη πενήντα χιλιάδων ψυχών. Παράνομα ήρθε. Δεν της δίναν βίζα. Ζει με κόκκινη κάρτα, έχει πολιτικό άσυλο αλλά όχι άδεια παραμονής. Χαμογελάει. «Υπάρχει και καλός και κακός κόσμος εδώ», λέει. Αρμένισσα μητέρα, ο πατέρας της Τάταρος της Κριμαίας. Ακούει Jazz και Soul σαν τη Jamala, που το 2016 τραγούδησε το «1944» στη Γιουροβίζιον κι ήλθε δεύτερη όμως πρώτη στο κοινό, λέει με χαρά. Όταν μιλάει για τα παιδιά της δακρύζει, έχει πέντε χρόνια να τα δει και λιώνει. Μιλάνε στο τηλέφωνο. Η μικρή δε θέλει. Ντρέπεται. Ίσα που τη θυμάται.
Κάποιοι μετανάστες με ανέχονται περισσότερο και μου μιλάνε όταν καθόμαστε σε διπλανό τραπεζάκι. Ένας από αυτούς είναι ο Αχμάτ. Κούρδος. Ξεκίνησαν καμιά εικοσαριά από το Ιράκ. Με τα πόδια. Διαδρομή δύσκολη. Δεν μπορείς μόνος. Όλοι άντρες. Περάσαν αδιάβατα βουνά, γκρεμούς και ρουμάνια και φτάσαν με καμένα πόδια και στεγνό λαιμό, κάποιοι με κρυοπαγήματα, στο Ιράν. Εκεί τους περίμενε ο «διαμεσολαβητής». Μεσάζων. Διαπραγματεύεται αγοραπωλησίες, μισθώσεις σωμάτων. Μεσίτης ψυχών. Δουλέμπορος. Πέντε χιλιάδες δολάρια το κομμάτι. Από τη δικιά τους παρτίδα 100.00 δολάρια. Με πλαστή βίζα και διαβατήριο πήγαν με αυτοκίνητα στην Τουρκία. Από κει αλλάξαν αυτοκίνητα και φτάσαν στα σύνορα Ελλάδας - Τουρκίας. Ο διακινητής τήρησε τη «Χαβάλα», τον κώδικα εμπιστοσύνης των ισλαμιστών. Άγραφος νόμος που δε σπάει. Ο δουλέμπορος όμως δεν εμφανίζεται. Τους συνόδευαν δύο ενδιάμεσοι, οι «αναλώσιμοι». Στα σύνορα τους δώσανε μια φουσκωτή βάρκα. Έδειξαν σε έναν απ' την ομάδα πώς να την κουμαντάρει και του γύρισαν τα μισά λεφτά που τους είχε δώσει. Τους είπανε να τραβήξουν προς τα φωτάκια στο βάθος και αν δουν σκάφος των αρχών να τρυπήσουν το φουσκωτό για να τους μαζέψουν, να μη μιλάνε και να μη λένε την καταγωγή τους. Πολιτικό άσυλο έχει ο Αχμάτ. Κόκκινη κάρτα, έχει. Όμως δεν μπορεί να πάει ούτε πίσω ούτε μπροστά. Κρατούμενος με τον νόμο. Θέλει να πάει στη Γερμανία, να δει την αδελφή του και τον ξάδερφο του που ζουν εκεί. Δεν μπορεί.
Με τον καιρό κέρδισα την εμπιστοσύνη του και μου είπε κι άλλες ιστορίες. Μου έδειξε σημάδια. Σαν τον Οδυσσέα στην Πηνελόπη. «Είναι από σιδερογροθιά. Παίζαμε μπάσκετ όταν ήρθαν. Ξαφνικά». Σαν θρέμματα από σκοτάδι. Σαν να ξερνάει η ομίχλη του Κάρπεντερ νεκροζώντανους. Να χύσουν αίμα να μη μολύνει το δικό τους. Καθάρματα, αναζητούν να καθάρουνε, να εξαγνίσουν δικά τους απωθημένα και ελλείμματα. Ογκώδη σώματα χτισμένα στα γυμναστήρια και τις οργανωμένες από το κόμμα παλαίστρες εξάσκησης. Κακοήθεις όγκοι σε πόρτες σκυλάδικων. «Ήταν καμμιά δεκαριά. Φορούσαν μαύρες μπλούζες και κάναν ό,τι έκανε ο πιο μεγαλόσωμος. Φαινόταν για αρχηγός. Μας κύκλωσαν και για λίγη ώρα κοιτούσαν. Μετά μας είπαν να φύγουμε, για να παίξουν αυτοί. Φοβηθήκαμε. Πήγαμε να φύγουμε. Καθώς φεύγαμε ο αρχηγός έκανε σινιάλο και ορμήσανε. Θυμήθηκα τα σκυλιά του Καράμ. Είχε κοπάδι στο χωριό και τέσσερα μεγαλόσωμα τσομπανόσκυλα. Στο λαιμό τούς φορούσε λουρί με καρφιά. Μια μέρα ορμήξανε στην κόρη του Φακίν, την Αλίμα. Τριάντα ράμματα της κάνανε στο νοσοκομείο. Δυο χρόνια δε μιλούσε η μικρή. Την άλλη μέρα ο Καράμ βρήκε τα σκυλιά του σφαγμένα. Τρέξαμε. Ο Γκαμπίρ σκόνταψε κι έπεσε. Χιμήξαν πάνω του. Οι άλλοι φύγανε. Εγώ έτρεξα να τον σηκώσω. Τότε με βαρέσανε. Δεκαπέντε ράμματα έκανα».
Ακούγοντας την ιστορία του Αχμέτ χώθηκε στην κουβέντα ο Σασάν. Σύριος. «Αυτιά» τον φωνάζουνε οι φίλοι του. Γελάει. «Εγώ ήμουν στο Μοναστηράκι. Δούλευα σε ένα σουβλατζίδικο. Έπλενα πιάτα, ποτήρια, σκούπιζα, σφουγγάριζα το μαγαζί, μάζευα τα σκουπίδια, πήγαινα και κουβαλούσα πράγματα στο σπίτι του αφεντικού. Με δάνειζε και στον αδελφό του. Μια φορά, έφευγα από το σουβλατζίδικο. Νύχτα. Σε μια σακούλα κρατούσα κεμπάπια, να τα πάω στο σπίτι. Ήρθαν τρεις μαυροντυμένοι κι αυτοί. Χωρίς κουβέντα. Ένας έβγαλε κάτι από την τσέπη του και μού 'κοψε το αυτί. Φύγαν. Το μάζεψα από κάτω. Στη γωνία ήταν δυο αστυνομικοί με μοτοσυκλέτα. Γέλαγαν. Μετά με πήρε ο ένας και με πήγε στο νοσοκομείο. Δεν μπορέσαν να μου κολλήσουν το αυτί, είχε περάσει αρκετή ώρα. Ο αστυνομικός είπε ότι με βρήκε έτσι και με έφερε. Εγώ είπα ότι κόπηκα κατά λάθος στη δουλειά μόνος μου. Δεν με πίστεψαν. Ένας γιατρός με πήρε κατά μέρος και μου είπε ότι μπορώ να κάνω μήνυση. Δεν ήθελα. Έφυγα. Έχασα και τη σακούλα με τα κεμπάπια. Ακούω όμως μια χαρά».
Με είδαν που κρατούσα σημειώσεις και με πέρασαν για δημοσιογράφο. «Έλα μεθαύριο που θα είναι εδώ ο ... και αν θέλει θα σου πει και μια άλλη ιστορία. Την γράψανε και οι εφημερίδες και οι τηλεοράσεις».
Σχεδόν το είχα ξεχάσει. Την τελευταία στιγμή το θυμήθηκα. Με τη μηχανή ήμουν στην πλατεία Αγίου Παντελεήμονα σε δεκαπέντε λεπτά. Τους βρήκα να κάθονται σε δύο τραπέζια που τα ένωσαν. Εκτός από τον Αχμέτ ήταν άλλοι τέσσερις. Μου τους σύστησε ως Πακιστανούς. Αφού ήρθανε τα τσάγια, πήγα να βγάλω το ορισμένο σημειωματάριό μου. Ένας από την παρέα μού είπε «όχι σημειώσεις, όχι κινητό, όχι φωτογραφίες, όχι ονόματα». Παραξενεύτηκα. Κατάλαβα ότι οι τρεις της παρέας είχαν έλθει για «προστασία». Τι ήταν αυτό που είχαν να μου εμπιστευτούν; Κούνησα με ανησυχία καταφατικά το κεφάλι μου και ρούφηξα μηχανικά, χωρίς να διψάω, το τσάι.
«Θυμάσαι» μου είπε «την ιστορία με τον Σακμάν Λουχζάτ»;
Θυμήθηκα τον ποδηλάτη που μαχαίρωσαν τον Γενάρη του 2013. Θυμήθηκα τη μάνα του μες τη γκρι μπλε πράσινη μαντίλα της να κρατάει στην αγκαλιά της -με το δεξί χέρι στα πόδια του που λείπουν απ' την εικόνα και το αριστερό στο στέρνο του- τον γιο της σε κάδρο φωτογραφίας. Μάνα με μια φωτογραφία στο χέρι κατά το παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι με μια φωτογραφία στα μάτια της βαθιά . Μάτια στραμμένα στον εικοσάχρονο Ιησού της, σαν να πάνε να δακρύσουν και να σταματούν. Σαν να επικαλούνται την αιώνια μάνα των χριστιανών που και οι μουσουλμάνοι ευλαβούνται, την «ενάρετο μητέρα» τους.
«Ο Σακμάν λοιπόν το ξημέρωμα που τονε σφάξανε δεν ήταν μόνος. Ήμουν κι εγώ μαζί του. Αυτός με το κίτρινο ποδήλατό του κι εγώ με το κόκκινο, το δικό μου. Πηγαίναμε στη λαϊκή να πιάσουμε δουλειά. Σε ψαράδικα δουλεύαμε κι οι δυο. Εγώ στον πάγκο κι αυτός στο καθάρισμα. Είχε γίνει τεχνίτης στο καθάρισμα. Μέχρι να παραγγείλει ο πελάτης, αυτός είχε ξελεπιάσει και ξαντεριάσει την παραγγελία. Εκείνη τη μέρα πηγαίναμε στη Λαϊκή της Ηλιούπολης. Σάββατο. Πολύ δουλειά αυτή η λαϊκή. Μεγαλύτερο μεροκάματο. 25 ευρώ. Ο Σακμάν μάζευε κι έστελνε κάθε μήνα στο σπίτι, στην πατρίδα 20 καμιά φορά και 30 ευρώ. Τη μέρα εκείνη θα 'τανε τέσσερις, τεσσερισήμισι η ώρα, σκοτάδι· καθώς πλησιάζαμε στην πλατεία μου βγήκε η αλυσίδα. Σταμάτησα να τη βάλω. Ο Σακμάν συνέχισε, για να μην αργήσει. Θα τον προλάβαινα παρακάτω. Καθώς ήμουν σκυμμένος, είδα να τον πλησιάζει ένα μικρό μηχανάκι με δύο μεγαλόσωμους στα μαύρα. Ίσα που φαίνονταν στο σκοτάδι. Άρχισαν να κάνουν κύκλους γύρω του και κάτι να του φωνάζουν. Ο Σακμάν έκανε να τους ξεφύγει αλλά γλίστρησε κι έπεσε. Πήγε να σηκωθεί. Εγώ σηκώθηκα όρθιος να δω τι γίνεται. Ο Σακμάν σηκώθηκε. Το μηχανάκι σταμάτησε και ο αυτός που καθόταν πίσω στη σέλα κατέβηκε, πήγε από πίσω από τον φίλο μου και του έπιασε τον λαιμό του με το ένα χέρι, κρατώντας το σφιχτά με το άλλο. Εγώ άρχισα να τρέχω και να φωνάζω. Ο άλλος παρκάρισε το μηχανάκι και πλησίασε τον Σακμάν από μπροστά. Κάποια φώτα άναψαν. Έβαλα δύναμη κι έτρεχα σαν τρελός. Τώρα τους έβλεπα καλύτερα. Ο Σακμάν παρακαλούσε να τον αφήσουν για να μην αργήσει στη δουλειά. Ο άλλος κρατούσε στο χέρι ένα στιλέτο που το έπαιζε σαν κομπολόι και το έμπηξε πολλές φορές στον Σακμάν. Κάποια παράθυρα ανοίξανε. Φωνές. Εγώ τους έφτασα την ώρα που ανέβαιναν στο μηχανάκι. Έπιασα τον Σακμάν που μου έλεγε «πες το αφεντικό ότι μπορεί να αργήσω σήμερα». Ένα ταξί σταμάτησε στην άλλη πλευρά της πλατείας. Το μηχανάκι χάθηκε κατά την Ομόνοια. Μαζεύτηκε κόσμος. Ακούστηκε ήχος από σειρήνες. Φοβήθηκα μη με πιάσουν. Δεν έχω και χαρτιά κι έφυγα. Δεν πήγα στη δουλειά εκείνη τη μέρα και το αφεντικό με έδιωξε. Ο Σακμάν πέθανε. Μετά έγινε μεγάλος ντόρος με το φονικό. Γράψε τα να τα μάθουν πώς έγινε. Εγώ ντρέπομαι που έφυγα και δε μίλησα ποτέ αλλά φοβάμαι. Δεν εμπιστεύομαι και την αστυνομία. Μια φορά που μας πιάσανε στην Πάτρα μας πήγαν μακριά σε κάτι χωράφια. Εκεί μας βαρούσαν και μας έβριζαν. Ένας έκανε ότι βαρούσε κι αυτός αλλά δεν έβαζε δύναμη. Να φωνάζετε ότι πονάτε, μας έλεγε ψιθυριστά. Στο τέλος μας πήραν τα παπούτσια κι έφυγαν. Δυο ώρες κάναμε να γυρίσουμε. Τα πόδια μας φωτιά. Ούτε στη μάνα του Σακμάν δεν πήγα να μιλήσω όταν ήλθε για τη δίκη. Ντρέπομαι».
Όλη την ώρα της αφήγησης η παρέα ρουφούσε σιωπηλή το τσάι της. Ούτε μια χειρονομία, ούτε ένα νεύμα. Κοιτούσαν όλοι κάτω. Δυο στρίβανε τσιγάρο, το ανάβαν και το σβήνανε. Στο τέλος σιωπηλοί φύγανε. Δώσαμε τα χέρια. Εξαφανίστηκαν στη στροφή σαν να μην υπήρξαν.
Τους δολοφόνους τους πιάσανε στην Ομόνοια. Οι γείτονες στην πλατεία είχαν φωνάξει την αστυνομία που ήλθε γρήγορα. Μετά ήρθε και το ασθενοφόρο. Οι αστυνομικοί δεν βιάζονταν αλλά οι γείτονες τους περιέγραψαν το σκουτεράκι, το χρώμα του και τους δύο φονιάδες. Και πάλι οι αστυνομικοί κουβέντιαζαν μεταξύ τους. Όταν όμως ήρθε ο ταξιτζής και τους έδωσε τον αριθμό της πινακίδας από το μηχανάκι ανακοίνωσαν τα στοιχεία από τον ασύρματο. Όταν τους συνέλαβαν είχαν ακόμη το στιλέτο ματωμένο στην τσέπη τους. Τόσο ασφαλείς ένιωθαν. Κατατέθηκε στο δικαστήριο ως «Πειστήριο αρ. 1. Πτυσσόμενο μαχαιρίδιο, σουγιάς με αυτόματο άνοιγμα. Φέρει ίχνη σκουρόχρωμα, στο χρώμα της σκουριάς. Πρόκειται για αίμα. Οι εργαστηριακές έρευνες ταυτοποίησαν το DNA του θύματος».
Οι κατηγορούμενοι είπαν ότι το θύμα έπαιζε μαζί τους και τους έκλεινε το δρόμο. «Έπαιζε όταν πήγαινε για το μεροκάματο ξημερώματα;», ρώτησε ο εισαγγελέας. Είπαν ότι φορούσε μαύρα ρούχα και σκούφο και αυτό τους τρόμαξε. «Εσείς τι ρούχα φορούσατε;», ρώτησε πάλι ο εισαγγελέας. «Μαύρα.», απάντησαν. Ήταν φανερό ότι είχαν βγει παγανιά. Κυνηγοί, να δεκατίσουν αποδημητικά κορμιά. Αιμοδιψείς θηρευτές αλλοδαπών σωμάτων.
Στα σπίτια τους βρέθηκαν στιλέτα «πεταλούδα», σιδηρογροθιές, ένα ρόπαλο, φυσίγγια, κάλυκες αλλά και τρόπαια - κάρτες παραμονής μεταναστών. Και φυλλάδια συγκεκριμένου κόμματος. Της ροδαυγής ευτελιστές. Είπαν ότι τυχαία τα μάζεψαν.
Το δικαστήριο δεν επέτρεψε τη δημοσίευση φωτογραφιών των φονιάδων. Έτσι δεν μπόρεσαν άλλα θύματα να τους αναγνωρίσουν.
Το δικαστήριο δεν έδωσε άδεια να αρθεί το απόρρητο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων των δραστών. Έτσι δεν φάνηκαν οι καθοδηγητές τους.
Το δικαστήριο δε θεώρησε ότι το έγκλημα είχε κίνητρα ρατσιστικά. Έκρινε ότι ο φόνος έγινε «δι' ασήμαντον αφορμήν». Επέβαλλε ισόβια.
Η μάνα του Σακμάν μιλάει στην φωτογραφία. Δεν την αποχωρίζεται. Γεμίζει την άδεια της αγκαλιά. Φωτογραφία ασπρόμαυρης εγγραφής. Απεικονίζει το απόν σώμα. Παρουσία και απουσία ύπαρξης. Κενοτάφιο της απώλειας. Παρηγοριά ότι κάποτε ο γιος της υπήρξε. Μαρτυρία ότι ζωή κάποτε πέρασε . Σκιάχτρο να διώχνει τους αδηφάγους εφιάλτες. Μάτια αμυγδαλωτά. Το ένα λίγο πιο μικρό από το άλλο. Κοιτάει ευθεία μπροστά, θαρρείς το αδιανόητο. Σκύβει ελαφρά το κεφάλι. Προϊδεασμός του χώματος. Μαλλιά φαίνονται μαύρα, πυκνά. Εις μάτην, δε θα ασπρίσουνε ποτέ. Τα διαχωρίζει ένα ράγισμα του εκτυπωμένου φύλλου. Χείλη της Ανατολής ανώφελα σαρκώδη. Πηγούνι ημικύκλιο, ιερή γεωμετρία του κενού.

Η μάνα του Σακμάν έμαθε το μαντάτο από τον μεγάλο αδελφό του. «Πάει ο Σακμάν, τον σκότωσαν». Ρώτησε αν είχε κάνει αυτός κακό. Ή αν τον κλέψανε. Η Κρανσού δεν καταλάβαινε. Δεν κάνουν έτσι οι άνθρωποι. Γράμματα βέβαια δεν ήξερε. Αλλά δεν καταλάβαινε πώς αφήνουν να κάνουν τέτοια πράματα. Μόνο κατηγορούσε τον εαυτό της που δεν τον κράτησε όταν έφευγε από το σπίτι. Δεν άξιζε ολόκληρη ζωή. Δεν άξιζαν τα είκοσι ευρώ το παιδί μου.


[1] Warsan Shire, Πατρίδα
[2] Γιώργος Ιωάννου, Μες τους προσφυγικούς συνοικισμούς
[3] Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Παιδί με μια φωτογραφία
[4] Κική Δημουλά, Φωτογραφία 1948 
 

Ntaoultzis photoInfo
Ο Γιάννης Νταουλτζής γεννήθηκε το 1961 στη Δράμα. Μετά σπούδασε στη Νομική Σχολή (Τμήμα Δημοσίου Δικαίου - Πολιτικών Επιστημών) του Πανεπιστημίου Αθηνών, και στο Φιλολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σήμερα εργάζεται ως φιλόλογος σε ιδιωτικό σχολείο στην Αθήνα. Έχει συμμετάσχει ως εισηγητής σε διάφορα εκπαιδευτικά συνέδρια και ως συγγραφέας σε βιβλία εκπαιδευτικού ενδιαφέροντος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. .
Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΟΓΑ

ΟΓΑ

Του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι και το υπουργικό αυτοκίνητο παρκαρισμένο έξω απ’ το σπίτι μας και τον Σταύρο τον οδηγό, μ’ ένα τεράστιο πουπουλέ...

Μια μεταμόρφωση

Μια μεταμόρφωση

Της Μιλένας Ζαφειροπούλου

Ξύπνησε το πρωί και τίποτα δεν είχε αλλάξει. Τα χέρια του το ίδιο σχήμα, μέγεθος, χρώμα που είχαν και χθες όταν αποκαμωμένος αποκοιμήθηκε στο κάθισμά του. Τα πόδια στη θέση τους. Κανένας πόνος δ...


Στα βαθιά

Στα βαθιά

Της Εύας Πιάδη

…μου έδωσε το ίδιο όνομα με εκείνη. Μου φόρεσε ίδια ρούχα, ίδια όνειρα. Με έντυσε με το χαμόγελό της, με πέταξε στα ίδια αδιέξοδα. Μου ζήτησε να κάνω τις ίδιες χειραψίες, να αντικρύσω τα ίδια μάτια. Με μίσησε, μ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Είδα το παρελθόν να επιστρέφει»

«Είδα το παρελθόν να επιστρέφει»

Για την ποιητική συλλογή του Διονύση Στεργιούλα «Καθόλου ποιήματα» (εκδ. Νησίδες) και την επανέκδοση της μοναδικής ποιητικής συλλογής της Ανθούλας Σταθοπούλου «Νύχτες αγρύπνιας» (εκδ. Οδός Πανός), με εισαγωγή του Διονύση Στεργιούλα.

...
Μάρτιν ΜακΊνες, ένα «ντεμπούτο» με όριο τον ουρανό

Μάρτιν ΜακΊνες, ένα «ντεμπούτο» με όριο τον ουρανό

Για το πρώτο μυθιστόρημα του Martin Maclnnes «Γη χωρίς τέλος» (μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδ. Κριτική).

Του Διονύση Μαρίνου

Οι απιθανότητες μιας αιφνίδια...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Διονύσης Μαρίνος γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Διονύσης Μαρίνος γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, ο Διονύσης Μαρίνος.

Επιμέλεια: Κώστας ...