20 Φεβρουαριου 2018

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:10:52:27 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ Μαύρη χήρα

Μαύρη χήρα

E-mail Εκτύπωση

mavri hiraΤης Χριστίνας Ντούση

Μετρούσε ήδη δέκα χρόνια στη στενή. Τα μισά στον Κορυδαλλό, τα άλλα μισά στις γυναικείες φυλακές Ελαιώνα Θήβας. Στα σαράντα της πήρε το μαχαίρι της κουζίνας και μαζί με τα φασολάκια που καθάριζε, καθάρισε και τον άντρα της. Στη δίκη αρνήθηκε πεισματικά ν’ ανοίξει το στόμα της και το μόνο που είπε στην απολογία της ήταν ότι του άξιζε. Απουσία αυτόπτων μαρτύρων, έφαγε τελικά είκοσι πέντε χρονάκια για ανθρωποκτονία από πρόθεση, με μοναδικό ελαφρυντικό το βίαιο χαρακτήρα του σκοτωμένου. Γιατί μπορεί να έλειπαν οι αυτόπτες, αλλά όλοι οι άλλοι μάρτυρες που κάλεσε ο συνήγορος υπεράσπισης, ένας μακρινός ξάδελφος που τη λυπήθηκε και την ανέλαβε σχεδόν αμισθί, κατέθεσαν «σεντόνια» για το βαρύ χέρι του μακαρίτη. Ως και το ότι ήταν κουτσή η κατηγορούμενη, σ’ αυτόν οφειλόταν είπαν. Τα παιδιά της σκόρπισαν. Την κόρη την πήρε μια αδελφή της, τον γιo ένας θείος. Στα δέκα χρόνια που ήταν μέσα ήρθαν δυο φορές να την επισκεφθούν. Δεν τα κάκιζε. Με πατέρα στο χώμα και μάνα φόνισσα, αυτό που ήθελαν περισσότερο ήταν να ξεχάσουν. 

Στην αρχή δυσκολεύτηκε. Όχι ότι σπίτι της ήταν ελεύθερη, αλλά στη φυλακή της έκοψαν τα ωραία μπρούτζινα μαλλιά της και της έβαλαν μια φόρμα γκρι. Του ποντικού την έλεγε. Οι συγκρατούμενες κράτησαν αποστάσεις λόγω του ειδεχθούς χαρακτήρα του εγκλήματος της. Όλες κάποιον είχαν φάει, αλλά πιο κόσμια βρε παιδί μου, πιο εκλεπτυσμένα, όχι τέτοιο μακελειό, χάθηκε ένα δηλητήριο, ένας πνιγμός με μαξιλάρι, έλεγε η «αρχηγός» του ορόφου. Σαράντα μαχαιριές έφερε το σώμα του μακαρίτη, όσα και τα χρόνια της, είδαν κι έπαθαν στο γραφείο τελετών να τον ευπρεπίσουν για την κηδεία. Καλύτερα έτσι, την άφησαν στην ησυχία της. Μη σου πω κιόλας ότι απολάμβανε την αίσθηση του να τη φοβούνται για πρώτη φορά στη ζωή της. Έκανε τις δουλειές που της ανέθεταν σιωπηλή και σβέλτη και μετά καθόταν με τα χέρια σταυρωμένα στο κρεβάτι της και το βλέμμα στυλωμένο στη κάτω αριστερή γωνία του κελιού της. Χωρίς να μιλάει, χωρίς να σκέφτεται, σχεδόν χωρίς να αισθάνεται. Έπεφτε το σκοτάδι γύρω της, και μόνο όταν έρχονταν οι φύλακες για τη βραδινή βόλτα τους έβγαινε από την ακινησία της. Λες κι έκανε άσκηση σιωπής ή τιμωρούσε μ ένα δικό της μυστικό τρόπο τον εαυτό της.

Σύρθηκε αργά προς τα κει για να βρει τελικά μιαν αράχνη. Στρουμπουλή, τριχωτή και κατάμαυρη, έπλεκε με τα ευκίνητα πόδια της ένα μικρό θαύμα. 

Ένα απόγευμα, μέσα στην απόλυτη ακινησία του κελιού και το θαμπό φως, το μάτι της διέκρινε μια κίνηση ανεπαίσθητη στη γνωστή γωνία. Είπε ν’ αδιαφορήσει στην αρχή, αλλά η κίνηση επαναλαμβανόταν και της χαλούσε την προσήλωση. Σύρθηκε αργά προς τα κει για να βρει τελικά μιαν αράχνη. Στρουμπουλή, τριχωτή και κατάμαυρη, έπλεκε με τα ευκίνητα πόδια της ένα μικρό θαύμα. Την περιεργάστηκε για ώρα, μα δεν την πείραξε. Την επόμενη την έψαξε στη βιβλιοθήκη της φυλακής: latrodectus tredecimguttatus, ή μεσογειακή μαύρη χήρα έγραφε η εγκυκλοπαίδεια, μια από τις δυο επικίνδυνες του είδους που παρεπιδημούν στη χώρα. Χα, κάγχασε μέσα της, πιο κατάλληλη παρέα δεν θα μπορούσα να έχω. Όταν γύρισε στο κελί της, έπεσε στα τέσσερα κι έμεινε να την παρακολουθεί για ώρες. Η φύλακας στη βραδινή της βόλτα δεν τη βρήκε στη γνωστή θέση κι ανησύχησε. Νόμιζε ότι το σκασε κι ήταν έτοιμη να σημάνει συναγερμό όταν την είδε κουβαριασμένη στο πάτωμα με τη μύτη στη γωνία. «Μνήσθητι μου Κύριε» είπε μέσα απ΄ τα δόντια της και σταυροκοπήθηκε.

Η «χήρα» έγινε η συγκάτοικος της. Σκούπιζε με προσοχή γύρω της το πάτωμα μη και της χαλάσει το δίχτυ. Μισοσκότωνε μύγες και ζουζούνια και της τα πήγαινε. Της τα άφηνε σε μικρή απόσταση και κατόπι την παρακολουθούσε να ξεμυτίζει απ τα πυκνά υφαντά της και να τα τραβά επιδέξια στους λαβυρίνθους των κλωστών της. Ανυπομονούσε να τελειώνει με τις δουλειές, τον υποχρεωτικό προαυλισμό, τα γεύματα στη μεγάλη τραπεζαρία και γυρνούσε πίσω στο κελί της με την αγωνία ότι δεν θα τη βρει εκεί. Πήρε σιγά σιγά να της μιλάει. Ψιθυριστά στην αρχή, μετά πιο θαρρετά, πάει, της έστριψε, είπαν οι συγκρατούμενες που τόσα χρόνια τη φωνή της ζήτημα αν την είχαν ακούσει τρεις φορές. Μια φορά μάλιστα, άπλωσε το χέρι και τη χάιδεψε στη ράχη. Η «χήρα» δεν κουνήθηκε, κούρνιασε στον τόπο της και κούνησε αμυδρά τις δαγκάνες της εν είδη χαιρετισμού. Η έτσι της φάνηκε τουλάχιστον.

Πήρε ν’ αλλάζει σιγά σιγά. Μουρμούρισε μια καλημέρα στις συγκρατούμενες, καληνύχτισε τη φύλακα. Την επόμενη χρονιά γράφτηκε στο σχολείο της φυλακής, να τελειώσει εκείνο το έρμο το γυμνάσιο που το άφησε μισό όταν γνώρισε τον συγχωρεμένο. Έτσι τον έλεγε τώρα. «Γιατί τον έχω συγχωρέσει», είπε στην «αρχηγό» του ορόφου, με την οποία έλυναν μαζί μια άσκηση τριγωνομετρίας ένα απόγευμα.

Η «χήρα» έζησε δυο χρόνια, χρόνος ρεκόρ κατά την εγκυκλοπαίδεια. Τη βρήκε νεκρή μια ηλιόλουστη μέρα της άνοιξης. Την έθαψε τελετουργικά στο βάθος του λαχανόκηπου και κράτησε σε έναν φάκελο ξέφτια απ΄το δίχτυ της. Την επόμενη μήνυσε του δικηγόρου της να έρθει. Υπέβαλλε αίτηση χάρητος και αφέθηκε ελεύθερη ένα χρόνο μετά λόγω καλής διαγωγής στη φυλακή.

Το τσιπουράδικο που άνοιξε με την «αρχηγό» του ορόφου απέναντι από τις φυλακές το είπανε «Μαύρη χήρα».

Προσλαμβάνουν μόνο πρώην φυλακισμένες.

 

20161224 125029Info
Η Χριστίνα Ντούση γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου εξακολουθεί να ζει και  να εργάζεται ως δικηγόρος.
 
 
 
 
 
 
 
 

 

 

 

 

 

***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. . Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια. 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ξένη

Ξένη

Της Άννας Παπαδάκη-Σωτηριάδη

«Ψιψιψι, Γιωργία!» το ανοξείδωτο μπολ ντιντίνισε για πολλοστή φορά, «Γιωργία! Πού στον κόρακα τρύπωσες πάλι, μωρή σουρτούκω;»
Άφαντη η γάτα, Γιωργία απ’ το Τζωρτζ Κλούνεϊ, έρως μέγας και κρυφό...

Δελτίο καιρού

Δελτίο καιρού

Της Βάνιας Σύρμου

Το ραδιόφωνο συντονισμένο στη συχνότητα του τοπικού σταθμού έπαιζε όπως κάθε πρωί σε χαμηλή ένταση. Σκυμμένη πάνω από μια σελίδα λευκού χαρτιού στο τραπέζι της κουζίνας έγραφε απορροφημένη τις σκέψεις της με ...

Τάρανδος ή ελάφι

Τάρανδος ή ελάφι

Του Δημήτρη Φύσσα

«Ξακουστά είναι τα νορβηγικά φιόρντ. Αλλά όλες οι σκανδιναβικές χώρες έχουνε φιόρντ, κι επίσης η Ιρλανδία κι η Ρωσία. Άμα είσαι ναυτικός, τα βλέπεις όλα αυτά.

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ο Εμμανουέλ Καρρέρ στο εργαστήρι του Γιώργου Καράμπελα

Ο Εμμανουέλ Καρρέρ στο εργαστήρι του Γιώργου Καράμπελα

Μεταφραστές και επιμελητές αποκαλύπτουν τις διαδρομές μέσα από τις οποίες προσέγγισαν τη γλώσσα, το ύφος ή και την οικονομία ενός βιβλίου και μοιράζονται μαζί μας τα μυστικά του εργαστηρίου τους. Φιλοξενούμενος, ο μεταφραστής Γιώργος Καράμπελας, με αφορμή το μυθιστόρημα του Emmanuel Car...

Χάρης Ψαρράς: «Στην πόλη ο χρόνος μέρα νύχτα ξύπνιος μένει»

Χάρης Ψαρράς: «Στην πόλη ο χρόνος μέρα νύχτα ξύπνιος μένει»

Σε αυτή τη στήλη αναρτώνται αδημοσίευτα ποιήματα σύγχρονων Ελλήνων ποιητών. Όγδοη ενότητα «Η ποίηση ως πόλη». Φιλοξενούμενος σήμερα ο Χάρης Ψαρράς.

Επιμέλεια: Γιώργος Αλισάνογλου

Επέκταση σχεδίου πόλ...

Αγαπητέ Αλέξη!

Αγαπητέ Αλέξη!

Ανοιχτή επιστολή προς τον Αλέξη Πανσέληνο με αφορμή το βιβλίο του «Σεμινάρια δημιουργικής γραφής» (εκδ. Κίχλη).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Αγαπητέ Αλέξη...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube