Μπαμπούσκα

Εκτύπωση

altΤου Μάνου Μπονάνου

Το ξύλο μού κάνει καλό. Ό,τι και να ’χω, ό,τι και να μ’ απασχολεί, το δούλεψα μισή, μία ώρα, έφυγε, έγινε πριονίδι, σκόνη μικροσκοπική που τη φυσάς και φεύγει. Όλα τα υλικά, όπως τα μυστικά, άμα τα τρίψεις λειαίνουν. Δεν είναι λίγο πράγμα αυτό. Γι’ αυτό άλλη δουλειά δεν θα ’θελα να κάνω. Και δεύτερη φορά να ’ρχόμουν στη ζωή, πάλι πατώματα θα ’φτιαχνα, κι ας ήθελα μικρός να μάθω το έπιπλο: τα χέρια μου δεν πιάνουν για ομορφιά, μόνο για ομοιομορφία. Να τρίψω το σανίδι ώσπου να φύγει από πάνω του ο χρόνος, όλο το βάρος της ζωής που του ’χει κατσικωθεί στο σβέρκο, να βρω το ξύλο ανέγγιχτο στο εσωτερικό του, να το σκουπίσω και να το βερνικώσω και να το αφήσω αψεγάδιαστο, για μια ζωή. Έτσι νόμιζα πως θα το αντιμετώπιζα και αυτό.

Μπίρι μπίρι μπίρι μπίρι, βρε καλέ μου βρε χρυσέ μου, ρε Μηνά βγες να σε δει το φως της μέρας, ρε αδελφάκι, ας τα πούμε κάπου έξω να δεις και κάναν άνθρωπο, τζίφος: Ό,τι και να ’λεγα, στου κουφού την πόρτα.

Σιχάθηκα τον εαυτό μου με το που μπήκα στην είσοδο. Ώσπου να φτάσω να χτυπήσω, με το χέρι γιατί κουδούνι δεν έπαιζε, έχωνα κάθε φορά τη μύτη μου μέσα απ’ την μπλούζα για να πάρω αναπνοή και μετά κρατούσα τον αέρα μέχρι να σκάσω. Ανέβαινα και ανέβαινα. Αλάφιασα. Χτύπησα μια, ξαναχτύπησα. Στην τρίτη έβαλα φωνή και άκουσα βήματα από μέσα. Άνοιξε την πόρτα και με κοίταξε καλά καλά, λες και με έβλεπε για πρώτη φορά. Ύστερα ένα «Πού ’σαι ρε» και δυο χτυπήματα στην πλάτη. Έμοιαζε σχεδόν υγιής, σαν να ’χε βάλει μερικά κιλά, σαν να ’χε επιστρέψει κάπως το χρώμα στα μάγουλά του, δεν ήταν το πετσί και κόκαλο που είχε μείνει πριν εξαφανιστεί τελευταία φορά. Φορούσε μαύρα, τζιν σωλήνα κι ένα μπλουζάκι κομμένο στον λαιμό, από όταν συνέβη ό,τι συνέβη όλες οι μπλούζες, έλεγε, τον έπνιγαν, έπιανε λοιπόν με το που τις αγόραζε ένα ψαλίδι και χραπ, τους έδινε μια και καταλάβαιναν.

Έμεινα να στέκομαι. Το μάτι μου έπεσε έξω από το παράθυρο, στην πόλη. Ο καιρός ήταν μουντός, μέχρι και ο Βράχος απέναντι φαινόταν σκοτεινός, τα μάρμαρα γκρίζα. Ήθελα να ’ξερα τι έβρισκε στο αχούρι και δεν ξεκουνιόταν. Μέσα, δεν λέω, το ’χε τακτοποιημένο, καθαρό δεν το ’λεγες, είχε μια μυρωδιά, ίσως σαν υγρασία, αλλά τουλάχιστον δεν σου ερχόταν εκείνη η αποφορά. Δεν το χώνεψα απ’ όταν πρωτοπάτησα το πόδι μου εδώ μέσα. Δεν είχε καμιά δουλειά να χωθεί σε τέτοια τρύπα μετά τον χωρισμό του.

Είχε κάνει και αυτός το λάθος που κάνει ο περισσότερος κόσμος, είχε κοιτάξει το ντουβάρι το ετοιμόρροπο, τα παντζούρια που ’χαν φαγωθεί από τη βροχή, τα πλακάκια τα σπασμένα στο μπάνιο, και είχε δει την αντανάκλαση του εαυτού του, και σου λέει, εδώ είμαι, για εδώ κάνω, δεν είμαι για τα γυαλιστερά και τ’ ατσαλάκωτα.

Να φανταστεί κανείς πως δεν μ’ είχε φωνάξει να βάλω ένα χέρι στη μετακόμιση. Μια που η Χριστίνα έφυγε, μια που εκείνος αποφάσισε να ξεκουβαλήσει και βρέθηκε σε καινούριο σπίτι, επόμενο καρέ εγώ στο κατώφλι με στραβωμένη μούρη και ένα κουτί με πάστες, έτοιμος για ποδαρικό. Δεν είχα κρατηθεί, του το ’χα ρίξει, «Καλά ρε Μηνά, τα σάπια τα σανίδια δεν τα είδες;». Τι να λέμε τώρα. Ο χώρος είναι το α και το ω. Είχε κάνει και αυτός το λάθος που κάνει ο περισσότερος κόσμος, είχε κοιτάξει το ντουβάρι το ετοιμόρροπο, τα παντζούρια που ’χαν φαγωθεί από τη βροχή, τα πλακάκια τα σπασμένα στο μπάνιο, και είχε δει την αντανάκλαση του εαυτού του, και σου λέει, εδώ είμαι, για εδώ κάνω, δεν είμαι για τα γυαλιστερά και τ’ ατσαλάκωτα. Ενώ ο άντρας πρέπει να σηκώσει το κεφάλι, να κοιτάξει μια καλή, δεν λέω, αλλά μετά να στρέψει τον καθρέφτη προς τα μπρος, προς εκείνον τον εαυτό που έχει μείνει σώος. Τέλος πάντων, κάτι ψιλά προσπάθησα να του πω απέξω απέξω, έπιασα να του φτιάξω παρομοίωση με το πώς το ’βλεπα εγώ, του ’πα «Αν θες καινούριο πάτωμα, χρειάζεσαι καινούρια ξύλα». Καλύτερη δεν μπόρεσα. Τι τα θες, μόνος μου τ’ άκουσα. Περιφερόταν μες στο σπίτι μουγκός, σαν ζώο στο κλουβί, μονόχωρη η γκαρσονιέρα, δεν είχε πού να πάει, θυμάμαι να σκέφτομαι πως θα χτυπήσει τα καλάμια του σε κάνα έπιπλο. Με ρώτησε αν ήθελα τίποτα να πιω, δεν του αρνήθηκα κι ας μην τ’ αγαπώ το πιοτό, μπας και βάλει τα ποτά και παλουκωθεί να κάτσει. Έτσι κι έκανε. Ακούμπησε σε μια καρέκλα απέναντι από τον καναπέ που καθόμουν, ξεφύσηξε, έχωσε τον δείχτη μες στο ποτήρι και άρχισε να ανακατεύει το ποτό με τα παγάκια μ’ ένα ύφος άσ’ το, λες και ο κόσμος είχε εξαφανιστεί και είχε μείνει μόνο αυτός και το ποτήρι. Κατέβασε μια γερή γουλιά και ξεκίνησε.

Τότε εγώ ακόμα δεν γνώριζα ούτε για εγκυμοσύνες ούτε για εκτρώσεις ούτε για αποβολές ούτε για τίποτα. Τ’ άκουσα όλα μονοκοπανιά. Πώς προέκυψε η εγκυμοσύνη στα καλά του καθουμένου, πώς εκείνος δεν μπορούσε ούτε να το διανοηθεί, τι πατέρας και σύζυγος και μαλακίες, αφού ήξερα, χωριό που φαίνεται κολαούζο δεν θέλει, ήταν αυτά για κείνον; Κι ας την ήθελε, την ήθελε πολύ, μου είπε, άλλο που... Το γύρισε από δω, το γύρισε από κει, της ζήτησε να το ρίξει. Εκείνη αρνήθηκε, στην αρχή διστακτικά, όταν εκείνος σοβάρεψε τότε και εκείνη μουλάρωσε, γκαμήλωσε, του ’πε να πάει να γαμηθεί και πως στην ανάγκη θα το μεγάλωνε μόνη της, ας μην το αναγνώριζε και ας μην εμφανιζόταν πουθενά, δεν την ένοιαζε. Πέρασαν μερικές βδομάδες και εκείνου κάτι τούμπαρε μέσα του, είπε – όχι με αυτά τα λόγια γιατί αυτός τα λέει πιο σπουδαγμένα, τόση ώρα που σκέφτεται την κάθε κουβέντα πριν την ξεστομίσει, θαρρείς και ξεγεννάει, τέλος πάντων. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει αλλιώς. Μια μέρα, της ζήτησε να πάει μαζί της στον γιατρό. Είδε το πλάσμα να κολυμπάει στο υγρό και ένιωσε μέσα του, είπε, κάτι πρωτόγνωρο. «Χαιρετίσματα» του είχα απαντήσει. «Επειδή όταν τα ανίψια σου γεννιόντουσαν εσύ ’σουν στη θάλασσα και δεν είχες συναίσθηση, νομίζεις ότι τώρα ανακαλύπτεις την Αμερική, τρομάρα σου. Έτσι είν’ με τα παιδιά. Εγώ τι έκανα, δεν τρελάθηκα;» Ύστερα μόνο συνειδητοποίησα –λες και τόση ώρα μιλούσε για κάποιον άλλον– πως παιδί δεν υπήρχε, η Χριστίνα δεν φούσκωσε ποτέ πριν χωρίσουν, και ένιωσα μια σουβλιά και μια ανατριχίλα – οπότε το ’κλεισα το βρομόστομά μου και τον άφησα να συνεχίσει.

«Της είπα να συγκατοικήσουμε, τα ξέρεις μέσες άκρες. Τη βοήθησα να φέρει τα πράγματα στο σπίτι, να βολευτεί, της έκανα χώρο στην ντουλάπα. Προσπάθησα να κόψω τα πολλά ξενύχτια, ξέρεις, σαν πρόβα για μετά. Όπως και να ’χει, τι στα λέω, λες και έχει σημασία πια». «Σκάσε ρε με τις μαλακίες» τον είχα κόψει. «Τα χρόνια σε πήραν;» Δεν απάντησε, μόνο ήπιε κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Κάτι τέτοιες στιγμές με έκανε Τούρκο, ο μικρός καημενούλης Μηνάς, ο Μηνάς που πονάει και κανείς δεν το καταλαβαίνει γιατί κανείς άλλος δεν πόνεσε ποτέ ούτε μπορεί να αντιληφθεί το βάθος του πηγαδιού. Σκατά στα μούτρα σου ρε, ήθελα να του πω. Κάτσε καλά ρε στην καρέκλα, αλαφροΐσκιωτε.

«Ο γιατρός είχε πει όχι φωνές, όχι εντάσεις, όχι καβγάδες» συνέχισε. «Είχα διαβάσει τις σύγχρονες μελέτες που υποστηρίζουν πως η ζωή ξεκινάει από τη μήτρα, από τη σύλληψη και όχι τη γέννα, ότι το έμβρυο ακούει, και προσπαθούσα να είμαι ήρεμος, νηφάλιος. Μάντεψε πόσο καλά τα κατάφερα».

Τον άκουγα και η ιστορία του ξεδιπλώθηκε μπροστά στα μάτια μου όπως την ώρα που ανοίγουν τα φύλλα στην πόκα. Δεν χρειαζόταν ν’ ακούσω άλλα. Παιδί δεν υπήρχε, χωρίσανε άσχημα στα καλά του καθουμένου, ένα κι ένα κάνουν τέσσερα μόνο στις κατσαρόλες. Τον άφησα να μου πει και τα υπόλοιπα χωρίς να πολυακούω, μόνο και μόνο για να τα βγάλει από μέσα του, τις φωνές, τα ουίσκια που είχε κατεβάσει πριν τη σπρώξει στο κρεβάτι και εκείνη γκελάρει στο στρώμα και πέσει κάτω. Δυόμιση μηνών είχε φτάσει, δεν βρέθηκε γιατρός να τους πει πως ήταν η πτώση που έφταιγε στα σίγουρα, χίλια μύρια άλλα θα μπορούσαν να είχαν προκαλέσει την αποβολή. Δεν πέφτουν τα παιδιά από το κλάμα, αν ήταν έτσι το ανθρώπινο είδος θα το ’χαν κλάψει οι ρέγγες, του το επιβεβαίωσα και γω. Το θέμα είναι πως μια βδομάδα μετά το έμβρυο δεν είχε χτύπο. Το επόμενο πρωί, η Χριστίνα τον περίμενε να βγει από το σπίτι, πήρε μισή βαλίτσα πράγματα, τ’ άλλα του τα παράτησε όπως ήταν, και εξαφανίστηκε.

Δυο μέρες μετά από εκείνο το βράδυ, μου ανακοίνωσε πως μπάρκαρε ξανά. Τον έπιασα από το μπράτσο και τον άρχισα τα αυτονόητα, τι είναι αυτά που λες ρε και τα ’βαλες τα πράγματα κάτω, και με το σπίτι που ’πιασες τι θα γίνει και τα ρέστα, εκείνος κιχ, να μη βγάζει κουβέντα. Μείναμε έτσι για λίγο μέχρι που το χέρι μου κρέμασε. Μ’ έπιασε φόβος. Είχα στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου και τη μάνα μας, τον τρόπο που χαιρέτησε, πολύ θέλει ο άνθρωπος; Έλειψε δυόμιση χρόνια, αν το πήρε σερί ή αν ξεμπάρκαρε ανά διαστήματα δεν έμαθα ποτέ. Το μόνο που ήξερα ήταν πως τώρα ήταν μπροστά μου, σχεδόν χαμογελαστός, φορώντας ένα κοντό μαύρο δερμάτινο.

«Θα με περάσεις για τρελό» είπε μισογελώντας. «Αλλά θα στα πω μία η άλλη. Στο καράβι, στην αρχή, ήτανε δύσκολα. Πριν φύγω νόμιζα πως η θάλασσα θα τα ξέπλενε όλα, ήθελα δεν ήθελα θα προχωρούσα. Δεν είχα χάσει και κάτι που ονειρευόμουν όλη μου τη ζωή. Μια φάση ήταν και θα περνούσε, σκεφτόμουν. Πώς ξυπνάς μια μέρα και έχεις όρεξη να κάνεις κάτι και την επομένη το έχεις κιόλας ξεχάσει; Άσε που τα λιμάνια πάντα τα αγαπούσα. Και την καραμέλα ποτέ δεν την έφαγα, που θα ’λεγες και συ, ποτέ δεν πίστεψα σε έρωτες. Πώς όμως είχα βρεθεί σε εκείνη τη θέση; Το καράβι όντως έπλεε, από Μεσόγειο στον Ατλαντικό, Βόρεια Θάλασσα, Βαλτική και πίσω, εγώ όμως ακίνητος. Ένα πρωί, ξύπνησα από ένα όνειρο ολοζώντανο: τίποτα, λέει, δεν είχε συμβεί, το μωρό είχε γεννηθεί κανονικά και μεγάλωνε. Την είχαμε βαφτίσει Μαρία αλλά τη φώναζα Μάιρα, δεν ξέρω γιατί. Ζούσαμε οι τρεις μας σε ένα σπίτι κάπου στον Υμηττό. Τίποτα ιδιαίτερο, ένα διαμέρισμα σε παλιά πολυκατοικία, από αυτές τις κοντόχοντρες με τις πιλοτές, τα ασοβάντιστα μπετά και τα μεγάλα μπαλκόνια με τις ζαρντινιέρες, ξέρεις ποιες λέω».

«Ξέρω».

«Μη στα πολυλογώ, ξύπνησα χίλια κομμάτια. Δεν μπορούσα να πάρω απόφαση να πατήσω τα πόδια μου κάτω και να ντυθώ για να πάω στη βάρδια. Με τα πολλά, λέω στο διάολο με τα ψυχολογικά, να πας να κάνεις τη δουλειά σου, κάνω να σηκωθώ και σωριάζομαι κάτω. Έμεινα μια βδομάδα στο κρεβάτι, ο πυρετός να μην πέφτει με τίποτα, 39άρια και 40άρια ακατέβατα. Και το καλύτερο; Κάθε που με έπαιρνε ο ύπνος, κάθε που έκλεινα ημιλιπόθυμος τα μάτια, το όνειρο κέρδιζε χώρο, κέρδιζε χρόνο, ώσπου έφτασε η στιγμή που δεν μπορούσα να ξεχωρίσω πια τη μια ζωή μου από την άλλη – τι ήταν πια αληθινό, πώς να ξεχωρίσω την πραγματικότητα; Τι κάνει πιο πραγματικό ένα διάστημα χρόνου που περνάς μόνος στο κρεβάτι μιας καμπίνας στη μέση του ωκεανού, παραληρώντας από τον πυρετό και φωνάζοντας “Μάιρα!” ξανά και ξανά, από μια μέρα που ξεκινάει με ένα άγγιγμα της μητέρας του παιδιού σου, κι ύστερα με μια αγκαλιά της κόρης σου πριν φύγει για το σχολείο;»

Είχα μείνει να τον κοιτάζω. Δεν ήξερα τι να πω. Το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν το βράδυ μετά την κηδεία της μάνας μας. Ο μικρός είχε πέσει ύπνο, δεν είχε πολυπάρει πρέφα τι είχε συμβεί ακριβώς, και εγώ καθόμουν με τον πατέρα στο σαλόνι, δίπλα δίπλα στον μικρό καναπέ αλλά σε απόσταση, χωρίς να ακουμπάει ο ένας τον άλλον. Κάποια στιγμή γύρισε προς το μέρος μου και με ρώτησε αν είχα καταλάβει τι είχε συμβεί στη μάνα μου. Του απάντησα κοφτά πως όχι, γιατί τίποτα απ’ όσα μου ’χαν πει, για ουρανούς και αγγέλους, δεν ’βγαζαν και πολύ νόημα. Τότε μου είπε πως ήμουν αρκετά μεγάλος ώστε να ξέρω την αλήθεια, και η αλήθεια ήταν πως η μητέρα μου μας είχε εγκαταλείψει. Είχε αποφασίσει να μας αφήσει για πάντα, μα αντί να ανέβει στο τρένο και να φύγει, χώθηκε από κάτω του. Αυτό όμως μου είπε πως έπρεπε να μείνει μεταξύ μας, πως ο Μηνάς ήταν πολύ μικρός για να καταλάβει.

«Στο είπα πως θα σου ακουστούν τρελά όλα αυτά» είπε.

«Δεν μου ’πες πώς ξανάνιωσες. Μόνο πώς βούλιαξες κι άλλο».

«Θα φτάσω και σε αυτό, μη βιάζεσαι. Η ζωή τα φέρνει περίεργα. Έγινα καλά, αλλά τα όνειρα δεν έλεγαν να φύγουν. Η βδομάδα έγινε δύο, οι δύο τέσσερις και, πριν καλά καλά το καταλάβω, ζούσα για μήνες σε αυτό το σπίτι, με τη γυναίκα μου και το παιδί μου. Στην αρχή λέω πάει, το ’χασα για τα καλά. Ύστερα όμως ένιωσα το βάρος να φεύγει από πάνω μου, σαν να ’χα μια παραλία μικρά μικρά πετραδάκια και ένα ένα τα πετούσα στη θάλασσα, και κάθε πετραδάκι που έπεφτε στη θάλασσα με απελευθέρωνε από μια πραγματικότητα που απέρριπτα.

»Άρχισα να τρώω. Να δυναμώνω, να επανέρχομαι. Οι βδομάδες περνούσαν αργά. Ένα βράδυ φθινοπωρινό, ενώ επανέφερα στο μυαλό μου εικόνες από το όνειρο της προηγούμενης νύχτας και, προσδοκώντας να φτάσει πάλι η ώρα να πέσω για ύπνο, είχα μια τρελή ιδέα. Να την ψάξω. Να βρω τη Χριστίνα και να της διηγηθώ όλα όσα μου συνέβαιναν, όσα έβλεπα. Θυμήθηκα πως είχε μια φίλη παιδική στην Καλαμαριά, με την οποία πηγαίνανε μαζί κατασκήνωση κάπου στη Χαλκιδική. Θυμήθηκα το όνομα και τα υπόλοιπα ήταν εύκολα. Στο επόμενο κατέβασμα από Μαύρη Θάλασσα, ξεμπάρκαρα στην Κωνσταντινούπολη και πέταξα για Θεσσαλονίκη. Βρήκα το τηλέφωνο, μίλησα, κανόνισα μια συνάντηση. Αρνιόταν πεισματικά να μου αποκαλύψει οποιαδήποτε πληροφορία για τη Χριστίνα, τι κάνει, πού ζει, τίποτα. Αλλά άκουγε αυτά που είχα να πω. Και με είχε συναντήσει, άρα... Μου υποσχέθηκε πως θα της μιλούσε, θα της έλεγε πως βρεθήκαμε και πως ήθελα να τη δω, και πως, αν δεν είχε αντίρρηση, θα της έδινε το τηλέφωνο του ξενοδοχείου μου και τον αριθμό δωματίου μου για να με καλέσει».

Στα μάτια του τώρα έβλεπα αχαλίνωτη χαρά. Δεν ήξερα τι να πω. Ούτε τι να κάνω. «Και;» τον ρώτησα. «Τι έγινε;»

«Είχα αποφασίσει να περιμένω για μία εβδομάδα. Αν δεν είχε δώσει σημεία ζωής μέχρι τότε, θα δοκίμαζα να βρω άλλον τρόπο να τη συναντήσω. Τελικά, αντί για το τηλέφωνο χτύπησε η πόρτα. Ξαφνιάστηκα. Της άνοιξα. Με κοίταξε επίμονα, ύστερα έκανε ένα βήμα και με αγκάλιασε αμήχανα, διστακτικά. Με φίλησε μαλακά στο μάγουλο και μου άφησε σημάδι με το κραγιόν της. Μπήκε στο δωμάτιο, άνοιξε κατευθείαν την μπαλκονόπορτα και βγήκε στο στενό μπαλκόνι. Άναψε τσιγάρο και με κοίταξε ξανά. Της είπα τα πάντα, της ζήτησα μια δεύτερη ευκαιρία. Με άκουσε σιωπηλή. Ύστερα μου είπε πως το παιδί δεν ήταν δικό μου».

Τον άκουγα και η καρδιά μου κόντευε να πεταχτεί από το στήθος μου.

Χαμήλωσα το βλέμμα και έμεινα να κοιτάζω το πάτωμα.

«Και;» τον ρώτησα.

«Θα μετακομίσει σε δύο βδομάδες. Της είπα πως θα βρω σπίτι κάπου στον Υμηττό, κάπου κοντά στο μέρος που βλέπω στο όνειρό μου. Θα φύγω και από το κωλόσπιτο, που έχεις λυσσάξει τόσα χρόνια».

Φαινόταν ευχαριστημένος. Δεν ήξερα τι να πω· κι έτσι το βούλωσα. «Μπράβο ρε» κατάφερα να τραυλίσω. Έβαλε δυο ουίσκια ακόμα και τα κατεβάσαμε μονορούφι. Του ζήτησα ένα ποτήρι νερό, του είπα ψέματα πως είχα να πάω να πάρω τη μικρή από μια φίλη της και έφυγα κουτρουβαλώντας τις σκάλες. Άσε τον πούστη στην άγνοιά του, άσ’ τον να επιπλεύσει μαζί με τα αφρόψαρα και τα πλαστικά σκουπίδια. Με τους άλλους φελλούς.

Αποφάσισα να κρατήσω το στόμα μου κλειστό. Αφού δεν είχε πει εκείνη τίποτα, εγώ τι δουλειά είχα να βγάλω τα μάτια μου μόνος μου; Άσε που δεν μπορούσε να αποδείξει τίποτα, ό,τι και να έλεγε. Δεν είχα την οικογένειά μου από τότε; Παντρεμένος άνθρωπος, οικογενειάρχης, τι δουλειά είχα εγώ με την γκόμενα του αδελφού μου; Θα ήταν ο λόγος της ενάντια στον δικό μου.

Άφησα τον χρόνο να κυλήσει. Κάποια στιγμή σκέφτηκα να τον κλείσω σε κάνα ίδρυμα, για το καλό του. Κανείς δεν θα βρισκόταν να μου πει τι και πώς μετά απ’ όσα μου ’χε πει τις προάλλες. Μετά σκέφτηκα, ποιος είμαι εγώ να πάρω τέτοια απόφαση; Ποιος θα εξηγούσε στον πατέρα το «χρήζει ψυχιατρικής αξιολόγησης;»

Οι δύο βδομάδες πέρασαν. Ύστερα η τρίτη. Πέρασα από τη Διπύλου να δω σε τι φάση ήταν. Ανέβηκα τις σκάλες. Το σπίτι αμπαρωμένο, ο Μηνάς πουθενά. Χτύπησα στο από κάτω διαμέρισμα, στη σπιτονοικοκυρά του, και ρώτησα αν ήξερε πού βρισκόταν, μήπως τον είχε ακούσει να φεύγει το πρωί. Με κοίταξε στα μάτια σαν κάτι να έψαχνε και μου είπε πως ο Μηνάς είχε αφήσει το διαμέρισμα εδώ και χρόνια. Ο αδελφός του δεν ήμουν; Με θυμόταν από εκείνη τη φορά που είχα κατέβει για να της ζητήσω ένα ανοιχτήρι για κρασί όταν ο μικρός είχε πρωτομετακομίσει στο σπίτι. Είχε πετύχει τον πατέρα μας πέρσι ένα απόγευμα, να βολτάρει στη Διπύλου. Της είχε πει πως ο Μηνάς είχε μπαρκάρει και δεν γύρισε ποτέ, τον πήρε η θάλασσα σε κάποια τρικυμία, εκτός κι αν έλεγε αλήθεια εκείνος ο Φιλιππινέζος μηχανικός πως τον είχε δει να πηδάει.

Δεν το ’ξερα;

altInfo
Ο Μάνος Μπονάνος γεννήθηκε το 1979 στην Αθήνα. Εργάζεται στον χώρο του βιβλίου, ως επιμελητής και μεταφραστής.

 

 

 

 

 

 

 

  

***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. . Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Το σπίτι του Μπίντερμαν

Το σπίτι του Μπίντερμαν

Διήγημα του Χρήστου Μπουραντά

Σου είχα πει κάποτε: Αν ποτέ το σκεφτείς στα σοβαρά, αν δεν την παλεύεις άλλο, πάρε με να περάσω. Ό,τι και να γίνει.

Και θα ’ρθω τρέχοντας στη γειτ...

Το ψάρι

Το ψάρι

Διήγημα του Γιώργου Κανακάρη

- Δεν ήμουν εγώ!

Μάταια το βλέμμα του γυρίζει μία σε μένα και μία στη μάνα του και πουθενά δεν βρίσκει παρηγοριά. Τα μάγουλά του έχουν πασαλειφτεί από τα δάκ...

Λοκντάουν

Λοκντάουν

Διήγημα της Μέμης Κατσώνη

Στα μέρη μας, στα ανατολικά οροπέδια, τα παιδιά παίρνουν τα ονόματά τους από τον κινηματογράφο. Κάθε φορά μου έχουμε ευτυχές γεγονός, μαζευόμαστε στο σπίτι με το νεογέννητο, μας δείχνουν το μωρό κα...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Κάναμε τόσοι πολλοί τόσο λάθος;

Κάναμε τόσοι πολλοί τόσο λάθος;

Του Χρήστου Τσιόλκα

Αυτός που δεν έχει ζήσει στα χρόνια πριν την Επανάσταση δεν γνωρίζει τη γλύκα της ζωής. (Ταλεϋράνδος).

Διανύου...


Διαβάζοντας το Darling, τότε και τώρα

Διαβάζοντας το Darling, τότε και τώρα

Για το μυθιστόρημα του Φρέντερικ Ράφαελ «Darling» (μτφρ. Πηνελόπη Ζαλώνη, εκδ. Βακχικόν).

Της Διώνης Δημητριάδου

Μακρινό το 1965, όταν παιζόταν στις οθόνες η κινηματογραφική εκδο...

Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, ο συγγραφέας ως αναγνώστης

Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, ο συγγραφέας ως αναγνώστης

Για το βιβλίο του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ «Μαθήματα για τη ρωσική λογοτεχνία» (μτφρ. Ανδρέας Παππάς, εκδ. Πατάκη).

Του Φώτη Καραμπεσίνη

...