Λευκό φως

Εκτύπωση

Richter dead 1988Της Γεωργίας Γιαννοπούλου

Κουλουριασμένη σε μια άκρη του κελιού δίπλα στον σπασμένο νιπτήρα χώνει το κεφάλι όσο πιο βαθιά μπορεί στα πόδια. Οι λυγμοί της αθόρυβοι. Διάφανοι και επαναλαμβανόμενοι σαν τις σταγόνες που εδώ και τέσσερα χρόνια χάνονται στον οχετό, τη μόνη σύνδεση με τον έξω κόσμο. Τώρα δε θα την ακούσει κανείς. Η ευχαρίστηση θα είναι όλη δική της. 

Την ξάφνιασε ότι μπορεί να βγει από μέσα της δάκρυ. Δεν καταλάβαινε καν αν έκλαιγε για την Uli ή την αναπάντεχη ικανότητά της να αισθανθεί. Τίποτα δεν είχε νιώσει όταν άφησε τον Felix στον πατέρα του παρά τις επίμονες παρακλήσεις του να έρθει στα συγκαλά της. Τίποτα όταν έμαθε για τον πρώτο νεκρό απ' τις δράσεις του κινήματος. Στην κηδεία της μάνας της δεν πήγε, ήδη ήταν τότε στη λίστα. Θα είχε κλάψει; Αχ, μάνα, άδικος ο χαμός σου. Πώς γίνεται να μην κατάλαβες εσύ τον σκοπό μας...

Ο θάνατος της Uli –αυτοκτονία η επίσημη εκδοχή– ήταν όμως κάτι άλλο. Σαν μια ρωγμή που άνοιξε στη φιμωμένη βούλησή της για ελευθερία, για να βγει από τον άτοπο λήθαργό της, εάν δεν είχε συμβεί κάτι ακόμα πιο δυσάρεστο, με μοναδικό σκοπό, έλεγε από μέσα της, να φτάσει η δυστυχία της στα όρια του παροξυσμού. Η σιωπή αυτή –και ήταν αδιαπραγμάτευτο– σήμαινε το οριστικό τέλος των αγώνων τους. Το τέλος όλων εκείνων που φλόγιζαν την ψυχή της όταν πράγματα άθλια και αβάσταχτα στα μάτια των κοινών ανθρώπων, των ανθρώπων χωρίς σκοπό, τη δοκίμαζαν.

Ο φύλακας είπε χαμογελώντας ότι απ' το κελί της Uli ακουγόταν μουσική όταν κλώτσησε το σιδερένιο κρεβάτι κι αγκάλιασε τη θηλιά. Έψαλλε; Τραγουδούσε; Τρανζίστορ δεν άφηναν στο ίδρυμα. Τι δαίμονες μπήκαν στο μυαλό της; Μα όχι. Η ίδια καθαρόγραψε το γράμμα της Uli στην αδελφή της όταν της είχαν σπάσει τον αντίχειρα. Ξεκάθαρα το έγραφε, αν πεθάνω, να ξέρεις, θα μ' έχουν σκοτώσει. Πότε έρχεται η δική μου σειρά;

Θυμάται πώς έψαλλε μικρή τις Κυριακές στην εκκλησία του πατέρα της. Λευκό φόρεμα με γαλάζια δαντέλα που σχημάτιζε κρινάκια και περιστέρια, λευκά παπούτσια με μπαρέτα και χρυσό κούμπωμα, γάντια με γαλάζιες ραφές... 

Θυμάται πώς έψαλλε μικρή τις Κυριακές στην εκκλησία του πατέρα της. Λευκό φόρεμα με γαλάζια δαντέλα που σχημάτιζε κρινάκια και περιστέρια, λευκά παπούτσια με μπαρέτα και χρυσό κούμπωμα, γάντια με γαλάζιες ραφές, την ίδια ώρα που οι Ναζί έκαιγαν Εβραίους στο Auschwitz-Birkenau. Η πρόσκοπος των χριστιανών κορασίδων, η αριστούχος της Φιλολογίας, η μητέρα, η αφοσιωμένη σύντροφος, η κομψή νεαρά με τις πέρλες, το μυαλό της οργάνωσης, η αγέλαστη δολοφόνος τριαντατεσσάρων με ηθική ή φυσική αυτουργία, η ερωμένη του Andreas. Πόσο εύκολα οι φυλλάδες εστίαζαν στο ένα ή το άλλο, δίνοντάς της άλλοτε άλλοθι, άλλοτε κατάρες. Την αθώωναν και την καταδίκαζαν πριν ξεκινήσει το δικαστήριο, πριν ακόμα τη βρουν στο Αμβούργο. Σε τέτοια χώρα έκλαιγαν τάχα αδικοχαμένους νεκρούς, ρεμάλια της πολιτικής που έτρεφαν την ανάγκη για συλλογικό όραμα με λυσσαλέες υποσχέσεις για καταναλωτισμό δυτικού τύπου, αποχαύνωση, βίαιη απολιτικοποίηση και αποποίηση των εγκλημάτων τους.

Μπορεί η Uli να μην άντεξε –αν είχε πράγματι επιλογή– αλλά η ίδια θα φτάσει μέχρι τέλους. Αυτοί ή εμείς, στο τέλος νικά πάντα ένας. Σκουπίζει τα μάτια και γλύφει το αλάτι στις άκρες των δαχτύλων. Σαν τότε που πήραν τον Felix στο Rostock κι έπαιζαν με τα κύματα. Φώναζε και γελούσε κακαριστά κάθε φορά που τον κάλυπταν. Άνοιγε τα βρεγμένα μάτια του με τις κολλημένες βλεφαρίδες, έκανε τάχα πώς πνιγόταν, ξεροκατάπινε και ξεσπούσε σε ασταμάτητα γέλια μέχρι να δει το επόμενο να πλησιάζει. Έκλεινε τα μάτια και τη μύτη, το περίμενε να περάσει και ξανά απ' την αρχή. Δυνατό παιδί, σίγουρα ήταν ο μόνος που κατάλαβε εξαρχής ότι η μαμά έπρεπε να φύγει, δεν είχε άλλη επιλογή.

Οι στάλες του νερού, θολές και βαριές συνεχίζουν μονότονα, κουραστικά. Τι να σκέφτεται τώρα ο Andreas; Παλιότερα της μιλούσε μέσα από όνειρα. Έπαιζε με τα μαλλιά της ενώ διάβαζε με τα χοντρά γυαλιά του, την κοίταζε με σοβαρότητα όταν αυτή ανέλυε τις σκέψεις της, αντιμαχόταν τα επιχειρήματά της όταν έπεφτε σε άτοπους συλλογισμούς, ενώ οι μύες του προσώπου του συσπόνταν απ' την έξαψη. Πέρασε καιρός απ' την τελευταία φορά που ξύπνησε με ταχυπαλμία απ' το ίδιο της το γέλιο. Την είχε πείσει ότι είχε άδικο, τι άλλο, και αστειευόταν με το πείσμα της, ξεροκεφαλιά θα την έλεγε εκείνος. Δύο χρόνια τουλάχιστον που μαζί με τις υπόλοιπες λειτουργίες του άλλοτε γυναικείου σώματος είχαν πάψει πια και τα όνειρα.

Πρέπει να κρατήσουν το μυαλό ζωντανό, σκέφτεται, αυτό στοχεύουν αυτοί εκεί έξω. Κι ο Andreas το ίδιο κάνει το δίχως άλλο. Δε θα μας χαρίσουν το δικαίωμα σε μια αξιοπρεπή δίκη, το ξέρουμε, ποιο δικαστήριο αντέχει ν' ακούσει, ό,τι και να υποσχεθούν στον εισαγγελέα, πόσο ταλέντο να έχει για να βρωμίσει την αλήθεια μας. Ο κόσμος θα καταλάβει μα δε θα μας ακούσει ποτέ πια.

Μετρά και θυμάται. Τον βλέπει μπροστά της με τις ξυλομπογιές. Καλύπτει το στόμα με την παλάμη και ψιθυρίζει όσο πιο σιγανά μπορεί, τόσο που κανείς δε θα την ακούσει.

Καλό βράδυ, καληνύχτα
Άγγελος σε φυλάει
Το χέρι σου βαστά
Στο φως προχωράει
Κοιμήσου γλυκά κι ευλογημένα
Ταξίδεψε στου ονείρου την άβυσσο
Κοιμήσου γλυκά κι ευλογημένα
Φτιάξε τώρα τον δικό σου Παράδεισο

Στην κεντρική εικόνα έργο του Gerhard Richter με τίτλο Dead (1988).

GiannopoulouInfo
Η Γεωργία Γιαννοπούλου γεννήθηκε το 1985 στην Κέρκυρα. Σπούδασε μηχανικός υπολογιστών και πληροφορικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών και συνέχισε με μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στο Ομοσπονδιακό Πανεπιστήμιο (ETH) της Ζυρίχης. Τα τελευταία δέκα χρόνια ζει στην Ελβετία, όπου εργάζεται στον τομέα της έρευνας και καινοτομίας. Ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο και παρακολουθεί σεμινάρια δημιουργικής γραφής με τον Γιάννη Καρκανέβατο.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. . Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Εκείνη την ημέρα

Εκείνη την ημέρα

Του Αντώνη Μυλωνάκη

«Η πίστη μπορεί να ανάψει φωτιά, που ούτε ο Θεός έχει τη δύναμη να σβήσει»

1

Σήμερα εί...

Σε αναμονή

Σε αναμονή

Του Χρυσόστομου Αγαπητού

Στο αεροδρόμιο του νησιού. Πέρα απ' τη τζαμαρία απλωνόταν η πίστα απογείωσης. Αν ήταν πρωί, θα μπορούσες ν' αγναντεύσεις τον ορίζοντα, τώρα όμως η γυάλινη επιφάνεια έμοιαζε με κάτοπτρο που καθρέπτιζε την ψυχρά φωτισμένη αίθουσα...

Ο καλός Βαυαρός

Ο καλός Βαυαρός

Του Κυριάκου Μαργαρίτη

Για τον Δόκτορα Σωτήρη Τσιόδρα

Η οδός Πανεπιστημίου έχει τώρα ερημώσει. Η συννεφιά επισπεύδει το σούρουπο. Σε λίγο θα βρέξει το δίστιχο: βουρκωμένη Δευτέρα ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Αυτές είναι οι βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2019

Αυτές είναι οι βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2019

Το Υπουργείο Πολιτισμού & Αθλητισμού ανακοίνωσε τις βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2019.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πρόκειται για τις τρεις κατηγο...

Ιστορίες για «χαμένες ομπρέλες», «καπέλα» και άλλα πλάσματα

Ιστορίες για «χαμένες ομπρέλες», «καπέλα» και άλλα πλάσματα

Για τη συλλογή μικροδιηγημάτων του Κώστα Σιαφάκα «Αντανάκλαση» (εκδ. Σμίλη).

Του Μιχάλη Μακρόπουλου

Στη συλλογή Αντανάκλαση του Κώστα Σιαφάκα, όπου τα πεζά έχουν συνήθως...

Αρίσταρχος Παπαδανιήλ: Συμμετέχοντας σε ένα διαμεσικό αφήγημα

Αρίσταρχος Παπαδανιήλ: Συμμετέχοντας σε ένα διαμεσικό αφήγημα

Με αφορμή την έκδοση και παρουσίαση του poster book του Αρίσταρχου Παπαδανιήλ «Ήταν μια φορά ένας κομίστας στην TV (Η πολυκατοικία)» (εκδ. Syllipsis), το χρονικό ενός διαμεσικού αφηγήματος.

Επιμέλεια: Λωνίδας Καλούσης...