24 Ιανουαριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:08:42:20 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Βενζίνη

E-mail Εκτύπωση

moma 1960Του Νίκου Μ. Δημητρόπουλου

Την πρώτη μέρα, όταν ο Βασίλης έπιασε δουλειά στο βενζινάδικο, φορούσε μαύρη φόρμα και κολεγιακό φούτερ. Είχε να ξυριστεί δυο μέρες και τα μάγουλά του φαίνονταν κάπως μπλάβα. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό σαν του νεκρού, λόγω της αϋπνίας που τον ταλάνιζε σταθερά, απ' όταν είχε πατήσει το πόδι του στην Γερμανία.

Η εδώ πλευρά της νύχτας

E-mail Εκτύπωση

edo plevra tis nyktasΤης Κατερίνας Ζαρόκωστα

Η πολυκατοικία είναι μικρή, πέντε διαμερίσματα όλα κι όλα, χαμηλή, τριώροφη – αυτό ήταν το επιτρεπόμενο όριο στην περιοχή. Τα πίσω μπαλκόνια, ευρύχωρα, βεράντες μάλλον θα τα ’λεγες, βλέπουν σε τέσσερις ακάλυπτους, τον δικό τους, τον εκ δεξιών, εξ ευωνύμων, και πίσω απέναντι. Τέσσερις ακάλυπτοι ενωμένοι και κατάφυτοι με παλιά δέντρα, θάμνους που έγιναν δέντρα, δάφνες, ροδιές, αγγελικές, άλλα άγρια που μοιάζουν με βελανιδιές, ευκαλύπτους, τόσο πυκνά και θρασεμένα που κτίσμα δεν ξεμυτίζει, έτσι που μπορείς να ξεχάσεις πως βρίσκεσαι μερικά χιλιόμετρα μόνο μακριά απ’ το κέντρο και να θεωρήσεις πως μεταφέρθηκες στην καρδιά της φύσης, μιας φύσης αχειροποίητης, στη χάρη του καιρού. Φαίνεται πως στους κατοίκους αρέσει το παρθένο, το αδούλευτο. Κηπουρός δεν βάζει ψαλίδι. 

Δεν ήταν αγάπη

E-mail Εκτύπωση

peopleblackwhitehandsΤης Αδαμαντινής Καβαλιεράτου

Από πού του ‘ρθε τούτο πάλι; Η ίδια εικόνα από εκείνο το όνειρο που τόσο τον είχε βασανίσει κάποτε, να ‘ρχεται ύστερα από τόσο καιρό; Ξανά; Μόνο που τώρα, να, κάπως αλλιώτικη μοιάζει η αίσθησή του. Λες και την παρακολουθεί από απόσταση· σαν μια ταινία που περνάει μπροστά στα μάτια του: Στέκεται, λέει, στην είσοδο της πολυκατοικίας και ξεδιαλέγει το ταχυδρομείο του, όταν ξαφνικά… ανοίγει η πόρτα του διαμερίσματός της και εμφανίζεται στο πλατύσκαλο εκείνη. Εκείνη! Με ένα φόρεμα λευκό και διάφανο. Τόσο διάφανο που από μέσα να μπορεί να διακρίνει γυμνό το μικροσκοπικό της κορμί. Κι έπειτα, τον τραβάει λέει με δύναμη μέσα –μα που τη βρίσκει στα αλήθεια τόση δύναμη;– τον σπρώχνει πάνω στον καναπέ κι ύστερα κάθεται στα πόδια του και αρχίζει να κλαίει πεισματάρικα και με νάζι.

Συχώρεση

E-mail Εκτύπωση

secret door by cincuΤης Δήμητρας Λουκά

Σαν έμαθαμ’ ότι θα ερχούνταν η μάνα να μας δει, έπιασαμ’ να παστρέψουμε το σπίτι, δυο δωμάτια όλο όλο με χώμα καταή και πορτοπαράθυρα από σαπισμένη σανίδα που άμα τη βάραγε η βροχή, νότιζε ως την καρδιά και έκαμε τα τσαούλια μας να τρέμουν.

Ερωτήσεις προσανατολισμού

E-mail Εκτύπωση

Istanbul photography Museum2Του Κωνσταντίνου Καπετανάκη

Η ίδια αόριστη αίσθηση, σαν κάτι να έχει ξεχάσει. Κάθεται στο πάτωμα, με την πλάτη στο κρεβάτι και κοιτάζει τα σχέδια του τρυπημένου από τσιγάρα χαλιού: πολύχρωμα φίδια σμίγουν και δαγκώνουν το ένα το άλλο, ορθάνοιχτα μάτια ξεπροβάλλουν ανάμεσα από φυλλώματα και σκελετωμένα κλαδιά δέντρων, επιβλέποντας τα ερπετά που παλεύουν με ανοιχτό το στόμα∙ πορφυρή πλέξη, αίμα. Ο ήλιος μπαίνει από την μπαλκονόπορτα και φωτίζει σαν προβολέας, πρώτα τα γυμνά του πόδια κι ύστερα διάσπαρτα γύρω τους κομμάτια από σπασμένο γυαλί. Μόλις και διακρίνει την θάλασσα, ανάμεσα από τα κάγκελα της βεράντας. Ξημερώνει και αναρωτιέται πού είναι∙ δεν έχει καμία βεβαιότητα όταν ταξιδεύει. 

Ντοματόσουπα με παγάκια

E-mail Εκτύπωση

maxresdefaultΤης Κατερίνας Παπαντωνίου

Χθες βράδυ, λίγο μετά τις δέκα, βγήκε στη βεράντα για να καπνίσει φορώντας μια καμηλό ρόμπα σφιχτά δεμένη γύρω από τη μέση. Περισσότερη σημασία έδινε στη μυρωδιά του σπιτιού και τo λευκό των καναπέδων, ούτε τα αρωματικά κεριά, έλεγε, ούτε ο απορροφητήρας κάνουν δουλειά, παρά την υγρασία που σου κάθεται χειμωνιάτικα στα κόκκαλα. Το φεγγάρι άστραφτε ιοβόλο στα απέναντι κλειστά παράθυρα. Έσβησε τη γόπα στο πλατύφυλλο που κάλυπτε τη δυτική πλευρά του μπαλκονιού. Το είχε φυτέψει η Βικτώρια, γι’ αυτό υπέθετε πως είχε θεριέψει τόσο πολύ κι αγκάλιαζε σφιχτά, όπως εκείνη, ολόκληρο το διαχωριστικό τοίχο. Δύο αδέλφια ζούσαν στο διπλανό διαμέρισμα, δύο γερόντια τα οποία δεν μοιράζονταν σχεδόν τίποτα. Ο κύριος Νεκτάριος έβγαινε να καπνίσει στο πίσω, στενό μπαλκόνι της κουζίνας, παρέα με τον Μέφη, έναν κόκκινο κεραμιδόγατο· η γριά στο μπροστινό με τη χοντρή, βραδυκίνητη σιαμέζα – Στόλη τη φώναζε. 

Κουμπαράς

E-mail Εκτύπωση

WOMAN WITH STICKSΤης Όλγας Αικατερίνης Φουντέα

Άλλο ένα κι είκοσι χαμένο, σκέφτεται, όσο ψάχνει για ψιλά. Πού την έβαλε την κάρτα απεριορίστων; Στο πορτοφόλι μόνο η ταυτότητα ομογένειας, σπίτι δεν τη βρήκε κανείς. Με μια συνεχόμενη κίνηση, όσο ο μηχανισμός της κυλιόμενης καταπίνει το σκαλοπάτι στο οποίο στέκεται, κατεβάζει το φερμουάρ του μπουφάν της. Μέσα στο μετρό κάνει ζέστη. Νοέμβριο μήνα έπεσε η θερμοκρασία και μπορεί να δουλέψει σαν άνθρωπος, να καθαρίζει σπίτια χωρίς να ιδρώνει για πέντε ευρώ την ώρα. Ένα είκοσι συν ένα είκοσι το πρωινό εισιτήριο, δύο σαράντα. Μισή ώρα δουλειάς παρά δέκα λεπτά. Δεν είναι ότι την νοιάζουν και πολύ τα χρήματα, τα φέρνει βόλτα. Της έχει μείνει κουσούρι από τα λογιστικά στο εργοστάσιο στην Αλβανία, δεν μπορεί να σταματήσει τους υπολογισμούς. 

Χαρτόνια

E-mail Εκτύπωση

xartoniaΤης Μαριγώς Ζάννου

Κάθε χρόνο στις 31 Δεκεμβρίου στις 12 το μεσημέρι μαζευόμασταν γύρω από το τραπέζι της κουζίνας, και ο πατέρας έγραφε μ' ένα μαύρο χοντρό μαρκαδόρο πάνω σε λευκά χαρτόνια όλα όσα εγώ και η αδερφή μου είχαμε πετύχει, και όλα όσα δεν καταφέραμε να κάνουμε εκείνη τη χρονιά. Έβγαινε μετά στην αυλή και τα κολλούσε στον ξύλινο πίνακα που είχε σκαλίσει ο ίδιος τις γωνίες του με περίτεχνα σχέδια. Όλοι μας οι βαθμοί από το σχολείο, οι φόβοι, οι προσπάθειες και οι έρωτες ήταν σε κοινή θέα για μια εβδομάδα. Ύστερα δίπλωνε τα χαρτόνια και τα έκαιγε στο τζάκι.

Οι ναυαγισμένοι

E-mail Εκτύπωση

altΤης Μαρίας Κουγιουμτζή

Η μαμά δεν δεχόταν με κανέναν τρόπο να κατέβει. Δεν γίνεται, έλεγε. Δεν πρέπει να υπάρχει. Θάψτε το με χώμα, ως επάνω. Ύστερα ρίξτε του τσιμέντο. Να μην υπάρχει είσοδος.

Ο μπαμπάς κατέβηκε και έτριψε τους τοίχους με την βούρτσα. Ύστερα τους στοκάρισε και τους πέρασε δυο χέρια ασβέστη. Φαίνονταν καθαροί. Σε λίγο καιρό οι λεκέδες έκαναν ξανά την εμφάνισή τους.

Ο μπαμπάς κατέβηκε πάλι τις σκάλες, στοκάρισε άλλες δυο φορές και πέρασε πάνω πλαστικό.

Οι λεκέδες δεν άργησαν να εμφανιστούν.

Τα πιατάκια δεν τα πειράξανε

E-mail Εκτύπωση

brokenΤης Μέμης Κατσώνη

Δώδεκα ποτήρια σπασμένα. Όλες οι κούπες του καφέ θρύψαλα. Τα πιατάκια δεν τα πειράξανε. Η καινούργια μηχανή του καφέ λείπει. Τα μπρίκια τα πατήσανε κάτω, πίτα τα κάνανε. Τις καρέκλες τις κάψανε έξω στην αυλή, μην πάρει η φιάλη και τιναχτούνε. Τα σκυλιά δεν τα βρήκα ακόμα, δεν τα ‘χα δεμένα, φοβηθήκανε και πήρανε των οματιών τους, λέω. Το γατί καψαλισμένο στο σωρό το παραχώσανε, απ’ το κουδούνι το γνώρισα. Ναι, μύρισα φωτιά αξημέρωτα κι είπα να σηκωθώ να δω τι γίνεται. Δε φαίνεται το μαγαζί απ’ τα πέρα αλλά μ’ έτρωγε, σηκώθηκα και βγήκα κει που ξάνοιγε, είδα φωτιά και κατέβηκα. Ρώτησα γύρω, δεν είδανε τίποτα λέει, όνειρα βλέπανε. Ο Σταμάτης σαν κάτι ν’ άκουσε, είπε σάμπως είχαμε γλέντι όπως τα Σάββατα.

Σελίδα 5 από 5

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube