x
Διαφήμιση

24 Αυγουστου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:00:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ 10 ΧΡΟΝΙΑ 10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Μαρία Ξυλούρη γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Μαρία Ξυλούρη γράφει...

E-mail Εκτύπωση

altΠεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Μαρία Ξυλούρη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Το θυμωμένο μάτι

Στη μνήμη του Γιάννη Ν.

Τόσο ασήμαντο νησί ήταν η Αγια-Σκουριά, που όταν οι Σύμμαχοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, καμιά από τις αντιμαχόμενες πλευρές δεν ασχολήθηκε μαζί της· ούτε μισό τουφέκι δεν υπήρχε εκεί, έλεγαν οι αναφορές, μόνο καμιά πενηνταριά κάτοικοι παράξενοι που σύμφωνα με τις φήμες δεν μιλούσαν καν ελληνικά· αγρίμια και άφρονες, συνεννοούνται με μουγκρητά και νοήματα, σημείωνε κάποιος στο περιθώριο του δακτυλόγραφου. Στα τέλη εκείνου του Νοέμβρη, μετά από την περίεργη αναφορά ενός καϊκτσή –αναφορά που δεν διασώζεται–, μια ομάδα δέκα στρατιωτών πήγαν ως εκεί· διαπιστώθηκε ότι το νησί είχε εκκενωθεί σε άγνωστο χρόνο. Τα λιγοστά σπίτια ήταν κλειδαμπαρωμένα· μόνο η εκκλησία στην κορυφή παρέμενε ανοιχτή, αν και ήταν φανερό ότι φεύγοντας οι κάτοικοι είχαν πάρει τις εικόνες· ακόμα και το θαυμάσιο ξυλόγλυπτο τέμπλο είχε αφαιρεθεί, και υπέθεσαν ότι θα βρισκόταν κάπου αλλού στο νησί –ήταν βαρύ και δυσκίνητο και φαινόταν απίθανο να το έχουν πάρει μαζί τους–, μάταια όμως το αναζήτησαν. Απέμεναν οι αυστηρές αγιογραφίες –του Τζώρτζη του Κρητός, επιμένουν ακόμα μερικοί–, ένας Παντοκράτορας με το ένα μάτι θυμωμένο και το άλλο τρυφερό, και μια επίμονη μυρωδιά από λιβάνι. Οι στρατιώτες, σκιαγμένοι από την απουσία των ανθρώπων, ορκίζονταν πως το θυμωμένο μάτι τους ακολουθούσε όπως περπατούσαν μέσα στην εκκλησία. 

Στα τέλη εκείνου του Νοέμβρη, μετά από την περίεργη αναφορά ενός καϊκτσή –αναφορά που δεν διασώζεται–, μια ομάδα δέκα στρατιωτών πήγαν ως εκεί· διαπιστώθηκε ότι το νησί είχε εκκενωθεί σε άγνωστο χρόνο. Τα λιγοστά σπίτια ήταν κλειδαμπαρωμένα· μόνο η εκκλησία στην κορυφή παρέμενε ανοιχτή, αν και ήταν φανερό ότι φεύγοντας οι κάτοικοι είχαν πάρει τις εικόνες.

Αυτά ήθελε να αφηγηθεί στους ντόπιους δεκαετίες αργότερα ένας ξερακιανός γέροντας –κανένας δεν συγκράτησε το όνομά του–, ο μοναδικός επιζών από εκείνους τους στρατιώτες· οι άλλοι εννιά είχαν όλοι σκοτωθεί μέσα σε δύο χρόνια από την επίσκεψή τους, πράγμα που κάποιοι απέδιδαν σε κατάρα της Αγια-Σκουριάς, αλλά οι πιο σώφρονες απέδιδαν στον ίδιο τον πόλεμο που, πόλεμος είναι, άλλο δεν κάνει απ’ το να αφήνει πίσω του νεκρούς.

Ο γέροντας είχε βρεθεί στη Ρόδο για τουρισμό με τα εγγόνια του, και ρώτησε για την Αγια-Σκουριά, βέβαιος πως κανείς δεν θα είχε επιστρέψει, πως ο τόπος θα είχε απομείνει έρημος· κι όμως, κατοικημένος ήταν, έμαθε, οπότε πήγε μ’ ένα καΐκι για να τον δει με τα μάτια του. Τον βασάνιζαν ακόμα τα βλέμματα των αγίων στην εκκλησία· στον ύπνο του έβλεπε τα βαριά λουκέτα στις πόρτες, και τον επικεφαλής που με κοφτές χειρονομίες απαγόρευε στους στρατιώτες να τα σπάσουν· πολλές φορές είχε σκεφτεί να ξαναπάει, αλλά το θυμωμένο μάτι έφεγγε και έλεγε όχι. Η γύμνια του τοπίου, τα κοφτερά του βράχια, τον είχαν αγριέψει περισσότερο από τόσα και τόσα που είχε δει στις μάχες· νόμιζε πως οι κάτοικοι σίγουρα θα ήθελαν να εγκαταλείψουν την Αγια-Σκουριά από πριν αλλά δεν το είχαν τολμήσει· ο πόλεμος τους είχε δώσει την ιδανική αφορμή. Κι ωστόσο είχαν γυρίσει.

Ανεβαίνοντας ξανά, αρθριτικός πια και δυσκίνητος, τα απότομα σκαλιά από την προβλήτα, σκέφτηκε πως αυτό που πάνω απ’ όλα ήθελε να μάθει ήταν πού είχαν πάει, πώς τα κατάφεραν να φύγουν έτσι όλοι, γιατί γύρισαν – δεν το χωρούσε το μυαλό του. Συνέβη όμως σε ολόκληρο το νησί να μη βρίσκεται ένας άνθρωπος να καταλαβαίνει αγγλικά ή γερμανικά ή γαλλικά – καμία από τις γλώσσες που μιλούσε· ούτε τα λίγα ιταλικά και ελληνικά που θυμόταν τον βοήθησαν. Προσπάθησε να τους εξηγήσει, κι εκείνοι έγνεφαν, αλλά δεν καταλάβαιναν· στις ερωτήσεις του απλώς κουνούσαν το κεφάλι, απορημένα ίσως ή λυπημένα. Έμοιαζαν να έχουν ιδιαίτερη ευχέρεια στα νοήματα· όσο προσπαθούσε να τους μιλήσει, τα χέρια τους ήταν απασχολημένα με μια δεύτερη συνομιλία από την οποία ήταν ολοκληρωτικά αποκλεισμένος· οι κυματισμοί της είχαν μια κομψότητα την οποία ο άνθρωπος που είχε βιαστικά κι αστόχαστα γράψει το διόλου κολακευτικό εκείνο σχόλιο στην αναφορά προφανώς δεν είχε ποτέ του δει.

Στο τέλος, το πήρε απόφαση ότι δεν έβγαζε άκρη και πήρε τον ανήφορο για την εκκλησία – ορισμένοι κάτοικοι τον ακολούθησαν επιφυλακτικοί από απόσταση. Δεν ήταν σίγουρος τι φοβούνταν – ότι ήταν κακές οι προθέσεις του, ότι θα τους έμενε στον τόπο στη διαδρομή; Ο ίδιος ήξερε ότι η παρουσία του ήταν άκακη, και δεν φοβόταν μην τον προδώσει η καρδιά του, αν και η βεβαιότητά του αυτή τον ξάφνιαζε. 

Και να τες πάλι οι ίδιες αγιογραφίες· και να, όσα τότε απουσίαζαν είχαν επιστρέψει. Άναψε ένα κερί και κοίταξε τους αγίους. Πού πήγαν; μονολόγησε. Στην είσοδο της εκκλησίας είχε στηθεί και τον παρακολουθούσε η ακολουθία των ντόπιων· τα βλέμματά τους σάλευαν στην πλάτη του σαν έντομα. Κοίταξε το ξυλόγλυπτο τέμπλο. Πού είχε πάει, και πώς γύρισε; Απέφυγε το θυμωμένο μάτι του Παντοκράτορα, έκανε μεταβολή, προσπέρασε τους ντόπιους και άρχισε να κατηφορίζει, χολωμένος που αυτό το μυστήριο της ζωής του θα παρέμενε άλυτο. Εκείνοι βιάστηκαν να τον προλάβουν – τώρα βάδιζαν δίπλα του, κι ήταν, σκέφτηκε, σαν να συμμερίζονταν τον θυμό και την απογοήτευσή του: ξαφνικά τους συμπάθησε. Ένας τον τράβηξε με νοήματα προς το μεγάλο κτίριο πάνω από την προβλήτα – δεν το θυμόταν από την προηγούμενη φορά, κι έμοιαζε φερμένο από αλλού και ανεξήγητα φυτεμένο εδώ, έτσι αταίριαστο που ήταν με την κλίμακα του τόπου. Κάπου αλλού θα μπορούσε να είναι δημαρχείο ή λιμεναρχείο ή κάτι αντίστοιχο· θα ταίριαζε ίσως ψηλότερα, στη μικροσκοπική χώρα του νησιού, όπου ωστόσο νωρίτερα είχε διαπιστώσει ότι τα πάντα ήταν όπως τα θυμόταν, ταπεινά, ασβεστωμένα, με μόνη διαφορά ότι τα μικρά παράθυρα ήταν ανοιχτά.

Στο κτίριο τα παράθυρα ήταν μεγάλα και κλειστά· επιγραφή που να εξηγεί τη λειτουργία του δεν υπήρχε. Ο ντόπιος που του είχε κάνει τα νοήματα να πάει ως εκεί χτύπησε την πόρτα –μια πόρτα ψηλή, πόρτα για γίγαντες– κι αυτή άνοιξε μ’ έναν οξύ τριγμό· βγήκε ένας ψηλός άντρας στο κατώφλι, τον κοίταξε από πάνω ως κάτω, και του είπε, αγγλικά, έλα.

Τον ακολούθησε σε μια σάλα, με καμιά δεκαριά κατοίκους στο κατόπι του. Στη θέα του στρωμένου τραπεζιού παρηγορήθηκε: του είχαν ετοιμάσει ένα γεύμα· ήταν πιο καλοδεχούμενος απ’ όσο νόμιζε. Ο ψηλός άντρας συνέχισε να του μιλά στα αγγλικά. Ο γέροντας του εξήγησε ότι είχε ξανάρθει εδώ· αφηγήθηκε άλλη μια φορά την ιστορία του, χαρούμενος που επιτέλους κάποιος τον καταλάβαινε. Στο τέλος είπε, Έχω μείνει με την απορία: Πού πήγατε τότε; Πώς τα καταφέρατε και ταξιδέψατε, και δεν σας βούλιαξαν; Ο άλλος του χαμογέλασε. Εγώ ούτε γεννήθηκα, ούτε μεγάλωσα εδώ, του είπε, και μιλώντας έκανε κι εκείνος τις κυματιστές χειρονομίες των υπολοίπων. Αυτή είναι η πραγματική τους γλώσσα, σκέφτηκε ο γέροντας, σε καμία άλλη δεν θα δεχτούν να πουν πού πήγαν. Η οικογένειά μου έφυγε για την Αμερική πριν απ’ τον πόλεμο. Πήγανε να δουλέψουνε στο Ντιτρόιτ, στα εστιατόρια ενός ξαδέλφου από άλλο νησί που είχε φύγει το δεκατρία· όταν τα σπάσανε με τον ξάδελφο, κατεβήκανε στο Τάλπον Σπρινγκς με τους σφουγγαράδες. Ήρθα εδώ επειδή οι δικοί μου θέλανε ένας, έστω, από εμάς να πεθάνει στην Αγια-Σκουριά, κι όταν ήρθα εδώ και ρώτησα: πού είχατε πάει στον πόλεμο; μου είπανε: αλλού.

Ξαναρώτα τους, τον παρακάλεσε ο γέροντας.

Βγήκε να χαζέψει για λίγο ακόμα όσο να ξανάρθει το καΐκι να τον πάρει· ο ψηλός άντρας δίπλα του τού έδειξε τις καμπανούλες που φύτρωναν σε κάθε απίθανη σχισμή. Ενδημικό είδος, του είπε, δεν τις βρίσκεις αλλού, και απαλά τον άγγιξε στον ώμο. Το άγγιγμα έμοιαζε αθώο, ο γέροντας όμως κατάλαβε ότι είχε κάτι το οριστικό.

Δεν θα πουν, του απάντησε ο άλλος, και το χαμόγελό του ήταν ένα πλάσμα αμφίθυμο: λυπημένο γι’ αυτόν· περήφανο για κείνους. Φάε, πρόσθεσε, δεν έχουμε να σου προσφέρουμε απάντηση σ’ αυτό που ρωτάς, το φαγητό μας όμως σου το προσφέρουμε μετά χαράς. Ολόγυρά του χέρια κυμάτισαν σ’ ένα νόημα που πρέπει να υποδήλωνε συμφωνία· κάποιος πήρε ένα καρβέλι με ψωμί, έκοψε τη γωνία με τα δάχτυλα και του την έδωσε. Πρέπει ν’ αρκεστείς σ’ αυτό, νόμισε ο γέροντας ότι διάβασε στο βλέμμα του. 

Όσο έτρωγαν, ακούγονταν κρότοι από το ταβάνι: μια ακολουθία παράξενα μηχανικών ήχων που τον τάραξε. Η ανιψιά μου έχει τον αργαλειό της στη σοφίτα, του εξήγησε ο άλλος όταν τον ρώτησε. Δουλεύει. Σκέφτηκε, μα αυτός ο αργαλειός θα πρέπει να είναι τερατώδης, αρκέστηκε όμως σ’ ένα και μόνο νεύμα. 

Του έστρωσαν να κοιμηθεί σ’ ένα απ’ τα υπνοδωμάτια του πάνω ορόφου· είχε στο μεταξύ πληροφορηθεί ότι το κτίριο αυτό προοριζόταν για πανσιόν· το παράξενο νησί σκόπευε ν’ ανοιχτεί στον κόσμο. Αισθάνθηκε μια κάποια στεναχώρια γι’ αυτό, κοιμήθηκε όμως καλά και το πρωί, αλείβοντας μέλι στη φρυγανιά του, αποφάσισε ότι η νοσταλγία του ή ίσως ο φόβος του θανάτου τον είχε ξεγελάσει, τον είχε παρασύρει ν’ αναζητήσει εδώ κάτι κρυμμένο που ωστόσο δεν υπήρχε για να αποκαλυφθεί· κανένα μυστήριο, μόνο η ζωή που πάντα συνεχίζεται· ο τόπος που αναζητούσε είχε σβήσει κάτω από τ’ αδιάκοπά της βήματα, μαζί με τη δική του νιότη· σωστά το έλεγε εκείνος ο φιλόσοφός τους, στο ίδιο ποτάμι δεύτερη φορά δεν μπαίνεις. Βγήκε να χαζέψει για λίγο ακόμα όσο να ξανάρθει το καΐκι να τον πάρει· ο ψηλός άντρας δίπλα του τού έδειξε τις καμπανούλες που φύτρωναν σε κάθε απίθανη σχισμή. Ενδημικό είδος, του είπε, δεν τις βρίσκεις αλλού, και απαλά τον άγγιξε στον ώμο. Το άγγιγμα έμοιαζε αθώο, ο γέροντας όμως κατάλαβε ότι είχε κάτι το οριστικό· θυμήθηκε τη διαθήκη του, προσεκτικά διπλωμένη και φυλαγμένη σ’ έναν λευκό φάκελο στο συρτάρι του γραφείου του, και πήρε μια βαθιά ανάσα. Πόσο έχω ακόμα; ρώτησε. Δέκα μέρες, του απάντησε ο άντρας. Σ’ ευχαριστώ, του είπε, επειδή ήταν πολύ μεγάλος πια για να πιστεύει ότι θα ζήσει αιώνια, ή ότι θ’ αλλάξει κάτι μία μέρα ή ένας χρόνος ζωής ακόμα, κι έπειτα πήγε προς τα σκαλιά για την προβλήτα. 

Στην εκκλησία, ο Παντοκράτορας έκλεισε το θυμωμένο μάτι, κι όταν το ξανάνοιξε, η αυστηρότητα της μορφής του είχε γλυκάνει λιγάκι, ενώ στη σοφίτα της πανσιόν η γυναίκα σήκωσε μια στιγμή το κεφάλι της από τον αργαλειό και αναστέναξε.

* Η ΜΑΡΙΑ ΞΥΛΟΥΡΗ είναι συγγραφέας και μεταφράστρια.
Τελευταίο της βιβλίο, το μυθιστόρημα «Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου» (εκδ. Καλέντης).


ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΞΥΛΟΥΡΗ

alt

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Αλεξάνδρα Κ* γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Αλεξάνδρα Κ* γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Αλεξάνδρα Κ*.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Εύα Μ. Μαθιουδάκη γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Εύα Μ. Μαθιουδάκη γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Εύα Μ. Μαθιουδάκη.

Επιμέλεια: Κώστας...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Αλέξης Σταμάτης γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Αλέξης Σταμάτης γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, ο Αλέξης Σταμάτης.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Αλεξάνδρα Κ* γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Αλεξάνδρα Κ* γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Αλεξάνδρα Κ*.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Εύα Μ. Μαθιουδάκη γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Εύα Μ. Μαθιουδάκη γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Εύα Μ. Μαθιουδάκη.

Επιμέλεια: Κώστας...

Θεατρικά Bestiaria: η διασταύρωση της ανθρωπινότητας με τη ζωικότητα

Θεατρικά Bestiaria: η διασταύρωση της ανθρωπινότητας με τη ζωικότητα

Για το βιβλίο του Γιώργου Π. Πεφάνη «Θεατρικά Bestiaria – Θεατρικές και φιλοσοφικές σκηνές της ζωικότητας» (εκδ. Παπαζήση).

Της Ιφιγένειας Καφετζοπούλου

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube