10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Κώστας Ακρίβος γράφει...

Εκτύπωση

altΠεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, ο Κώστας Ακρίβος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Αδερφέ μου Γύφτο...

Χήρα, άτεκνη και ούτε καν είκοσι χρονών είναι η Ζωή Ντιμισκή όταν παίρνει την απόφαση να φύγει απ΄ το χωριό του άντρα της, το Μουζάκι Καρδίτσας, και να γυρίσει πίσω στο δικό της. Τον Γιαννάκη Μαυρομμάτη τον κλότσησε και τον άφησε στον τόπο το μουλάρι του, στον δεύτερο μόλις χρόνο του γάμου τους. Τίνος τη βοήθεια να ζητήσει και ποια πόρτα να χτυπήσει η Ζωή που, εκτός απ΄ όλα τα άλλα, είναι όμορφη και έχει τον φόβο μήπως οι χωρικοί παρεξηγήσουν τη χρεία της, αυτηνής μιας ξενοτοπίτισσας; Έτσι λοιπόν μια καλοκαιριάτικη νύχτα μαζεύει τα μπογαλάκια της και μετά από οδοιπορία τριών ημερών, μέσ΄ από λαγκάδια και ρουμάνια, επιστρέφει στη Σκουληκαριά της Άρτας. Ανασαίνει τώρα ανακουφισμένη, ονειρεύεται μια καινούργια αρχή για την άτυχη ζωή της. 

Αλλιώς τα περιμένει τα πράγματα η Ζωή και άλλη τροπή παίρνουν΄ οι άντρες είναι εκείνοι που κάνουν κουμάντο στις οικογενειακές υποθέσεις. Τα τρία αδέρφια και προπάντων ο μεγαλύτερος, ο Κώστας, εξοργίζονται με την απόφασή της. Την πηγαίνουν και την κλείνουν στο μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, όπου ηγούμενος είναι ο αδερφός της μακαρίτισσας της μάνας τους, ο Καλλίνικος Τρίμπος. Εδώ η Ζωή θα περάσει τα επόμενα τέσσερα χρόνια κάνοντας χρέη καντηλανάφτισσας και βαρυγκωμώντας, πολλές φορές φανερά και όχι πάντα με κόσμιο τρόπο, για την άδικη μοίρα της. Είναι ακόμη νέα, είναι όμορφη και, το κυριότερο, το αίμα της βράζει για τις χαρές της ζωής. 

Συχνά πυκνά εκείνο τον καιρό περνούν απ΄ το μοναστήρι και κονακεύουν, πότε για μία βραδιά και πότε για ολόκληρη εβδομάδα, διάφορα μπουλούκια Κλεφτών από τα γύρω βουνά. Ένας απ΄ αυτούς, ίσως ο πιο συχνός επισκέπτης, ο Νικόλας Πλακιάς με τα παλικάρια του.

Συχνά πυκνά εκείνο τον καιρό περνούν απ΄ το μοναστήρι και κονακεύουν, πότε για μία βραδιά και πότε για ολόκληρη εβδομάδα, διάφορα μπουλούκια Κλεφτών από τα γύρω βουνά. Ένας απ΄ αυτούς, ίσως ο πιο συχνός επισκέπτης, ο Νικόλας Πλακιάς με τα παλικάρια του. Ο ηγούμενος όλους τους ξέρει και όλα τα καταλαβαίνει, ακόμα κι αυτά που γίνονται νύχτα πίσω από τις σφαλισμένες πόρτες των κελιών. Στην αρχή δεν μιλάει΄ μπόρα είναι σταλμένη από τον Οξαποδώ και θα περάσει. Σαν παίρνει όμως η κοιλιά της Ζωής να φουσκώνει και τα φερσίματά της να γίνονται όλο και πιο παράξενα, ειδοποιεί τα ανίψια του. 

Οι Ντιμισκαίοι καταφτάνουν θορυβημένοι στο μοναστήρι και κακήν κακώς παίρνουν την αδερφή τους. Έτσι όπως τα κατάφερε, ας πάει στον διάολο κι ακόμα παραπέρα! 

Για να γυρίσει στη Σκουληκαριά η Ζωή ούτε λόγος. Έτσι κι αυτή παίρνει των ομματιών της και κατεβαίνει ξανά κάτω στα πεδινά, όχι όμως στο χωριό του άντρα της. Ξέρει από παλιά ότι έξω απ΄ το Μουζάκι, εκεί κοντά όπου έχει στήσει τις σκηνές τους μια φάρα Σαρακατσαναίων, υπάρχει κάποια σπηλιά που οι χωρικοί δεν την πλησιάζουν γιατί φοβούνται τις νεράιδες και τα άλλα ξωτικά που την κατοικούν. Εδώ θα περάσει τους επόμενους δυο μήνες η Ζωή, με τις γυναίκες των Σαρακατσαναίων να της φέρνουν πότε κάνα πιάτο φαγητό και πότε καμιά βελέντζα, και εδώ θα γεννήσει μόνη κι αβοήθητη το μαυροτσούκαλο αγοράκι της. 

Μόλις ξελεχωνιάζει, η Ζωή πηγαίνει και αφήνει το παιδί στη Σαρακατσάνα Πουλιάνα για να το βυζάξει και να το προσέχει κι αυτή ξεκινάει για τα γύρω χωριά. Ντυμένη με τα καλογερίστικα ρούχα του μοναστηριού, άλλες φορές πουλάει χαϊμαλιά κι αρσενικοβότανο και άλλοτε πάλι απλώνει το χέρι για ζητιανιά. Ο καιρός περνάει, ο μικρός μεγαλώνει και μια Κυριακή η Πουλιάνα την παίρνει και πάνε στο κοντινό μοναστήρι και βαφτίζουν το παιδί. Του δίνουν το όνομα Γιώργος, επειδή εκείνη τη μέρα το μοναστήρι τυχαίνει να γιορτάζει τον Άγιο και προστάτη του. 

Ο μικρός μέρα με τη μέρα στέκεται όλο και πιο γερά στα πόδια του και αρχίζει να ακολουθεί τη μάνα του στη στράτα της ζητιανιάς. Στα χωριά κανένας δεν τον φωνάζει με το όνομά του΄ όλοι «μούλο» και «μπάσταρδο» τον λένε, με τη Ζωή, που δεν έχει χαλινό στη γλώσσα της, να ξεσπάει σε βρισιές και κατάρες, που κάνουν τους χωρικούς να τη χλευάζουν ακόμα πιο πολύ. 

Για τον Γιώργη όλος ο κόσμος είναι γεμάτος εχθρούς. Σκύβει το κεφάλι μπροστά στους μεγάλους, ενώ τους μικρούς τούς κοιτάζει πάντα με βλέμμα λοξό. Λιανός, μαυριδερός, τσάκνα τα πόδια του, φτενή σάρκα΄ ένα άχυρο στον αέρα. Αυτός δεν έχει πατέρα να τον συντρέξει, ούτε σπίτι όπως οι άλλοι. Και η μάνα του κάτι κακό θα έχει κάνει για να μη θέλει κανείς να τους καταδεχτεί. 

Περνούν ένα δυο χρόνια. Κάποια στιγμή η Ζωή μαθαίνει πως τα αδέρφια της δεν ζουν πια. Τους έστησαν καρτέρι στο Λούκοβο της Πάνω Πέτρας και τους σκότωσαν απ΄ το σόι του Πλακιά, σαν εκδίκηση που κι αυτοί λίγο καιρό νωρίτερα είχαν σκοτώσει εκείνον που τους κηλίδωσε το όνομα της φαμελιάς τους. 

Χαίρεται-και-δεν-χαίρεται μ΄ αυτό το νέο. Εκείνο τώρα που αποφασίζει και κάνει τις επόμενες μέρες είναι να πάρει τον μικρό της γιο και να επιστρέψει δεύτερη φορά πίσω στα βουνά της πατρίδας της. 

Φτάνει χαράματα στη Σκουληκαριά με τον μικρό Γιώργη ζαλικωμένο στην πλάτη. Στην είσοδο του χωριού κοντοστέκεται. Ύστερα από ώρα γυρίζει την πλάτη και απομακρύνεται, αφού πρώτα έξω απ΄ το κοιμητήρι του χωριού θα σηκώσει τα δυο της χέρια και θα ρίξει ένα φάσκελο στα μνήματα΄ έτσι, σαν μνημόσυνο για τα αδέρφια της. 

Στην Τούνιστα του Βάλτου και σε όλη τη γύρω περιοχή καπετάνιος είναι ο αρματολός Δημήτρης Ίσκος, που η Ζωή τον είχε φροντίσει τραυματία στο μοναστήρι. Στο αρχοντικό του πηγαίνει και ζητάει δουλειά, να καθαρίζει τους στάβλους και να πλένει τους απόπατους. 

Μαζί με τους σχεδόν συνομήλικους γιους του Ίσκου και τ΄ άλλα παιδιά του χωριού ο Γιώργης θα περάσει τα παιδικά του χρόνια, παίζοντας πετροπόλεμο και τσαλαβουτώντας στα νερά και τις λάσπες της ρεματιάς. Μισόγδυτος, ξυπόλυτος, άφοβος με τα αγκάθια και τις τσουκνίδες. Τώρα, όμως, λογίζεται κι αυτός ένας μικρός Ίσκος, ένας Ισκάκης. Και, για την τόση μαυρίλα και την αψηφισιά του στους κινδύνους, οι χωρικοί τού κολλάνε μπροστά απ΄ το όνομα το τούρκικο «Καρα». Αυτή την αφοβιά εκτιμάει ο μεγάλος Ίσκος στον «γιο της καλογριάς» και, ούτε καλά καλά δέκα χρονών, τον στέλνει γιδοβοσκό στα κοπάδια του. 

Δεν περνάει ένας χρόνος και η γη φεύγει κάτω από τα πόδια του Γιώργη. Η μάνα του έβγαλε ένα κακό σπυρί και πάνω στον μήνα πεθαίνει. Καταφαρμακωμένος, παρατάει τα ζωντανά και το σκάει από την Τούνιστα. Στο διπλανό κεφαλοχώρι ο αγάς χρειάζεται νεροκουβαλητή, να πηγαίνει και να γεμίζει τα γκιούμια στο πηγάδι. Για τρία χρόνια κάνει αυτή τη δουλειά ο Γιώργης. Αγόγγυστα, υπομονετικά, λες και είναι η τιμωρία που πρέπει να ξεπληρώσει για την αμαρτία της μάνας του που τον έφερε στη ζωή. 

Ένα μεσημέρι Παρασκευής και ενώ οι γυναίκες του σπιτιού έχουν πάει στο τζαμί για την προσευχή, εκεί που είναι ξαπλωμένος στον οντά του και λαγοκοιμάται, ο Γιώργης νιώθει ένα χέρι να του χαϊδεύει τα απόκρυφα. Ανοίγει σκιαγμένος τα μάτια και βλέπει από πάνω του το χαμογελαστό πρόσωπο του φιλήδονου αγά.

Ένα μεσημέρι Παρασκευής και ενώ οι γυναίκες του σπιτιού έχουν πάει στο τζαμί για την προσευχή, εκεί που είναι ξαπλωμένος στον οντά του και λαγοκοιμάται, ο Γιώργης νιώθει ένα χέρι να του χαϊδεύει τα απόκρυφα. Ανοίγει σκιαγμένος τα μάτια και βλέπει από πάνω του το χαμογελαστό πρόσωπο του φιλήδονου αγά. Δεν χρειάζεται να σκεφτεί πολύ. Αρπάζει απ΄ το ζωνάρι του αγά το μαχαίρι και το μπήγει στην κοιλιά του. Ύστερα το βάζει στα πόδια. 

Βρίσκεται τώρα να βολοδέρνει στις χαράδρες και τις κορυφές των Τζουμέρκων, χειρότερος κι από αγρίμι. Κάποια στιγμή θα πέσει πάνω στο μπουλούκι του Φώτη Σκαλτσογιάννη και θα σμίξει μαζί τους. Αγαλλιάζει η καρδιά του με τα ανδραγαθήματα των παλικαριών, ή σαν τους βλέπει πώς τροχίζουν τα σπαθιά και γυαλίζουν τις παλάσκες, ή όταν κάθεται απόμερα και τους βλέπει να χορεύουν και να τραγουδούν: Πασά μ΄ έχω εγώ το σπαθί / βεζίρι το ντουφέκι...

Όμως αυτός δεν είναι πλασμένος να υπακούει σε διαταγές και να σκύβει το κεφάλι. Με την πρώτη ευκαιρία το σκάει. Φτάνει στη Γράλιστα, μονάζει στη σπηλιά του Λώλου και εκεί στήνει το πρώτο λημέρι. Μοναδικά του όπλα, η σβελτάδα και η καπατσοσύνη. Κλέβει φρούτα, αρπάζει πουλερικά. Το όνομά του γίνεται βρισιά στο στόμα των γυναικών όταν απευθύνονται στα παιδιά τους: «Σαν τον Καραϊσκάκη καταντήσατε, βρε!». Με τον καιρό μαζεύει γύρω του κι άλλους σαν κι αυτόν αδέσποτους ομήλικους. Μπουλουξής πια τώρα και ο ίδιος. Πότε στα ορεινά χωριά και πότε κάτω στον κάμπο ρίχνεται στους Τούρκους και τους μακελεύει. Το όνομά του γρήγορα ταξιδεύει, φτάνει μέχρι την πολιτεία με τη μεγάλη λίμνη. 

Πρώτη φορά κινδυνεύει να πέσει στα χέρια των Αγαρηνών όταν καταπατεί μια βασική αρχή των Κλεφτών: δεν κονακεύουμε εκεί όπου περάσαμε τη μέρα μας. Ήταν καλό όμως το γλεντοκόπι σε κάποια βαφτίσια στο Τροβάτο και τους έχει βρει τώρα η νύχτα. Ξυπνάνε από τις μπαταριές των Τούρκων, που έχουν ζώσει από παντού το σπίτι που τους φιλοξενεί. Ο Γιώργης δεν τα χάνει, βάζει το πανούργο μυαλό του να δουλέψει. Η διαταγή που δίνει είναι να ανοίξουν τα πορτοπαράθυρα και να πετάξουν έξω τις κάπες τους. Οι Τούρκοι ξεγελιούνται και μες στο σκοτάδι αδειάζουν τα ντουφέκια στα δίχως σώματα ρούχα. Την αμέσως επόμενη στιγμή και μέχρι να προφτάσουν να ξαναγεμίσουν, σι σύντροφοι του Γιώργη πετιούνται έξω και τους λιανίζουν. 

Τη δεύτερη φορά, όμως, δεν στέκεται τυχερός. Το Λιοντάρι της Ηπείρου στέλνει καταπάνω τους ολόκληρο ασκέρι. Τους κλείνουν στο φαράγγι της Χόρμοβας και τους πετσοκόβουν. Τον ίδιο θα τον πιάσουν στα ψηλώματα του Πούρνου και με αλυσίδες στα χέρια και τα πόδια θα τον κατεβάσουν στα Γιάννενα. Ζωντανό τον θέλει ο Αλής. 

Τον περνάνε από γερή φάλαγγα και ύστερα τον ρίχνουν για πολλά μερόνυχτα στο πιο σκοτεινό μπουντρούμι. Τιμωρία και συμμόρφωση, να τιθασεύσει για καλά το καπλάνι. Όμως, για να μην τον χαλάσουν, έχουν μεσολαβήσει παρακαλεστικά στον Αλή ο Δημήτρης Ίσκος και ο μακρινός του θείος Γώγος Μπακόλας. 

Όταν έρχεται η μέρα που θα τον φέρουν μπροστά του, ο Τεπελενλής τον κοιτάζει για ώρα πολλή και δεν μιλάει. Το ίδιο αλύγιστη και η ματιά τού αλυσοδεμένου. Ο Αλής ξεφυσά, φρουμάζει. Στο τέλος: 

«Τι θα κάνω εγώ με σένα, ωρέ Καραϊσκο;»

Και ο Καραϊσκος, επιστρατεύοντας όλο το θράσος, του αποκρίνεται: 

«Αν με κρένεις άξιο, κάνε με αφέντη. Αν για χουσμεκιάρη, κάνε με χουσμεκιάρη. Αν δε με γνωρίζεις άξιο για τίποτα, ρίξε με στη λίμνη». 

Να τον πετάξει στη λίμνη ούτε λόγος. Και βέβαια, δεν τον κάνει ούτε υπηρέτη, ούτε αφέντη. Θα τον κάνει όμως τζοχανταραίο, έναν από τους έμπιστους της προσωπικής του φρουράς. 

Φίδι βάζει ο Αλής στον κόρφο του. 

* Ο ΚΩΣΤΑΣ ΑΚΡΙΒΟΣ είναι συγγραφέας.
Τελευταίο βιβλίο του, το μυθιστόρημα «Γάλα Μαγνησίας» (εκδ. Μεταίχμιο).


ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΚΡΙΒΟΥ

alt

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Σπύρος Κιοσσές γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Σπύρος Κιοσσές γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, ο Σπύρος Κιοσσές.

Επιμέλεια: Κώστας Αγ...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Γιώργος Γλυκοφρύδης γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Γιώργος Γλυκοφρύδης γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, ο Γιώργος Γλυκοφρύδης.

Επιμέλεια: Κώστ...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Αλεξάνδρα Κ* γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Αλεξάνδρα Κ* γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Αλεξάνδρα Κ*.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Μάγια Λούντε: «Υπάρχουν τόσες εκδοχές ενός βιβλίου όσες και οι αναγνώστες του»

Μάγια Λούντε: «Υπάρχουν τόσες εκδοχές ενός βιβλίου όσες και οι αναγνώστες του»

Συνομιλία με τη Νορβηγή συγγραφέα Μάγια Λούντε περί cli-fi, μελισσών, οικογενειακών σχέσεων, σχέσεων αγάπης αλλά και απώλειας με αφορμή το μυθιστόρημα «Η ιστορία των μελισσών» (μτφρ. Σωτήρης Σουλιώτης, εκδ. Κλειδάριθμος).  

...

Διαμαρτυρία για την έκδοση του βιβλίου «Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου»

Διαμαρτυρία για την έκδοση του βιβλίου «Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου»

Έντονη διαμαρτυρία ανθρώπων των γραμμάτων της Θεσσαλονίκης για την πρόσφατη έκδοση βιβλίου με «συνεντεύξεις» του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου.
 
 Θεέ μου, φύλαγ...
Στο περιθώριο της Ιστορίας

Στο περιθώριο της Ιστορίας

Για την επανέκδοση του μυθιστορήματος της Έλενας Χουζούρη «Σκοτεινός βαρδάρης – Βαλκανική μυθιστορία έρωτα και απώλειας» (εκδ. Πατάκη).

Του Κώστα Καβανόζη

...