x
Διαφήμιση

23 Αυγουστου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:00:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ 10 ΧΡΟΝΙΑ 10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Αλέξης Πανσέληνος γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Αλέξης Πανσέληνος γράφει...

E-mail Εκτύπωση

altΠεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, ο Αλέξης Πανσέληνος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Δεριγνύ 10

Ήταν η καλύτερη και η χειρότερη εποχή εκείνη και αν επανέρχομαι σ’ αυτήν είναι γιατί η νοσταλγία γιατρεύει κάπως την πικρή γεύση των χαμένων ευκαιριών – και η ζωή μου όλη μια σειρά από τέτοιες χαμένες ευκαιρίες ήταν. 

Ήμασταν ανάμεσα στα δεκαεννιά και στα είκοσί μας η Νόνη κι εγώ και είχαμε συνδεθεί μ’ εκείνη την φιλία (που δεν ήταν μόνο φιλία) που δένει τους παλιούς συμμαθητές του Δημοτικού καθώς οι συμπτώσεις και οι συγκυρίες –υπεράφθονες σε μια κοινωνία μικρή όπως η δική μας, μικρός ο κόσμος!– σας φέρνουν διαρκώς πάλι και πάλι να ανταμώνετε. 

Η Νόνη ήταν ο δεύτερος μεγάλος έρωτας της παιδικής μου ηλικίας. Στην Πρώτη ερωτεύτηκα τη Μάγια, στη Δεύτερη –κι από τότε ίσαμε που υποχρεώθηκα να εγκαταλείψω το σχολείο μας για να πάω σε δημόσιο και για χρόνια αργότερα– τη Νόνη. Χωρίς ποτέ ανταπόκριση. 

Αν και υπήρχανε πιο όμορφα κορίτσια, όλοι μαζί της ήταν ερωτευμένοι επειδή είχε πάντα εκείνη την ξεχωριστή τσαχπινιά –όχι, την αδικώ, δεν ήταν τσαχπινιά, μια χάρις ήταν, μια αύρα που ανάδινε– και επειδή ήταν έξυπνη και καλή μαθήτρια και επειδή είχε από τότε στο αίμα της ένα ταλέντο σχεδόν θεατρικό και ήξερε να παίζει την πιο όμορφη, την πιο ποθητή και την πιο έξυπνη γυναίκα απ’ όσο ήταν στην πραγματικότητα, αλλά πού να βγάλει άκρη μπροστά σε μια τόσο τέλεια παράσταση ένας θολωμένος κι άβγαλτος αρσενικός. 

Τα κορίτσια ήταν ένας άλλος κόσμος, ένα στρατόπεδο εχθρικό που έπρεπε να το εκπορθήσεις ή να το κάνεις να συμμαχήσει μαζί σου για κάποιο λόγο και έτσι να δρέψεις τους καρπούς της συμπάθειας και του θαυμασμού τους. Αυτό λίγοι από μας τ’ αγόρια το κατάφερναν: οι πιο ψηλοί, οι πιο αθλητικοί και οι πιο ωραίοι.

Τα κορίτσια ήταν ένας άλλος κόσμος, ένα στρατόπεδο εχθρικό που έπρεπε να το εκπορθήσεις ή να το κάνεις να συμμαχήσει μαζί σου για κάποιο λόγο και έτσι να δρέψεις τους καρπούς της συμπάθειας και του θαυμασμού τους. Αυτό λίγοι από μας τ’ αγόρια το κατάφερναν: οι πιο ψηλοί, οι πιο αθλητικοί και οι πιο ωραίοι – ωραίοι έστω στα δικά τους μάτια, των κοριτσιών, που έχουν διαφορετικά κριτήρια από των αγοριών για την ομορφιά. 

Για αθλητικός δεν ήμουν· κάθε άλλο. Ποδόσφαιρο δεν έπαιζα καλό, οι κλωτσιές μου έστελναν την μπάλα οπουδήποτε αλλού εκτός από εκεί που έπρεπε και όταν ερχόταν η ώρα να διαλέξει ένας αρχηγός τους παίχτες της ομάδας του, εγώ ήμουν ο τελευταίος στις προτιμήσεις τους. Τα κορίτσια που καταδέχονταν να παρακολουθήσουν τους σύντομους αγώνες μας στα διαλείμματα ή κρυφοκοίταζαν από μακριά κάνοντας πως δεν ενδιαφέρονται για τα παιχνίδια των αγοριών, μαζί μου γελούσαν. Κι εγώ… α! εγώ… από τότε κιόλας, από τόσο νωρίς, είχα εφεύρει το άλλοθι του κωμικού, ώστε τα γέλια τους αντί να έχουν αφορμή τις αποτυχημένες προσπάθειές μου να δώσω πάσα, να σουτάρω ή να κλέψω την μπάλα από τα πόδια του αντιπάλου, να έχουν αφορμή τις κωμικές φιγούρες και τους μορφασμούς της υπερβολικής απελπισίας μου, που μετέτρεπαν με επιτυχία το μειονέκτημα της αγαρμποσύνης στο πλεονέκτημα του κωμικού ταλέντου με το οποίο υπονόμευα τη σοβαρότητα του ματς και της θέσης που είχα αναλάβει στην ομάδα. Κερδίζεις και με το γέλιο τη συμπάθεια – δεν το ‘ξερα τότε, αργότερα το ανακάλυψα, όταν το έκανα παντιέρα και σήμα κατατεθέν μου, άλλωστε στο εγχειρίδιο του καλού κυνηγού λέει πως κερδίζει τη γυναίκα όποιος την κάνει να γελά. Αλλά να γελά μαζί σου; Αμφίβολο, ριψοκίνδυνο κι εύκολο να γυρίσει μπούμερανγκ, να σε κάνει δια παντός αποσυνάγωγο και εκτός αγώνος. 

Ούτε ψηλός ήμουν άλλωστε, όπως ο Διονύσης ή ο Ρένος, ούτε ξανθός όπως ο Σοφοκλής που ξεχώριζε με τα κατσαρά μαλλιά και τα ανοιχτόχρωμά του μάτια, ούτε η προφορά μου στα Αγγλικά μπορούσε να συναγωνιστεί την προφορά του Σπύρου που η μάνα του (ψιθυριζόταν) ήταν Αγγλίδα και στο σπίτι μιλούσαν περισσότερο τη δική της γλώσσα απ’ όσο του Έλληνα πατέρα του. Και –βέβαια– εγώ, ενώ τα περισσότερα παιδιά τα έφερνε στο σχολείο το σχολικό λεωφορείο και τον Δημοσθένη τον έφερνε ως την είσοδο, πάνω στη Λεωφόρο, η Ρολς Ρόυς με τον οδηγό (η οικογένεια είχε στην ιδιοκτησία της ένα μεγάλο ξενοδοχείο στην Πανεπιστημίου και ένα άλλο επίσης μεγάλο στη Ρόδο) εγώ, λοιπόν, που έμενα σε μια γειτονιά τόσο κεντρική που λίγα μόνο διαμερίσματα τα κατοικούσαν οικογένειες και τα περισσότερα ήταν γραφεία, δικηγόρων, χρηματιστών, εφημερίδων και επιχειρήσεων, ερχόμουν –και για λόγους οικονομίας και για λόγους εγγύτητας– ως το σχολείο με τα πόδια. 

Τελευταίος στην κλίμακα αξιών αρσενικής γοητείας για τα κορίτσια. Αν όχι για όλα, για τη Νόνη σίγουρα. Όλοι έλεγαν πως τα είχε φτιάξει με τον Διονύση τη μια χρονιά και με τον Δημοσθένη την άλλη, τη χρονιά που ήταν για μένα η τελευταία στο σχολείο αυτό κι από το σπίτι μού είχαν ήδη ανακοινώσει πως η μαθητική μου ζωή άλλαζε και θα συνέχιζα σε δημόσιο – άρα σκεφτόμουν (και τα βράδια τιναζόμουν απ’ τον ύπνο μόλις άρχιζε να με παίρνει), άρα η τελευταία χρονιά που βλέπω τη Νόνη. Δεν θα με ξανακαλούσε σε πάρτι, δεν θα γελούσε ξανά με τις στραβοκλωτσιές μου στο ποδόσφαιρο, δεν θα μου έκλεινε το μάτι με θαυμασμό για τις ωραίες μου εκθέσεις που διαβάζονταν στη σαββατιάτικη συγκέντρωση του Δημοτικού αποσπώντας χειροκροτήματα και –ίσως, ποιος ξέρει, σκέφτομαι τώρα– τον έρωτα κάποιου από τα κορίτσια εκείνα που, όπως εγώ, δεν ήταν τα πιο όμορφα και περιζήτητα και εξ ανάγκης δεν κοιτούσαν μόνο τον Διονύση, τον Δημοσθένη, τον Ρένο ή τον Σοφοκλή, αλλά έδιναν και σ’ εμάς τους παρακατιανούς μια ψήφο. 

Μπορούσα να αλλάζω φωνή και ύφος, να μορφάζω και να κινούμαι σαν κάποιος που η αποτυχία τον τσάκισε στ’ αλήθεια, με το χαμόγελο στο στόμα ωστόσο και το μάτι τσαχπίνικο και παιχνιδιάρικο, μισόκλειστο προς τη μεριά των θεατών της παράστασης που έδινα ως κλόουν ή ηθοποιός του είδους Φωτόπουλου-Ηλιόπουλου-Λογοθετίδη, κερδίζοντας εντυπώσεις όταν κάποιος άλλος χωρίς αυτό το ταλέντο θα τις έχανε για πάντα.

Πρέπει όμως να πω ότι κάτι περίεργο και ιδιαίτερο μας συνέδεε, ας μη μ’ έβλεπε σαν αγόρι που μαζί του θα μπορούσε να τα φτιάξει. Όσο και αν πάτωνα στη βαθμολογία συγκριτικά με τους αθλητικούς, ψηλούς, ωραίους και πλούσιους, είχα τα ατού μου… Ήμουν ευχάριστος, γελαστός, είχα το χιούμορ που με ξεχώριζε. Αυτό που έκανα διακωμωδώντας τον εαυτό μου και τις αθλητικές μου ανεπάρκειες, συγγένευε με το δικό της θεατρικό ταλέντο και μου έδινε άλλη αξία στα μάτια της. Μπορούσα να αλλάζω φωνή και ύφος, να μορφάζω και να κινούμαι σαν κάποιος που η αποτυχία τον τσάκισε στ’ αλήθεια, με το χαμόγελο στο στόμα ωστόσο και το μάτι τσαχπίνικο και παιχνιδιάρικο, μισόκλειστο προς τη μεριά των θεατών της παράστασης που έδινα ως κλόουν ή ηθοποιός του είδους Φωτόπουλου-Ηλιόπουλου-Λογοθετίδη, κερδίζοντας εντυπώσεις όταν κάποιος άλλος χωρίς αυτό το ταλέντο θα τις έχανε για πάντα. Ναι, κάτι ήμουν για τη Νόνη, κάτι που το διαισθανόταν ιδιαίτερο, κάτι που η ίδια με το ταλέντο της ηθοποιού που διέθετε μπορούσε να εκτιμήσει. 

Ό,τι όμως και αν ήμουν, θα χανόταν, θα ξεχνιόταν, θα έσβηνε, θα ήταν σαν να μην υπήρξε ποτέ, όταν άλλαζα σχολείο στο τέλος της χρονιάς εκείνης. Και έτσι έγινε.

Στο διάστημα των δύο πρώτων χρόνων του Γυμνασίου, ο έρωτάς μου γι’ αυτήν είχε αποκτήσει τον χαρακτήρα του λατρευτικού πένθους, σαν αυτό που έχουν οι χριστιανοί για τον Ιησού Χριστό, το πένθος εκείνο που μετατρέπει την απώλεια σε θρησκεία και το κάνεις εικόνισμα και το προσκυνάς. Άτυχες οι συνομήλικές μου που τυχόν μ’ ερωτεύτηκαν στα πάρτι των συμμαθητών, οι παραθερίστριες της εξοχής, οι αδερφές των νέων μου φίλων που όλες τις συνέκρινα με τη Νόνη και τις έβρισκα λειψές. Προτιμούσα να ερωτεύομαι στο διάστημα εκείνο ηθοποιούς του Χόλιγουντ, σίγουρους έρωτες, αναπόδοτους, σαν τον έρωτά μου για τη Νόνη, τη Νόνη που είχα χάσει για πάντα!

Η πρώτη έκπληξη, τρία χρόνια αργότερα, ήρθε παραμονές των γενεθλίων της (ημερομηνία μαρκαρισμένη ανεξίτηλα στη μνήμη μου, όπως του ‘21, του 1789, του 1453 και του ’22 –και δεν ξεχνούσα να μνημονεύω σε κάθε επέτειό της, εκείνα τα τρία πρώτα χρόνια στο Δημόσιο, αναπολώντας τα πάρτι στο σπίτι της, στη μακρινή, εξωτική σχεδόν για μένα, γειτονιά της πλατείας Βικτωρίας– στο 10 της οδού Δεριγνύ) όταν έξαφνα με πήρε στο τηλέφωνο, που το σήκωσε η μητέρα μου και έκπληκτη σχεδόν όσο κι εγώ ακούγοντάς την, μου ανακοίνωσε θριαμβευτικά: «Σε ζητά η Νόνη!»

Η Νόνη έκανε ξανά πάρτι για τα γενέθλιά της και με καλούσε σπίτι της το Σάββατο που ερχόταν, στην παλιά, γνωστή της διεύθυνση της οδού Δεριγνύ 10, πλατεία Βικτωρίας («Μα πώς! Και βέβαια τη θυμάμαι, τι λες εκεί!») Τι κάνει; Τι γίνεται; Τι κάνουν οι παλιοί συμμαθητές μας; Ποιους βλέπει (ενν. «Με ποιον απ’ αυτούς τα έχεις τώρα;») μπα, λέει η Νόνη, οι καλύτεροι (ενν. «Οι πιο ωραίοι») άλλαξαν σχολείο, πώς αυτό, πού να σου λέω τώρα, ο Διονύσης αποβλήθηκε, ο Δημοσθένης πήγε στο Κολλέγιο («Φυσικά! Τι λόγος!») και οι άλλοι είναι βαρετοί όλοι τους (ενν. «Εσύ δεν είσαι, εσύ πάντα ήσουν ο αγαπημένος μου, ο καλύτερος απ’ όλους αυτούς και σ’ έχω επιθυμήσει αφάνταστα γλυκέ μου!») 

Το είπε αυτό ή δεν το είπε δεν έχει σημασία, εγώ αυτό το «γλυκέ μου» άκουσα πίσω απ’ όσα είπε στην πραγματικότητα και η πρόσκληση για το Σάββατο στο σπίτι της ήταν η νέα Επανάσταση του ‘21, η Παλιγγενεσία του έρωτά μου που έξαφνα, ακούγοντας τη βαθειά φωνή της, την πιο ωραία, πιο μελωδική μουσική του κόσμου, φούντωσε και κόρωσε και μ’ άρπαξε και μ’ έκανε παρανάλωμα, να ιδρώνω και να τραυλίζω φράσεις που άρχιζα και έκοβα μισές για ν’ ακούσω τη δική της φωνή να μου μιλά και να με προσκαλεί και να θέλει να με ξαναδεί μετά από τόσα χρόνια και μετά από τόσο πένθος λατρευτικό. 

Εκείνη η επανασύνδεση δεν κράτησε πολύ, παρά τις διαβεβαιώσεις πως τώρα θα βλεπόμασταν πιο συχνά, δεν θα αφήναμε να χαθούμε ξανά, δεν έπρεπε, αφού τόσο ξεχωριστός φίλος ήμουν εγώ γι’ αυτήν και εκείνη για μένα. 

Εκείνη η επανασύνδεση δεν κράτησε πολύ, παρά τις διαβεβαιώσεις πως τώρα θα βλεπόμασταν πιο συχνά, δεν θα αφήναμε να χαθούμε ξανά, δεν έπρεπε, αφού τόσο ξεχωριστός φίλος ήμουν εγώ γι’ αυτήν και εκείνη για μένα. 

Είχε αλλάξει; Ναι, είχε αλλάξει. Η παιδικότητα των χρόνων του Δημοτικού τώρα είχε δώσει τη θέση της σε μια θηλυκότητα που μου έσπαγε τα ρουθούνια – σα να ‘βγαζε κείνη τη μυρωδιά με την οποία τα θηλυκά ζώα ξετρελαίνουν τα αρσενικά και τα καλούν να ζευγαρώσουν, όμως όχι όλα τα αρσενικά, εκείνα τα πιο ωραία, τα πιο υγιή και τα πιο δυνατά που πάντα διαλέγει η φύση για να είναι τέλειο το ζευγάρωμα και να δημιουργηθούν απόγονοι βιώσιμοι και ικανοί να νικήσουν τους εχθρούς και τις καταστροφές της φύσης που τα απειλεί. 

Είχα αφήσει πίσω και στις αναμνήσεις μου διατηρούσα μια παιδούλα, τώρα είχα στην αγκαλιά μου, για όσο κρατούσε το μπλουζ που τόλμησα να χορέψω μαζί της χωρίς να γελοιοποιηθώ, ακουμπώντας το μάγουλό μου στο δικό της βελούδινο μάγουλο και ανασαίνοντας βαθιά, βαθιά ίσαμε τα νύχια των ποδιών μου, το μαγικό άρωμα που ανάβλυζε από το κορμί της και με τύλιγε και με παλάβωνε. Το βλέμμα της ήταν διαφορετικό. Το χαμόγελό της είχε αλλάξει. Το σώμα της είχε μεστώσει. Κάτω από το μεταξωτό πουκάμισο με τα κουμπάκια από ψεύτικο μαργαριτάρι που φορούσε, τα στήθη της σάλευαν αργά, σε κόντρα-τέμπο με το υπόλοιπο σώμα της καθώς χορεύαμε μαζί μπλουζ και τανγκό, ροκ εντ ρολ εκείνη με κάποιον από τους πιο επιδέξιους και πιο ικανούς καλεσμένους της – κάτι που εγώ ούτε να ονειρευτώ τολμούσα. Οι γάμπες της κατέληγαν (μαζί με το πυρετώδες βλέμμα μου) σε δυο τέλεια, αγαλμάτινα γόνατα που τα έβλεπα σαν πύλες προς τον κρυμμένο παράδεισο των λευκών μηρών καθώς πάνω στις στροφές του ροκ εντ ρολ αυτοί αποκαλύπτονταν κάτω από την ανασηκωμένη φούστα της. 

Δεν θυμούμαι ποιοι από τους παλιούς συμμαθητές του Δημοτικού ήταν εκεί. Ούτε που με νοιάζει τώρα ούτε που μ’ ένοιαξε τότε, το βράδυ εκείνο. Το βράδυ εκείνο στο διαμέρισμα του δεύτερου μιας πολυκατοικίας της οδού Δεριγνύ υπήρχαμε μόνο η Νόνη κι εγώ. 

Ξαναφούντωσε τότε ο έρωτάς μου, που είχε πάρει να χλομιάζει έπειτα από τόσον καιρό που είχα να τη δω – τούτη τη φορά ένας έρωτας αλλιώτικος, για μια κοπέλα τώρα πια, ένας πόθος για το σώμα αυτό που είχα αγκαλιάσει και μυρίσει το άρωμά του, απομνημονεύσει την αίσθηση που άφησε στις παλάμες, στο στήθος και στα πόδια μου η αφή του: πού ήτανε σκληρό και πού μαλακό, υποχωρητικό στο σφίξιμο. Το βλέμμα και το χαμόγελό της τώρα υπόσχονταν άλλου είδους παράδεισο από τις δειλές υποσχέσεις που χρόνια πριν σκορπούσαν τα παιδικά λακκάκια στα μάγουλά της και τα αθώα της γέλια με τ’ αστεία μου.

Οι ελπίδες μου όμως, ότι θα την έβλεπα πιο συχνά, πως θα μου τηλεφωνούσε να ξανανταμώσουμε, σε κάποιο πάρτι, για ένα σινεμά οι δυο μας, έμειναν μάταιες και με τον καιρό χλόμιασαν και πάλι και αδυνάτισαν.

Πέρασαν άλλα δύο χρόνια και τελειώναμε το σχολείο, εγώ στο άθλιο δημόσιο που με είχε ρίξει η οικονομική αδυναμία των δικών μου, εκείνη… ποιος ξέρει πού και πώς στο παλιό μας σχολείο της Λεωφόρου, ποιος ξέρει με ποιον ζευγαρωμένη από τους ψηλούς και τους ωραίους που της άρεσαν όπως άρεσαν σ’ όλα τα κορίτσια...

Πέρασαν άλλα δύο χρόνια και τελειώναμε το σχολείο, εγώ στο άθλιο δημόσιο που με είχε ρίξει η οικονομική αδυναμία των δικών μου, εκείνη… ποιος ξέρει πού και πώς στο παλιό μας σχολείο της Λεωφόρου, ποιος ξέρει με ποιον ζευγαρωμένη από τους ψηλούς και τους ωραίους που της άρεσαν όπως άρεσαν σ’ όλα τα κορίτσια, ποιος ξέρει αν δεν με είχε πια ξεχάσει για πάντα, αφού όπως μεγαλώναμε εμείς πλήθαιναν οι ασχολίες μας, οι φροντίδες για τα μαθήματα, η προετοιμασία για τις ανώτερες σχολές και τα φροντιστήρια, οι παρέες, οι μόδες, τα νέα τραγούδια και οι χοροί, τα συγκροτήματα που είχαν αρχίσει εδώ και χρόνια να μας απασχολούν και να μας χωρίζουν σε στρατόπεδα, άλλοι με τους Μπιτλς, άλλοι με τους Ρόλινγκ Στόουνς, άλλοι με άλλους λιγότερο γνωστούς που ξεφύτρωναν και γέμιζαν οι φωνές τους τα ραδιοκύματα και οι δίσκοι τους τα δισκάδικα της εποχής.

Και ήρθε το τελευταίο καλοκαίρι πριν τις εισαγωγικές κι εγώ ξεκαλοκαίριαζα πάλι στο εξοχικό μας και τεμπέλικα μελετούσα Αρχαία, Ιστορία και Λατινικά, καπνίζοντας ασταμάτητα και ξενυχτώντας άσκοπα μετά από τις βραδινές παραστάσεις των θερινών κινηματογράφων του προαστίου και συγκρίνοντας πάντα τα κορίτσια της παρέας με τη Νόνη και βρίσκοντάς τα ασήμαντα.

Και ένα πρωί που είχα πάρει το ποδήλατο και ανέβαινα στην πλατεία για μια βόλτα χωρίς σκοπό, χωρίς να πρόκειται να συναντήσω κάποιους από την παρέα των παραθεριστών στην οποία ανήκα, βρέθηκα μπρος της. Ήταν μια άλλη Νόνη αυτή, τρία χρόνια αργότερα, μια γυναίκα που είχε ομορφύνει κι άλλο –αν ήταν ποτέ δυνατό– ένα σώμα υπέροχο μέσα από το φθαρμένο τζιν και το αντρικό πουκάμισο με τα πάνω κουμπιά ξεκούμπωτα να φαίνεται το στήθος της, τα μαλλιά πιασμένα με στέκα-στεφάνι να ξεσκεπάζουν το ψηλό της μέτωπο και το άβαφτο πρόσωπό της με μια έκφραση τόσο απόμακρη και σοβαρή που αμφέβαλα αν θα μ’ αναγνώριζε κι αν θα μου μιλούσε.

Ξεκαβάλησε απ’ το δικό της ποδήλατο και στάθηκε πλάι μου, έσκυψε έτσι όπως πατούσε και τα δυο πόδια στο έδαφος και έφερε κοντά το πρόσωπό της για ένα φιλί παλιών συμμαθητών που συναντιώνται την πιο απρόσμενη ώρα στο πιο απρόσμενο μέρος. Στα πρώτα μου ερωτήματα, πώς κι είχε βρεθεί εδώ, τι έκανε, πού έμενε, τι είχε απογίνει τόσα χρόνια που είχαμε να μιλήσουμε και να συναντηθούμε, έσκυψε το κεφάλι και μου είπε: «Πέθανε ο πατέρας μου». Κι έμοιαζε μες από τα μπερδεμένα κι ακατάληπτά της μισόλογα σαν να παραδέχεται πως η ζωή γι’ αυτήν είχε τελειώσει, πως τίποτα απ’ όσα θυμόμουν εγώ ή θυμόταν εκείνη από τα παιδικά μας δεν μπορούσε να συνεχιστεί, πως όλα είχαν αλλάξει, πως ο θάνατος του πατέρα της ήταν το τέλος της ξενοιασιάς και πως τώρα ήταν ένα κορίτσι απροστάτευτο, που θα ακολουθούσε τη μοίρα του αντί να την ορίσει η ίδια, όπως όλοι πιστεύαμε πως μπορούσαμε – στο κατώφλι των σπουδών που μας οδηγούσαν στην ωριμότητα, στην ζωή των ενηλίκων, στο μέλλον της αποκατάστασης, του γάμου και της καριέρας. 

Ένιωσα τόση λύπη για την απώλειά της –ας μην θυμόμουν ποτέ να τον είχα δει τον πατέρα της– ώστε την αγκάλιασα εκεί επί τόπου, καβάλα ακόμα στο ποδήλατό μου και πατώντας κι εγώ με τα πόδια στο έδαφος, κι έγειρε το ένα ποδήλατο προς το άλλο και την κράτησα στην αγκαλιά μου, ψιθυρίζοντας αδέξια συλλυπητήρια και αναστενάζοντας με το τρομερό και αναπάντεχο χτύπημα που είχε δεχτεί και που την έκανε τόσο θλιμμένη και τόσο ευάλωτη, τόσο διψασμένη για παρηγοριά, ώστε για κάποιο λόγο ερεθίστηκα αφάνταστα έτσι όπως την κρατούσα, σίγουρος πως αν βρισκόμασταν οπουδήποτε αλλού και δεν είχαμε κι οι δυο από ένα ποδήλατο ανάμεσα στα πόδια μας, θα είχαμε πέσει σε κάποιο κρεβάτι και θα είχαμε κάνει έρωτα. Φυσικά μια σκέψη ήταν αυτή. Ποτέ δεν θα τολμούσα.

Ρώτησε πού είναι το σπίτι μου και μου έδωσε το τηλέφωνο του δικού της (νοίκιαζαν με τη μάνα της μια μονοκατοικία ένα-δυο δρόμους πάνω από τον κεντρικό που στεφάνωνε την πλατεία) και πριν χωρίσουμε με κοίταξε με ένα βλέμμα που έκανε ξανά την καρδιά μου να χτυπήσει όπως είχε να χτυπήσει εδώ και χρόνια. 

«Πρέπει να σε δω!» της είπα σαν να είχα κάτι πολύ σοβαρό να της ανακοινώσω ή να υπονοούσα πως κατέχω τη μαγική ικανότητα που –αν δεν ανάσταινε εκ νεκρών τον πατέρα της– πάντως θα την έκανε να ξεχάσει τον πόνο της για πάντα. Ρώτησε πού είναι το σπίτι μου και μου έδωσε το τηλέφωνο του δικού της (νοίκιαζαν με τη μάνα της μια μονοκατοικία ένα-δυο δρόμους πάνω από τον κεντρικό που στεφάνωνε την πλατεία) και πριν χωρίσουμε με κοίταξε με ένα βλέμμα που έκανε ξανά την καρδιά μου να χτυπήσει όπως είχε να χτυπήσει εδώ και χρόνια. 

Αν και με είχε ειδοποιήσει αμέσως σχεδόν μόλις μπήκε στο σπίτι πως είχε αγόρι, κάποιον Πέτρο, που τ’ ονοματεπώνυμό του δεν μου έλεγε τίποτα αλλά ξεκαλοκαίριαζε κι αυτός κάπου κοντά στο δικό τους σπίτι, με κοιτούσε με τρόπο που μ’ έκανε να λιώνω, με άγγιζε διαρκώς, ενώ της έδειχνα τα κατατόπια, τον κήπο και το δωμάτιό μου με τα βιβλία και τους δίσκους, με άφηνε να εισπνέω το άρωμά της.

Δεν πίστευα στα μάτια μου! Δυο ώρες μετά αφού της είχα πει πως η μητέρα μου ήταν στην Αθήνα, στο γραφείο, και θα ‘ρχόταν αργά το απόγευμα, η Νόνη βρέθηκε αρχικά καθισμένη στο ντιβάνι μου, διαβάζοντας δήθεν τα λόγια από το πίσω μέρος κάποιου δίσκου και καθώς εγώ είχα σκύψει να της δείξω ποιο ήταν το αγαπημένο μου τραγούδι, για το οποίο και μόνο αγόρασα τον δίσκο, ακούμπησε έξαφνα το μάγουλό της χαμηλά στο δικό μου, πιο πολύ κοντά στο στόμα μου, σαν να με καλούσε να τη φιλήσω. Και τη φίλησα! Έσκυψα λίγο περισσότερο και άγγιξα τα χείλη της που ήταν κόκκινα και υγρά. Δεν ξέρω πόσο κράτησε. Νομίζω πως κράτησε πολύ, για πάντα – σίγουρα τη μέρα εκείνη, τη στιγμή που έγινε το θαύμα, νομίζω πως γνώρισα τι θα πει για πάντα, πόσο μεγάλο είναι και πόσο αξέχαστο μένει. 

Είχα τόσο παραλύσει από ευτυχία ώστε δεν διανοήθηκα να κάνω τίποτα άλλο πέρα από το να νιώθω το υγρό σάλεμα των χειλιών της πάνω στα δικά μου και να εισπνέω τη μυρωδιά της, τη γεύση φράουλας – ναι, κάτι τέτοιο γευόμουν την ώρα εκείνη, φράουλα, δεν μπορεί να ήταν τίποτ’ άλλο. Και όταν χώρισαν τα στόματά μας η Νόνη κατέβασε τα μάτια της και είπε: «Το ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ!»

Έκανα πως δεν ακούω, με την ανόητη σκέψη πως δεν ήταν σωστό να τη φέρω σε δύσκολη θέση. Αλλά τα λόγια χαράχτηκαν στο μυαλό μου και έμειναν κλειδωμένα σε κείνο το κρυφό χρηματοκιβώτιο των πιο ακριβών μας τιμαλφών. Καθώς το σκέφτομαι σήμερα, ιδιαίτερα κάτω από το φως όσων ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια, είναι δύσκολο να πω με σιγουριά πού ακριβώς σε αυτή τη φράση έπεφτε ο τόνος και αν εκείνο το πόσο –όπως κάποιες λέξεις που οι καλοί ποιητές σπέρνουν δήθεν τυχαία ανάμεσα στις άλλες του στίχου, αλλά διαφοροποιούν την ερμηνεία του ποιήματος ύπουλα και φευγαλέα για λίγους μόνο αναγνώστες– αν λοιπόν το πόσο εκείνο δεν έπρεπε ας πούμε να τονιστεί περισσότερο και να βάζει έναν περιορισμό στα ξιπασμένα όνειρά μου που από τη στιγμή εκείνη είχαν αφηνιάσει. Ξέρεις πόσο σε αγαπώ. Δηλαδή σε αγαπώ –αλλά όχι για να τα φτιάξουμε, όχι όσο τον Πέτρο του φετινού καλοκαιριού, όχι όσο τους ψηλούς, πλούσιους και όμορφους του σχολείου μας, τότε, και τώρα του δικού της– άγνωστους όλους. 

alt

Άραγε το θυμόταν κι εκείνη; Ήταν δυνατό να μην το θυμάται; Και ήταν δυνατό να με καλεί να την ξαναδώ (αν και απόφευγε να μου απευθύνει κάποια πιο συγκεκριμένη πρόταση) χωρίς να θυμάται εκείνο το φιλί από την τελευταία φορά που είχαμε βρεθεί;

Τρία χρόνια αργότερα, όταν η ζωή μας είχε πάρει χωριστούς δρόμους, με τη Νόνη είχαμε κρατήσει τη συνήθεια να θυμόμαστε τα γενέθλιά μας. Πρέπει να ήμουν στο δεύτερο ή στο τρίτο έτος της Σχολής, τηλεφωνιόμασταν καμιά φορά όταν δεν είχαμε τίποτα καλύτερο να κάνουμε και πάντα λέγαμε πως είναι καιρός πια να ξαναβρεθούμε και να θυμηθούμε τα παλιά μας – ποια παλιά μας άραγε, γιατί εγώ εκείνο που είχα διατηρήσει στη μνήμη μου ήταν εκείνο το καλοκαιριάτικο φιλί που είχαμε αλλάξει και η φράση «ξέρεις πόσο σε αγαπώ». Άραγε το θυμόταν κι εκείνη; Ήταν δυνατό να μην το θυμάται; Και ήταν δυνατό να με καλεί να την ξαναδώ (αν και απόφευγε να μου απευθύνει κάποια πιο συγκεκριμένη πρόταση) χωρίς να θυμάται εκείνο το φιλί από την τελευταία φορά που είχαμε βρεθεί; 

– Θέλω να σε δω!

Ο κεραυνός έπεσε ένα κρύο, βροχερό βράδυ του Δεκέμβρη, έπεσε από το τηλέφωνο και η φωνή που άρθρωσε αυτές τις τέσσερις μαγικές λέξεις ήταν χαμηλή, λίγο έτρεμε μου φάνηκε. Φυσικά βρήκα χρόνο. Ήταν Παρασκευή, ερχόταν Σαββατοκύριακο, η μελέτη για τη Σχολή θα χαλάρωνε ούτως ή άλλως, πόσο μάλλον που αισθανόμουν πως δεν έπρεπε για κανένα λόγο να χάσω αυτή την ευκαιρία. 

– Έλα σπίτι μου. Θυμάσαι τη διεύθυνση; Δεριγνύ 10.

Όχι μόνο τη διεύθυνση, όλο το τοπίο είχα αποτυπωμένο στη μνήμη μου, την πρόσοψη της πολυκατοικίας, τα μαγαζιά στις δυο γωνίες του δρόμου καθώς ανοιγόταν στο τέλος του η πλατεία Βικτωρίας, το περίπτερο λίγο πιο κάτω από την είσοδο του σπιτιού της. 

Έκανα μπάνιο, ξυρίστηκα με προσοχή, μη μείνει ούτε γωνία του προσώπου μου απέραστη από το αμείλικτο ξυράφι και αρωματίστηκα με κάποια από τις κολόνιες της μόδας τότε. Από τη Χαριλάου Τρικούπη βγήκα Πανεπιστημίου και απέναντι από τη στοά του Ορφέα πήρα το τρόλεϊ για Πατήσια. Η άσφαλτος γυάλιζε από τη βροχή που είχε σταματήσει πριν λίγο, οι βιαστικοί διαβάτες απέφευγαν τις μικρές λίμνες νερού στα πεζοδρόμια, κάποιοι είχαν ακόμα ανοιχτές τις ομπρέλες. Στο «Ρεξ» έλαμπαν τα φώτα της εισόδου, η ταμίας κοιτούσε αφηρημένη μέσα από το γυάλινο κλουβί της και κάμποσοι χάζευαν τις δυο προθήκες με τις φωτογραφίες, αριστερά από το έργο που θα έπαιζε από Δευτέρα, δεξιά από εκείνο που παιζόταν τώρα. Το τρόλεϊ κατέβηκε αργά τη στροφή προς Ομόνοια ανάμεσα στα συνωστισμένα αυτοκίνητα που περίμεναν το φανάρι. Στη γωνία με την Πατησίων το φαρμακείο του Μαρινόπουλου ήταν ακόμα ανοιχτό και κόσμος μπαινόβγαινε από τη μεγάλη πόρτα της εισόδου. 

Ο δρόμος απλωνόταν τώρα μπρος μου, μια ατελείωτη ευθεία ως εκεί που έφτανε το μάτι. Μετρούσα τις στάσεις και βιαζόμουν, στραβοκοιτούσα τους επιβάτες που αργούσαν να επιβιβαστούν και να αποβιβαστούν, καταριόμουν το φανάρι στη συμβολή της Πατησίων με Αλεξάνδρας που παρέτεινε την αγωνία μου, μη χαθεί ούτε στιγμή από την πολύτιμη ώρα που θα βρισκόμουν στο σπίτι της.

Τα βήματά μου στο πεζοδρόμιο της Δεριγνύ, ίσαμε να φτάσω στο 10, μου φάνηκε πως γίνονταν σε αργή κίνηση, σαν τις σκηνές από ταινίες του Λεόνε ή του Πέκινπα όπου ο ήρωας εξακοντίζεται μέσα από μια τζαμαρία σπάζοντάς την σε χίλια κομμάτια που μπορούσες να τα μετρήσεις ένα ένα στην καμπύλη διαδρομή τους από τον αέρα ως το έδαφος.

Τα βήματά μου στο πεζοδρόμιο της Δεριγνύ, ίσαμε να φτάσω στο 10, μου φάνηκε πως γίνονταν σε αργή κίνηση, σαν τις σκηνές από ταινίες του Λεόνε ή του Πέκινπα όπου ο ήρωας εξακοντίζεται μέσα από μια τζαμαρία σπάζοντάς την σε χίλια κομμάτια που μπορούσες να τα μετρήσεις ένα ένα στην καμπύλη διαδρομή τους από τον αέρα ως το έδαφος. Έβαζα όση δύναμη περισσότερη μπορούσα για να βιάσω τα βαριά μου βήματα χωρίς να τρέξω, έπειτα ήταν η ευλογημένη πόρτα στον αριθμό 10, η βιαστική ματιά στα ονόματα των κουδουνιών, το πάτημα του κουμπιού, η αναμονή ίσαμε να ακουστεί το σωτήριο τσακ της κλειδαριάς και η πόρτα να κλείσει πίσω μου απομονώνοντας τον χώρο από τους ήχους του δρόμου, τυλίγοντάς με στην ευλογημένη ησυχία της πολυκατοικίας που στέγαζε την πιο πολύτιμη ύπαρξη του κόσμου. Σειρά είχε το ασανσέρ, η αργή κατάβασή του από τον πέμπτο, όπου είχε σταθμεύσει, η μυρωδιά του παρκεταρισμένου ξύλου της καμπίνας, ο πλαϊνός καθρέφτης πάνω στον οποίο μπορούσα να ρίξω τα αγχωμένα μου βλέμματα επιθεωρώντας την εμφάνισή μου, που ποτέ δεν είχε σταθεί αρκετή να γοητέψει τη Νόνη, κι όμως η μορφή, το σώμα και το πρόσωπό μου, τα ρούχα και τα μαλλιά μου ήταν όλο κι όλο που διέθετα για να πορευτώ σε τούτη τη ζωή, να μαγέψω και να προσελκύσω τους φίλους και τις ερωμένες που επιθυμούσα. 

Στο άνοιγμα της πόρτας είδα μια Νόνη πιο όμορφη από ποτέ. Με αγκάλιασε και με φίλησε και ήταν αυτός ο μόνιμος τρόπος της μαζί μου, όλα αυτά τα χρόνια, αυτές οι αγκαλιές και αυτά τα φιλιά που –εκτός από ένα!– δεν ήταν παρά οι φτωχοί συγγενείς κάποιων άλλων αγκαλιασμάτων και κάποιων άλλων φιλιών που ονειρευόμουν ξυπνητός και κοιμισμένος, κάτι σαν τις καρτ-ποστάλ με διάσημους πίνακες ζωγραφικής όπως η Γκερνίκα ή ο Βαπτιστής του ντα Βίντσι, φτωχοί κράχτες και προαγωγοί μιας ομορφιάς συμπαντικής. 

Καθίσαμε στο σαλόνι της, ένα βαρύ, μισοσκότεινο δωμάτιο με τραπεζαρία και καναπέδες από σκούρα καρυδιά, μιας άλλης εποχής, κατάλληλα για σπίτι μεγαλύτερο, δωμάτια πιο ευρύχωρα και πιο ψηλοτάβανα από το διαμέρισμα αυτό εδώ. Έφερε δυο πορτοκαλάδες με ανθρακικό να πιούμε κι εγώ έβγαλα το πακέτο του Άσσου άφιλτρο και χτύπησα ένα τσιγάρο στο πάνω μέρος πριν το ανάψω. Η Νόνη σπάνια κάπνιζε, αλλά της άρεσε να μυρίζει τον καπνό που έβγαζα από το στόμα μου και με παρακαλούσε να ανάψω κι άλλο μόλις είχα τελειώσει. 

Δεν θυμούμαι τι είπαμε και δεν κατάλαβα γιατί είχε πει πως θέλει να με δει. Πρέπει να περάσαμε την περισσότερη ώρα μιλώντας για έργα και βιβλία, για μουσικές (τομέα όπου αναγνώριζε την αυθεντία μου) και για τις σπουδές μας. Η Νόνη είχε μπει στη Γαλλική Φιλολογία, εγώ ήμουν στη Νομική, είχαμε και οι δύο διάφορα να αφηγηθούμε ο ένας στον άλλο από τη φοιτητική μας ζωή.

Έπειτα ξαφνικά μου εκμυστηρεύτηκε πως είχε δεσμό με κάποιον από τους καθηγητές της. Κεραυνοβολήθηκα αλλά δεν το έδειξα – τουλάχιστον έτσι έλπιζα. Ήταν παντρεμένος. Συναντιόνταν σε μια γκαρσονιέρα στην οδό Ροβέρτου Γκάλι και Φράττι γωνία, κάτω από την Ακρόπολη και, χωρίς εκείνη να του έχει ζητήσει κάτι, της έλεγε ότι σκοπεύει να χωρίσει τη γυναίκα του με την οποία η σχέση είχε χρόνια τώρα χαλάσει. Έπειτα βάλθηκε να μου τον περιγράφει. Κυρίως για τον χαρακτήρα του μου έλεγε, για το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό του ώριμου άντρα που σχετίστηκε με μια κοπέλα πολύ νεότερή του, σχεδόν στην ηλικία της κόρης του, γιατί είχε και μια κόρη που σπούδαζε στην Αγγλία Οικονομικά, την ευγένειά του, τον ιπποτισμό τού παλιού τζέντλεμαν που ανοίγει την πόρτα για να βγει και τραβάει την καρέκλα να καθίσει η ντάμα του, για τα κομψά και διακριτικά του δώρα, μια καρφίτσα, ένα παντάν, ένα στυλό με χρυσή πέννα και λουλούδια, πολλά λουλούδια. Ήταν όμορφος; ρώτησα εγώ. Είναι τόσο γλυκός, ένας σωστός αρκούδος! είπε και το χαμόγελό της έμοιαζε τόσο γοητευμένο από αυτόν τον άνθρωπο, που η καρδιά μου χτύπησε δυνατά, τόσο δυνατά που θα μπορούσε να την ακούσει. Σίγουρα άναψα ακόμα έναν Άσσο άφιλτρο και ρούφηξα τον καπνό με τόση βία που τα μάτια μου δάκρυσαν. 

Ήταν αυτό το τέλος; Δεν θα ξανάβλεπα ποτέ τη Νόνη, αν μάλιστα ο εραστής της χώριζε τη γυναίκα του και την παντρευόταν; Γιατί με κάλεσε να μου μιλήσει γι’ αυτόν αν ήταν αλλιώς; Και γιατί, ενώ ήξερα από παλιά ότι κάθε τόσο με κάποιον τα είχε –τρία καλοκαίρια πριν μου είχε μιλήσει για τον Πέτρο εκείνον, που δεν γνώρισα ποτέ– τώρα ένιωθα πως την έχανα για πάντα, πως η Νόνη περνούσε σε έναν κόσμο διαφορετικόν από τον δικό μας, των εικοσάρηδων, και άφηνε πίσω της εμάς και τα περιορισμένα οικονομικά μας, τους αδέξιους τρόπους μας· το γόητρο του ώριμου άντρα, του πανεπιστημιακού καθηγητή, μας έβαζε για πάντα στο περιθώριο. 

Κατάφερα, νομίζω, να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Κοκκίνισα βέβαια, φούντωσα αλλά δικαιολογήθηκα πως το καλοριφέρ της έκαιγε πολύ και έβγαλα το ριγωτό πουλόβερ που είχα φορέσει προς τιμήν της. 

– Θα έρθεις μέσα να μου κάνεις παρέα που θα ετοιμαστώ; είπε κάποια στιγμή, κόβοντας στη μέση την σιωπή της αμηχανίας που έπεσε ανάμεσά μας.
– Μέσα, πού, έκανα εγώ.
– Μέσα. Στην κρεβατοκάμαρα. 

Ο ερωτευμένος πολύ εύκολα ακούει αυτό που θέλει ν’ ακούσει. Κι εγώ, που ο έρωτάς μου από τη βαθμιαία νάρκη στην οποία είχε βουλιάξει τόσον καιρό που είχα να δω τη Νόνη από κοντά, ν’ ακούσω τη φωνή, να μυρίσω το άρωμά της, να ψηλαφίσω με το πεινασμένο βλέμμα του περιφρονημένου εραστή το στήθος της κάτω από το μοχέρ μπλουζάκι με το βαθύ βε να αποκαλύπτει το χώρισμά του, τώρα με μιας ξαναζωντάνεψε οδυνηρά.

Ο ερωτευμένος πολύ εύκολα ακούει αυτό που θέλει ν’ ακούσει. Κι εγώ, που ο έρωτάς μου από τη βαθμιαία νάρκη στην οποία είχε βουλιάξει τόσον καιρό που είχα να δω τη Νόνη από κοντά, ν’ ακούσω τη φωνή, να μυρίσω το άρωμά της, να ψηλαφίσω με το πεινασμένο βλέμμα του περιφρονημένου εραστή το στήθος της κάτω από το μοχέρ μπλουζάκι με το βαθύ βε να αποκαλύπτει το χώρισμά του, τώρα με μιας ξαναζωντάνεψε οδυνηρά.

– Πρέπει να ετοιμαστώ για να φύγω. Έχω ραντεβού…

Και ο τόνος της φωνής της καθώς έσβηνε, αφήνοντας ξεκρέμαστη την τελευταία φράση, μαρτυρούσε πως το ραντεβού ήταν μ’ εκείνον, με τον ώριμο άντρα που ήταν ο εραστής της, αυτόν που την είχε για πάντα πάρει μακριά μου.

Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως η ώρα είχε περάσει, πρέπει να είμασταν εκεί στο σαλόνι της πάνω από δύο ώρες μιλώντας για τούτο και για κείνο, και έξω είχε σκοτεινιάσει για καλά, τα φώτα του δρόμου ξέβαφαν ίσαμε τα μπαλκόνια του πρώτου ορόφου στις απέναντι πολυκατοικίες ένα αχνό πορτοκαλί και στα παράθυρα είχαν από νωρίτερα ακόμα ανάψει τα φώτα. Βράδιαζε από πολύ νωρίς τέτοια εποχή. 

Ποτέ άλλοτε δεν είχα μπει στην κρεβατοκάμαρά της ούτε ποτέ την είχα φανταστεί. Ήταν ένα δωμάτιο που μου φάνηκε παραμυθένιο. Το κρεβάτι της, τα έπιπλα, η τουαλέτα, οι πόρτες της τρίφυλλης ντουλάπας με ολόσωμους καθρέφτες πάνω τους, που μεγάλωναν τον σχετικά μικρό χώρο και η σιφονιέρα με τα τέσσερα φαρδιά συρτάρια, ήταν όλα άσπρα και είχαν επάνω κολλημένα διακοσμητικά ξυλόγλυπτα μοτίβα στις γωνίες, κι αυτά λευκά βαμμένα. Κομψά μπιμπελό από πορσελάνη στόλιζαν το κομοδίνο, δυο μικρά τραπεζάκια έστεκαν πλάι στο παράθυρο, το κεντρικό φως κρεμόταν από το ταβάνι κρυμμένο από ένα ζωγραφιστό αμπαζούρ. 

Η Νόνη κάθισε μπροστά στην τουαλέτα της και άνοιξε τα κουτάκια με το μέικαπ. Διάλεξε κραγιόνι για τα χείλια και παρέταξε μπρος της μια μικρή στρατιά από στρογγυλά και τετράγωνα μικρούλικα πράγματα που, ξεβιδώνοντας ή ανοίγοντας από πάνω, φανέρωναν πάστες σε διάφορες αποχρώσεις του ροζ, σκιές σε διάφορες αποχρώσεις και βουρτσάκια κατάμαυρα για τα ματοτσίνορα. Έσκυψε μπρος για να βλέπει καλύτερα και άρχισε να μακιγιάρεται με ωραίες και ακριβείς κινήσεις, όπως ένας σπουδαίος και έμπειρος ζωγράφος βάζει τις τελευταίες, φαινομενικά ασήμαντες αλλά ουσιώδεις πινελιές, στο τελειωμένο αριστούργημα, λίγο πριν να το παραδώσει στα βλέμματα ενός κοινού εκστασιασμένου. 

Κάποια στιγμή η Νόνη τράβηξε το βλέμμα από τον καθρέφτη, με κοίταξε να την παρακολουθώ μαγνητισμένος από το θέαμα, έχοντας σκύψει μπροστά και ακουμπώντας το πρόσωπό μου στα δυο μου χέρια, και έβαλε τα γέλια. «Τι κοιτάς έτσι!» είπε.

– Κοιτώ ένα κορίτσι να μεταβάλλεται σε γυναίκα, είπα εγώ σε μια ξαφνική έμπνευση κι αυτή με κοίταξε πάλι με το μαγικό βλέμμα που μου έριχνε μια στις τόσες, όταν πέταγα κάτι πετυχημένο, κάτι που οι άλλες συναναστροφές της ίσως δεν ήταν σε θέση να σκεφτούν να πούνε, κάτι που της θύμιζε πως εγώ μπορεί να μην είμαι πλούσιος, ψηλός και όμορφος αλλά κάτι είχα που δεν το είχανε όλοι.
– Και σου αρέσει αυτό; ρώτησε.
– Α, ναι. Το βρίσκω μαγευτικό. Τρομερή διαδικασία. Σχεδόν ζηλεύω! απόσωσα για να την εντυπωσιάσω κι άλλο.

Γέλασε με την καρδιά της.

– Γιατί ζηλεύεις, έκανε. Αν θες μπορώ να σε μακιγιάρω κι εσένα. 
– Θέλω! είπα
(και περιέργως το εννοούσα κιόλας).

– Γιατί ζηλεύεις, έκανε. Αν θες μπορώ να σε μακιγιάρω κι εσένα.
– Θέλω! είπα (και περιέργως το εννοούσα κιόλας).

Χωρίς να χάσει στιγμή, η Νόνη σηκώθηκε από το κάθισμα της τουαλέτας και με κάθισε μπρος στον καθρέφτη. Έμεινε μερικές στιγμές να με κοιτάζει σιωπηλή, σαν να υπολόγιζε τι επεμβάσεις ακριβώς χρειαζόταν για να με μακιγιάρει όμορφα και πειστικά. Έπειτα μου ζήτησε να κλείσω τα μάτια και μ’ έβαλε να υποσχεθώ πως δεν θα τα άνοιγα αν δεν μου πει. 

– Θα σου κάνω ένα τέλειο, θεατρικό μακιγιάζ, όπως μου ‘χει δείξει μια φίλη που σπουδάζει στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου, είπε.

Είχα φροντίσει να ξυριστώ τέλεια πριν ξεκινήσω, ούτε μια ακίδα δεν σκάλωνε στην ψηλάφηση, τα μάγουλά μου ήταν απαλά σχεδόν όσο και τα δικά της. Αισθάνθηκα τα χέρια της πάνω μου, την ψίχα των δακτύλων να με αγγίζει, να χαϊδεύει διερευνητικά το δέρμα μου. Πριν να εφαρμόσει το μακιγιάζ κατάλαβα πως ήθελε να παρατηρήσει και να νιώσει με τα δάκτυλα το πρόσωπο που θα μακιγιάριζε, να εντοπίσει τα βασικά οστά του, τα υπερόφρυα, τα ζυγωματικά και το πηγούνι.

Καταλαβαίνοντας τις θέσεις των οστών, θα μπορούσε να παίξει με το φως και τη σκιά έτσι ώστε να ενισχύσει τα χαρακτηριστικά ή να δημιουργήσει πάνω στο δικό μου πρόσωπο έναν νέο χαρακτήρα. Καταλάβαινα τα δάχτυλά της να ψαύουν και να ερευνούν τα χείλη μου, από το κέντρο ίσαμε τις άκριες του στόματος, τα βλέφαρά μου και τις κόχες των ματιών, τα φρύδια μου και τα οστά του κρανίου στο πλάι τους. Έπειτα άρχισαν να με αγγίζουν και να περνούν πάνω απ’ το πρόσωπό μου απαλά σφουγγαράκια, βελούδινα μικρά πονπόν, βουρτσάκια και πινέλα, το κραγιόν πέρασε πάνω από τα χείλη μου, τα μάτια μου απόκτησαν σκιές στις άκριες, τα ματοτσίνορα μου σημαδεύτηκαν από ένα υγρό μολύβι και ένα βουρτσάκι πέρασε από τις βλεφαρίδες μου. Όταν χρειάστηκε να ανοίξω τα μάτια γι’ αυτή τη διαδικασία, με έβαλε πρώτα να στρίψω την πλάτη μου στον καθρέφτη για να μη δω τα αποτελέσματα πριν απ’ το τέλος κι ύστερα με πρόσταξε πάλι να κλείσω τα μάτια και να γυρίσω μπρος. 

Έπειτα από ώρα, τόση που μέσα μου αναρωτιόμουν αν είχε ξεχάσει το ραντεβού για το οποίο έπρεπε να φύγει κι εγώ να την αφήσω και να επιστρέψω σπίτι μου, φαίνεται πως επιθεώρησε το πρόσωπό μου και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε τελειώσει. Με ένα γέλιο στη φωνή μου είπε ν’ ανοίξω τα μάτια και να δω στον καθρέφτη.

Σπάνια είχα αισθανθεί τόση έκπληξη. Απέναντί μου είχα μια γυναίκα, ένα πλάσμα τόσο τέλειο και τόσο όμορφο, που αρχικά δυσκολεύτηκα να πιστέψω πως το πρόσωπο που κοιτώ είναι το δικό μου.

Σπάνια είχα αισθανθεί τόση έκπληξη. Απέναντί μου είχα μια γυναίκα, ένα πλάσμα τόσο τέλειο και τόσο όμορφο, που αρχικά δυσκολεύτηκα να πιστέψω πως το πρόσωπο που κοιτώ είναι το δικό μου. Όχι μόνο ήταν ένα πρόσωπο μαγευτικά όμορφο, μπορούσα ήδη από την πρώτη στιγμή να πω ότι σε σύγκριση με το δικό της πρόσωπο, της Νόνης, ετούτη η γυναίκα που είχα μπρος μου στον καθρέφτη ήταν ακόμα πιο ωραία, ακόμα πιο γοητευτική, ακόμα πιο ερωτική, δεν ήμουν εγώ, ήταν μια κούκλα τέλεια, ιδανική, ένα πλάσμα που θα μπορούσε να αποσπάσει αμέσως τον έρωτα κάθε άντρα, που θα ‘θελε να γίνει σκλάβος της ομορφιάς του και να το ακολουθήσει ως τα πέρατα του κόσμου. 

– Αχ! Τι όμορφο! Τι τέλειο! Τι υπέροχο πλάσμα! φώναξε και η Νόνη, που ως την ώρα εκείνη είχε με κόπο συγκρατήσει τα επιφωνήματα του θαυμασμού που την πλημμύρισαν απ’ όταν τέλειωσε να με βάφει. Δεν θα ‘θελα για τίποτα στον κόσμο να βγω μαζί σου, κυρία μου! Όλοι εσένα θα κοιτούν, όχι εμένα!

Και αμέσως σηκώθηκε από τη θέση της, έτρεξε στα συρτάρια της σιφονιέρας κι ανάσυρε από εκεί κάποιο μαντήλι, με το οποίο έκρυψε το κοντοκουρεμένο μου κεφάλι, σχηματίζοντας ένα γυναικείο δέσιμο. 

– Τώρα μ’ αρέσω κι εγώ! είπα γελώντας.

Και πραγματικά, με το μαντήλι να κρύβει το αντρικό μου κούρεμα, η εικόνα ήταν πια τέλεια. Κοιτούσα τον καθρέφτη χωρίς να μπορώ να τραβήξω το βλέμμα από το είδωλό μου, το είδωλο του πλάσματος αυτού που δεν ήμουν εγώ κι όμως ήμουν, γιατί όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου ήταν εκεί και διηγούνταν πώς έγινε και μεταβλήθηκαν μέσα σε λίγα λεπτά σε γυναικεία. 

– Και πώς θα σε λέμε τώρα; ρώτησε. Χρειάζεσαι ένα όνομα το ίδιο τέλειο με το πρόσωπο αυτό.
– Ρόζα, απάντησα εγώ που πάντα θαύμαζα το όνομα της Πολίτισσας γιαγιάς μου.
– Τέλειο! Ρόζα! έκανε η Νόνη. Είσαι η Ρόζα!

Τράβηξα από την τσέπη του παντελονιού μου το πακέτο του Άσσου έτοιμος να της προσφέρω κι εκείνης ένα τσιγάρο, αλλά διαπίστωσα πως ήταν πια άδειο. Αυτόματα σηκώθηκα όρθιος. 

– Πρέπει να πάω για τσιγάρα, είπα χωρίς να σκεφτώ τη νέα μου εμφάνιση. 
– Αχ! Μείνε λίγο ακόμα, Ρόζα μου, μην το χαλάσουμε από τώρα. Θέλω να δω καλά, να χορτάσω αυτό το θαύμα που δημιούργησα! παρακάλεσε εκείνη. 
– Α, μη σε νοιάζει, είπα. Πάω και έτσι ως το περίπτερο, τι έγινε.

Το είπα χωρίς να το πιστεύω, αλλά όταν είδα το πρόσωπό της στο άκουσμα αυτής της φράσης, αποφάσισα πως άξιζε τον κόπο να τολμήσω. 

– Δεν υπάρχει περίπτωση! είπε η Νόνη. Δεν θα τολμήσεις ποτέ.
– Θα τολμήσω.
– Αποκλείεται.
– Θα τολμήσω. Πάω! 
– Δεν σ’ έχω άξιο. Κανείς δεν θα το έκανε αυτό.
– Εγώ το κάνω, είπα. Πας στοίχημα; Τι χάνεις;
– Ό,τι θες χάνω. Τι θες.
– Θα σου πω όταν επιστρέψω.

Με την καρδιά μου να βροντολογά σαν τρελή στο στήθος μου, μη πιστεύοντας ούτε εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου, σηκώθηκα, βγήκα από την κάμαρα, διέσχισα το χολ και άνοιξα την πόρτα.

– Εντάξει, εντάξει, σε πιστεύω, μην πας! φώναξε η Νόνη πίσω μου, ίσως από συμπόνια, για να μη με φέρει στη δύσκολη θέση να γελοιοποιηθώ μέσα στον δρόμο και πάνω στην πολυσύχναστη τα βράδια πλατεία, όπου βρισκόταν το περίπτερο.
– Όχι, είπα. Θα πάω για να δεις πως δε φοβάμαι τίποτα. Ειδικά αν είναι να σου ζητήσω να πληρώσεις το στοίχημά μας.

Έκλεισα πίσω μου την πόρτα και κατέβηκα τρέχοντας τη σκάλα από τον πρώτο που βρισκόταν το διαμέρισμα, τράβηξα τη βαριά σκαλιστή μαντεμένια πόρτα και πάτησα στο πεζοδρόμιο. Η Νόνη είχε βγει στο μπαλκόνι για να παρακολουθήσει την πορεία μου ως τη γωνιά του δρόμου, τα βλέμματα που θα αποσπούσα στον δρόμο και τη διαπραγμάτευση με τον περιπτερά – κάθε ένα από τα οποία στάδια αυτά της πορείας μου, στο μυαλό της και στο δικό μου ήταν ξεχωριστές δοκιμασίες. 

Κρατώντας ψηλά το κεφάλι μέσα στο κομψά δεμένο μαντίλι μου, κοιτώντας κατάματα τους περαστικούς που διασταυρώνονταν μαζί μου στα λίγα σχετικά μέτρα που μεσολαβούσαν ως το περίπτερο της γωνίας, δεν είμαι βέβαιος αν κατάφερα να αποφύγω την προσοχή τους.

Κρατώντας ψηλά το κεφάλι μέσα στο κομψά δεμένο μαντίλι μου, κοιτώντας κατάματα τους περαστικούς που διασταυρώνονταν μαζί μου στα λίγα σχετικά μέτρα που μεσολαβούσαν ως το περίπτερο της γωνίας, δεν είμαι βέβαιος αν κατάφερα να αποφύγω την προσοχή τους. Ο κόσμος με προσπερνούσε, κανείς δε γύρισε να με κοιτάξει. Ο περιπτεράς κρυμμένος στο κουβούκλιό του δεν μπορούσε να δει τα αντρικά ρούχα μου. Δεν είδα κάτι ιδιαίτερο στο βλέμμα που μου έριξε και σκέφτηκα πως θα ήταν συνηθισμένος στις παράξενες φάτσες που έστεκαν μπρος στο άνοιγμα του μαγαζιού του να ψωνίσουν, ενώ η σοφία του μαγαζάτορα του επέβαλε να μην σχολιάζει αν ο πελάτης του είναι άσπρος, μαύρος, ψηλός ή κοντός. Ψώνισα τα τσιγάρα μου και τώρα βαδίζοντας ακόμα πιο αργά, πιο επιδεικτικά, καθώς η Νόνη κοιτούσε από το μπαλκόνι της χοροπηδώντας και χτυπώντας τα χέρια με ενθουσιασμό, επέστρεψα και χτύπησα το κουδούνι για να μου ανοίξει. 

Έπεσε στην αγκαλιά μου στο άνοιγμα της πόρτας, κόλλησε πάνω μου και προσέχοντας μη μου χαλάσει το μακιγιάζ άγγιξε με τα χείλη το μάγουλό μου. Όλο το δέος απέναντί της, όλη μου η δειλία, έτσι καθώς τώρα είχα μεταμορφωθεί, εξαφανίστηκαν, λες και πια δεν μπορούσε μια της αντίδραση να πληγώσει τον ανδρικό μου εγωισμό, που είχε χαθεί κάτω από το μακιγιάζ, πίσω από το νέο μου πρόσωπο. Όλα όσα με συγκρατούσαν και δεν με άφηναν να αναπτύξω την ακαταμάχητη πολιορκία που κάθε άλλος στη θέση μου –αν ήταν ερωτευμένος όσο εγώ– θα τολμούσε, παραμερίζοντας μέσα στην πολεμική του έξαψη κάθε σκέψη ήττας – όλα χάθηκαν με μιας. Χωρίς να χαλαρώσω το σφιχταγκάλιασμά μας, έσκυψα κατευθείαν πάνω στα μισάνοιχτα χείλη της και τη φίλησα άγρια, δυνατά, πεισματάρικα, έπειτα από μια σύντομη πολιορκία των δοντιών της εξακοντίζοντας τη γλώσσα μου ίσια μέσα στο δικό της στόμα και βάζοντάς τη να παλέψει με τη δική της σε ένα δαιμονικό χορό ηδονής. Είχαμε και παλιότερα φιληθεί με τη Νόνη, αλλά ποτέ άλλοτε έτσι.

– Τούτη είναι η αμοιβή μου για το στοίχημα που κέρδισα, ψιθύρισα κι αμέσως ξανάκλεισα το στόμα της με ένα νέο φιλί, ακόμα πιο έντονο, πιο μακρόσυρτο και πιο παθιασμένο από το προηγούμενο.

Δεν αντέδρασε, δεν δοκίμασε να με απωθήσει, αντίθετα την αισθάνθηκα να με τραβά μαζί της πίσω, με αποτέλεσμα, έπειτα από τρία ασταθή, αδέξια βήματα που πραγματοποιήσαμε σφιχταγκαλιασμένοι σαν φίδια, να πέσουμε στο ξέστρωτο κρεβάτι της. Χωρίς να μιλάμε, βουβοί, αναμμένοι και κοντανασαίνοντας, ψάχναμε ο ένας τα ρούχα του άλλου, να βρούμε διέξοδο προς το δέρμα, το χέρι μου ανέβασε με μια κίνηση την κοντή σκοτσέζικη φούστα της ως τη μέση σχεδόν, ξεσκεπάζοντας τα πόδια της και τη μικρή, σχεδόν διάφανη κιλότα, ενώ το στόμα μου, έχοντας αφήσει το δικό της, πάλευε τώρα να βρει το στήθος της μες από τα μισάνοιχτα κουμπιά και τα διάκενα του υφάσματος ανάμεσά τους.

Αν εγώ ήμουν εγώ, ο αρσενικός εαυτός μου ή αν ήμουν η γυναίκα που έβλεπα στον καθρέφτη απέναντί να αγκαλιάζει τη Νόνη, το ίδιο μου έκανε. Αυτό που δεν είχα ως τότε καταφέρει ήταν πραγματικότητα: πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου την κρατούσα γυμνή, ολάνοιχτη. 

Πάνω στην πάλη, το βλέμμα μου άρπαξε κάποια στιγμή την εικόνα που γραφόταν στους καθρέφτες της τρίφυλλης ντουλάπας, πλάι στο κρεβάτι της. Είδα εκεί δυο γυναίκες –ας είχε λυθεί το μαντίλι απ’ το κεφάλι μου, ας είχε φανεί ξανά το κούρεμα μου– δυο ωραία, νεανικά κορμιά σφιχταγκαλιασμένα να αναδεύουν στο κρεβάτι. Γυρίζοντας με μια κίνηση βρέθηκε η Νόνη από πάνω μου, σήκωσε κι αυτή το κεφάλι και είδε το θέαμα που παρουσιάζαμε και σαν με αυτό να μαστιγώθηκε ο πόθος της, πόθος ζωικός, που δεν είχε σχέση με έρωτες, αισθήματα ή δεσμούς, πόθος για το κορμί του άλλου, ίσως ένας κρυφός της πόθος για μια άλλη γυναίκα που τώρα ήμουν εγώ, αλλά και δεν ήμουν στ’ αλήθεια, παρά εγώ, ερεθισμένος και έτοιμος να εισχωρήσω στο σώμα του έρωτά μου. Αν υπήρχε ο εραστής της που την περίμενε εδώ και κάμποση ώρα δεν την ένοιαζε. Αν εγώ ήμουν εγώ, ο αρσενικός εαυτός μου ή αν ήμουν η γυναίκα που έβλεπα στον καθρέφτη απέναντί να αγκαλιάζει τη Νόνη, το ίδιο μου έκανε. Αυτό που δεν είχα ως τότε καταφέρει ήταν πραγματικότητα: πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου την κρατούσα γυμνή, ολάνοιχτη. 

Ίσως τελικά ήμουν καλύτερη γυναίκα απ’ όσο ήμουν άντρας. Ίσως εκείνη πραγματοποιούσε ένα της απωθημένο ή πάλι να μην απατούσε τον εραστή της πλαγιάζοντας με μια άλλη. Ό,τι κι αν σκεφτόταν την ώρα εκείνη, η Νόνη μου δόθηκε, ξέφρενη, λυσσασμένη, ελεύθερη από κάθε ντροπή, σκέψη, υπολογισμό, αναστολή ή καθωσπρεπισμό, όπως παραδίνεται το σώμα στην ηδονή σαν ξεσπά παντοδύναμη και κυριεύει τον κόσμο.

* Ο ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ είναι συγγραφέας.
Τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα «Ελαφρά ελληνικά τραγούδια» (εκδ. Μεταίχμιο).


ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ

alt

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Λένα Καλλέργη γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Λένα Καλλέργη γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Λένα Καλλέργη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγο...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Λουκία Δέρβη γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Λουκία Δέρβη γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Λουκία Δέρβη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγορ...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Χίλντα Παπαδημητρίου γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Χίλντα Παπαδημητρίου γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Χίλντα Παπαδημητρίου.

Επιμέλεια: Κώσ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Αλεξάνδρα Κ* γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Αλεξάνδρα Κ* γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Αλεξάνδρα Κ*.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Εύα Μ. Μαθιουδάκη γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Εύα Μ. Μαθιουδάκη γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Εύα Μ. Μαθιουδάκη.

Επιμέλεια: Κώστας...

Θεατρικά Bestiaria: η διασταύρωση της ανθρωπινότητας με τη ζωικότητα

Θεατρικά Bestiaria: η διασταύρωση της ανθρωπινότητας με τη ζωικότητα

Για το βιβλίο του Γιώργου Π. Πεφάνη «Θεατρικά Bestiaria – Θεατρικές και φιλοσοφικές σκηνές της ζωικότητας» (εκδ. Παπαζήση).

Της Ιφιγένειας Καφετζοπούλου

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube