x
Διαφήμιση

22 Μαρτιου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:19:43:05 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΘΕΑΤΡΟ - ΧΟΡΟΣ «Divina» Κάλλας: ζωή γεμάτη περιπέτειες και ανατροπές

«Divina» Κάλλας: ζωή γεμάτη περιπέτειες και ανατροπές

E-mail Εκτύπωση

altΓια την παράσταση «Masterclass», σε μετάφραση Στρατή Πασχάλη και σκηνοθεσία Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, με την Μαρία Ναυπλιώτου, η οποία παρουσιάζεται στο θέατρο «Μικρό Χορν».

Του Νίκου Ξένιου

Την παράσταση Masterclass, σε μετάφραση Στρατή Πασχάλη, σκηνοθετεί στο «Μικρό Χορν» ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Ναυπλιώτου, σε ένα πραγματικό ρεσιτάλ ερμηνείας που έρχεται σε ένα κρίσιμο σημείο της καριέρας της να την καθιερώσει ως μεγάλη μορφή του θεάτρου μας. Στο πιάνο παίζει σε όλη τη διάρκεια της παράστασης και υποστηρίζει ερμηνευτικά ο Πέτρος Μπούρας. 

Η θεατρική Mαρία Άννα Σοφία Καικιλία Καλογεροπούλου εξηγεί στους σπουδαστές της, δύο σοπράνο και έναν τενόρο, πώς να επενδύσουν τη μουσική με πραγματικό συναίσθημα και πώς να αντέξουν τις απαιτήσεις της τέχνης του λυρικού τραγουδιστή.

Παρόλο που το «Masterclass» του Τέρενς Μακ Νάλυ αναφέρεται ευθέως στους θριάμβους και τις απώλειες της Μαρίας Κάλλας, στην ουσία είναι ένα έργο που εστιάζει στην τέχνη του λυρικού τραγουδιού. Η θεατρική Mαρία Άννα Σοφία Καικιλία Καλογεροπούλου εξηγεί στους σπουδαστές της, δύο σοπράνο και έναν τενόρο, πώς να επενδύσουν τη μουσική με πραγματικό συναίσθημα και πώς να αντέξουν τις απαιτήσεις της τέχνης του λυρικού τραγουδιστή. Η αντιφατική προσωπικότητα του «ιερού τέρατος» που λεγόταν Κάλλας, εγωϊστική και ταυτόχρονα τρωτή, συνοδεύεται από ένα πιανίστα στην έκθεση των πιο ιδιωτικών συναισθημάτων, ενώ τα φώτα της σκηνής είναι ακόμη αναμμένα και ενώ το κοινό ταυτίζεται με τους μαθητές ενός από τα masterclasses που έδωσε στο Juilliard School της Νέας Υόρκης το 1971.

Με εξ ορισμού μεγαλύτερο το μέγεθος της τέχνης από το μέγεθος της ζωής της, η απαιτητική καριέρα της Κάλλας παρουσιάζεται μέσω ενός καυστικού κειμένου ως πρότυπο παιδαγωγικής του νέου καλλιτέχνη. Το «ποιητικώς ζην» αυτού του προτύπου είναι εγγύτερο στην ποιότητα του αποτελέσματος και τον εξαγνισμό της σκηνικής του παρουσίας, παρά στην επίτευξη της προσωπικής ευτυχίας. Mια παράσταση που αξίζει να δείτε.

Υψηλές απαιτήσεις από μια νεαρή σοπράνο

Η Μαρία Ναυπλιώτου, άψογα ντυμένη και μακιγιαρισμένη, πανομοιότυπη με τη Μαρία Κάλλας, μπαίνει στην αίθουσα του Masterclass και ζητά να χαμηλώσουν τα φώτα και να πάψουν τα χειροκροτήματα.

Στη σκηνοθεσία Παπασπηλιόπουλου το χιούμορ κατέχει κεντρικό ρόλο, όπως ήταν αναμενόμενο. Στο ξεκίνημα της παράστασης αίρεται η απόσταση κοινού και ηθοποιού, με την παρέμβαση ενός «stage hand» (Βαγγέλης Δαούσης). Η μοναδική αρνητική κριτική γι’ αυτήν την παράσταση θα ήταν πως αυτή η σοβαροφανής συνθήκη θραύεται με έναν μάλλον άκομψο τρόπο, όταν ο «βοηθός σκηνής» παροτρύνει τους θεατές να κλείσουν τα κινητά τους απευθυνόμενος σ’ αυτούς με φτηνή και προσβλητική οικειότητα.

Γρήγορα η πρώτη αυτή δυσάρεστη εντύπωση αίρεται όταν η Μαρία Ναυπλιώτου, άψογα ντυμένη και μακιγιαρισμένη (ενδυματολογική επιμέλεια Σταματίας Μέγκλα και έξοχο μακιγιάζ Αχιλλέα Χαρίτου), πανομοιότυπη με τη Μαρία Κάλλας, μπαίνει στην αίθουσα του Masterclass και ζητά να χαμηλώσουν τα φώτα και να πάψουν τα χειροκροτήματα. Η προσήλωση των θεατών έχει κερδηθεί από την πρώτη ήδη σκηνή. Δηλώνει πως ένας τραγουδιστής πρέπει να είναι απολύτως υποταγμένος στον συνθέτη. Δεν καταλαβαίνει πόσο κακομαθημένοι είναι οι σύγχρονοι σπουδαστές, τη στιγμή που εκείνη στην ηλικία τους έπρεπε να πάει νηστική και με τα πόδια στη σχολή της. Θυμάται την πρώτη δασκάλα της, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Ελβίρα ντε Χιντάλγκο. 

«Να με λέτε Μαντάμ»

Η δομή του έργου του Μακ Νάλι είναι τέτοια: όχι ιστορικά τεκμηριωμένη βιογράφηση, όσο βιογράφηση της Κάλλας μέσω της μουσικής, αξιολόγηση ενός μουσικού έργου με μοναδικό γνώμονα το συναίσθημα.

Το σκηνικό της Όλγας Μπρούμα μεταφέρει ευθέως σε μια αίθουσα ωδείου ή μουσικού κονσερβατόριου, υποβάλλοντας την αίσθηση σοβαρότητας που απαιτείται. Η Κάλλας προσκαλεί επί σκηνής την πρώτη σπουδάστρια, την Σοφία ντε Πάλμα (έξοχη στον ρόλο η Βάσια Ζαχαροπούλου) για να της τραγουδήσει ένα απόσπασμα από τη Somnambula (Υπνοβάτιδα) του Μπελίνι («Ah non credea mirarti», η άρια που ερμήνευσε η ιστορική Τζουντίτα Πάστα). Η Αμίνα, η κεντρική ηρωΐδα, κλαίει για τη χαμένη της αγάπη. Η Σοφία ντε Πάλμα δεν μπορεί να ολοκληρώσει τη μουσική της φράση, γιατί η Κάλλας τη διακόπτει και την επιπλήττει διαρκώς. Η ντίβα έχει εμμονή με την τελειότητα: το ίδιο μαρτύριο θα υποστεί και η επόμενη σπουδάστρια, που θα αποπειραθεί να ερμηνεύσει την άρια της αρχής από την «Τόσκα» του Πουτσίνι. 

Η δομή του έργου του Μακ Νάλι είναι τέτοια: όχι ιστορικά τεκμηριωμένη βιογράφηση, όσο βιογράφηση της Κάλλας μέσω της μουσικής, αξιολόγηση ενός μουσικού έργου με μοναδικό γνώμονα το συναίσθημα. «Τις καρδιές μας τις φοράμε καρφιτσωμένες στο πέτο του σακκακιού!» είναι η χαρακτηριστική προσέγγιση ενός φαν του είδους. Ενδιαφέρουσα αντίθεση παράγει η παρουσίαση του Ωνάση ως ενός ακαλλιέργητου μπίζνεσμαν που «αγόρασε» την ποιότητα στη ζωή του με αντάλλαγμα τον υλικό πλούτο, τις γνωριμίες και το ωμό σεξ. Και, το κυριότερο, χωρίς να έχει επιδείξει την παραμικρή ευαισθησία απέναντι στην τέχνη της Κάλλας. Η Κάλλας πρέπει να εξηγήσει στον ηλικιωμένο σύζυγο και μέντορά της Μπατίστα Μενεγκίνι ότι είναι ερωτευμένη με τον Ωνάση και να του ανακοινώσει ότι θα τον εγκαταλείψει. Αυτή η παράμετρος της bitch προσωπικότητας της Κάλλας πρέπει να δημιουργήσει αντίστιξη προς την εγκαταλελειμμένη, άφωνη Κάλλας του δεύτερου μέρους. «Quanto infelice io sono!»

alt

Αίσθημα, κυριαρχία και πειθαρχία

Η παρουσία του νεαρού τενόρου στη σκηνή είναι αντικείμενο ερωτικής αφύπνισης και υψηλής συγκίνησης της αυστηρής «παιδαγωγού», που προσηλώνεται στην άρια ανασύροντας τις πιο οδυνηρές μνήμες ερωτικής εγκατάλειψης και ματαιωμένης μητρότητας που το κοινό γνωρίζει από τις δεκάδες συνεντεύξεις.

Εκδικητικό μένος πρέπει να διαπνέει τη σκηνή της επιστολής της Λαίδης Μάκβεθ (την καμπαλέτα «Vieni! T’ affretta!»), από το ομώνυμο έργο του Βέρντι. «Όταν τραγουδάω δεν είμαι χοντρή. Δεν είμαι άσχημη. Δεν είμαι η γυναίκα ενός γέρου». Στον βωμό της καθαγιασμένης τέχνης, κάθε συμβιβασμός και κάθε καθημερινή «ασχήμια» θυσιάζεται. Η Λητώ Μεσσήνη καθοδηγείται από τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο σε ένα είδος ερμηνείας γκροτέσκας. Φυσικά, είναι ξεκαρδιστική στην αφελή απόδοση του ρόλου μιας υστερικής, αποστεωμένης μέτζο σοπράνο που ξεκινά την καριέρα της, αφήνοντας στα χέρια της Κάλλας την καθοδήγηση. H πρώτη είσοδος της μαθητευόμενης στη σκηνή ματαιώνεται, μέχρι νεωτέρας.

Τρωτός, αφελής και γοητευτικός, ο Νικόλας Μαραζιώτης θα ερμηνεύσει τον ρόλο του Τόνι Καντολίνο, ενός εκπαιδευόμενου τενόρου, σε μια τρίτη απόπειρα της Κάλλας να διδάξει τη βαρύτητα του συναισθήματος σε νέους που ξεκινούν αυτήν τη δύσκολη καριέρα. «Κι εσύ, όμορφη άγνωστη, έχεις γαλάζια μάτια, μα τα μάτια της Τόσκα είναι μαύρα». Η παρουσία του νεαρού τενόρου στη σκηνή είναι αντικείμενο ερωτικής αφύπνισης και υψηλής συγκίνησης της αυστηρής «παιδαγωγού», που προσηλώνεται στην άρια ανασύροντας τις πιο οδυνηρές μνήμες ερωτικής εγκατάλειψης και ματαιωμένης μητρότητας που το κοινό γνωρίζει από τις δεκάδες συνεντεύξεις, τα αμέτρητα δημοσιεύματα και τις άφθονες δραματοποιήσεις και σεναριακές διασκευές της ζωής της Κάλλας που έχουν κυκλοφορήσει.

Αλλά η νευρωτική σοπράνο θα επανεμφανισθεί. Στην άρια από την «Τόσκα» («Recondita armonia»), την παραμονή της εκτέλεσης του Καβαραντόσι, η Τόσκα εκλιπαρεί τον διοικητή της Αστυνομίας να του χαρίσει τη ζωή. Η Κάλλας θα αναπολήσει τη σχέση της με τον Αριστοτέλη Ωνάση και στους θριάμβους της στη Σκάλα του Μιλάνου, τη σχέση της με τον Βισκόντι: «Rivederlo io potessi». Ένας άντρας χάνεται από τη ζωή της, η καρδιά της ραγίζει. Η αδίστακτη στις αποφάνσεις της Μαρία Κάλλας θα της πει ότι δεν είναι προορισμένη για τους μεγάλους ρόλους, που απαιτούν αυτό το «κάτι» διαφορετικό. Δεν μπορείς να πεις «Στα έχω δώσει όλα» (Ho dato tutto a te) χωρίς να τα έχεις δώσει όλα! Η τέχνη είναι κυριαρχία! Το κοινό πρέπει να δαμαστεί! Η νεαρή σοπράνο, πικραμένη από την απόρριψη, θα την κατηγορήσει ότι συμπεριφέρεται με φθόνο στους νεότερους, επειδή έχει «κάψει» τη φωνή της και έχει ξοφλήσει. Το πλήγμα στον ψυχισμό της Κάλλας είναι μεγάλο. Είναι πια μια γυναίκα στη δύση της ζωής της. Ο Ωνάσης την έχει εγκαταλείψει: πρόκειται για μια μελοδραματική συνθήκη, πλησιέστερη από κάθε άλλη στην ίδια την ουσία της όπερας. Εδώ πραγματικά χρειάζεται η επανεμφάνιση του ξενερωτικού stage hand, ούτως ώστε να εκτονωθεί η δραματικότητα των σκηνών.

Ο θρύλος και η ανθρώπινη παράμετρος

Έζησε μια ζωή γεμάτη περιπέτειες και ανατροπές, η σύντομη καριέρα της πέρασε από την απόρριψη, τις δυσχέρειες, τις στερήσεις, τους συμβιβασμούς και τα πάθη, την εγκατάλειψη και τη μοναξιά, το καλλιτεχνικό μεσουράνημα, τον θρύλο, την ψυχοπάθεια, την εξάρτηση, έως και την αυτοκαταστροφή.

Η Κάλλας είναι μια αντιφατική περσόνα. Έζησε μια ζωή γεμάτη περιπέτειες και ανατροπές, η σύντομη καριέρα της πέρασε από την απόρριψη, τις δυσχέρειες, τις στερήσεις, τους συμβιβασμούς και τα πάθη, την εγκατάλειψη και τη μοναξιά, το καλλιτεχνικό μεσουράνημα, τον θρύλο, την ψυχοπάθεια, την εξάρτηση, έως και την αυτοκαταστροφή. Με τις τρίλιες και τις «legato» ερμηνείες της, μετέτρεψε τα λιμπρέτι και τις πάρτες των μεγάλων ιταλών ρομαντικών συνθετών του δέκατου ένατου αιώνα σε αληθινά κείμενα που βρίθουν συναισθήματος, τα γέμισε ζωή και υποστήριξε τον ζωντανό θρύλο της ζωής της με σολιστικές στιγμές που υπερέχουν παρασάγγας από τις αντίστοιχες ερμηνείες των ομοτέχνων της.

Είκοσι χρόνια έπειτα από τον μοναχικό θάνατο της μεγάλης ντίβας στο Παρίσι στην ηλικία των 54 ετών, ο θρύλος της έχει υποστεί πολλές παρεμβάσεις και αλλοιώσεις. Η αλήθεια είναι πως το γιουχάρισμα που είχε υποστεί η μεγάλη ελληνίδα καλλιτέχνις από το κοινό της Metropolitan Opera και τα κακεντρεχή σχόλια των δημοσιογράφων, έχουν σχεδόν υπερκαλυφθεί από τη μυθοποίηση του ονόματός της που ακολούθησε.

Νοmirar il mio pianto: Μην κοιτάς τα δάκρυα που χύνω

Ακόμη και στο ντεμπούτο της στη «Νόρμα» του Μπελίνι η Κάλλας είχε υποστεί την κακεντρέχεια του κακομαθημένου αυτού κοινού, και συγκεκριμένα επειδή «κράτησε» για πολύ μια υψηλή νότα στο ρετσιταρίβο, πριν από την άρια «Casta Diva». Η Κάλλας επανέλαβε αυτό το «κράτημα» και στις έξι παραστάσεις της «Νόρμα» που ακολούθησαν, και γιουχαρίστηκε και στις έξι. Λαχανικά και ζαρζαβατικά εξαπολύθηκαν στη σκηνή με στόχο τη μεγάλη σοπράνο στη Νέα Υόρκη, τη στιγμή που υποκλινόταν. Η Κάλλας όντως κατηγόρησε την ομότεχνή της Ρενάτα Τεμπάλντι ότι είναι «Coke», ενώ η ίδια είναι «σαμπάνια». Όντως κατηγόρησε δημοσίως τη μητέρα της πως την εγκατέλειψε και πως κατόπιν την εκβίασε οικονομικά. Η Κάλλας είχε πράγματι αυτήν την πτυχή προσωπικότητας, που την είχε καταστήσει αντιπαθή στο αμερικανικό –τουλάχιστον– κοινό της όπερας. Μια γυναίκα που δημοσίως διακινδυνεύει να κάνει τέτοιου είδους δηλώσεις, μάλλον πρέπει να είναι πολύ προσεκτική όταν ερμηνεύει Λουτσία ντε Λαμερμούρ: ο ήχος της φωνής της μάλλον πρέπει να ακούγεται σαν τον ήχο της φωνής μιας λάμιας. Ο χιουμοριστικός, αυτοσαρκαστικός, μα πάνω απ’ όλα αυτοβιογραφικός χαρακτήρας του έργου του Μακ Νάλυ δημιουργεί μιαν ευάλωτη εκδοχή της Μαρίας Κάλλας, που γνωρίζει καλά την προσφορά του μεγάλου καλλιτέχνη και τις θυσίες που αυτή η «κλήση» απαιτεί από την ιδιωτική ζωή και ευτυχία του. Και ερχόμαστε στο κεντρικό σημείο αιχμής της παράστασης: η Μαρία Ναυπλιώτου, πέραν της προφανούς ομοιότητας με την ιστορική Κάλλας, είναι μια προικισμένη ηθοποιός με σκηνική λάμψη μοναδική. 

Η Μαρία Ναυπλιώτου, πέραν της προφανούς ομοιότητας με την ιστορική Κάλλας, είναι μια προικισμένη ηθοποιός με σκηνική λάμψη
μοναδική. 

Το «Masterclass» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1995, με πρωταγωνίστριες τη Ζόι Κάλντγουελ και την Ώντρα Μακ Ντόναλντ, στη Φιλαδέλφεια και κέρδισε το Βραβείο Tony. Τον ρόλο αυτόν ερμήνευσαν, μεταξύ πολλών άλλων, η Φαίη Ντάναγουέι, η Φαννύ Αρντάν, η Νόρμα Αλεάντρο, η Κάθριν Κέιτς και, στην Ελλάδα, η Κάτια Δανδουλάκη. Ο Ρόμπερτ Στούρουα παρουσίασε στα «Δημήτρια» μιαν ενδιαφέρουσα, δική του εκδοχή του έργου. Ο Τέρενς Μακ Νάλι (Φλόριντα, 1938) έγραψε πολλά λιμπρέτι για μιούζικαλ και για όπερες. Είναι αντιπρόεδρος της διεθνούς οργάνωσης δραματουργών Dramatists Guild και μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων. 

 

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.
Τελευταίο βιβλίο του, η νουβέλα «Το κυνήγι του βασιλιά Ματθία» (εκδ. Κριτική).

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ύμνος στην ανδρική φιλία

Ύμνος στην ανδρική φιλία

Για την παράσταση «Άνθρωποι και ποντίκια» του Τζον Στάινμπεκ, σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη, η οποία παρουσιάζεται στον Τεχνοχώρο Cartel.

Του Νίκου Ξένιου

...
Τρεις νέες ελληνικές χορογραφίες στη Στέγη

Τρεις νέες ελληνικές χορογραφίες στη Στέγη

Για τρεις από τις παραστάσεις του 6ου Φεστιβάλ Νέων Χορογράφων, το οποίο πραγματοποιήθηκε 1 και 2 Μαρτίου στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.

Του Νίκου Ξένιου

...
Φυλακισμένοι στη γλώσσα της «φυλής» τους

Φυλακισμένοι στη γλώσσα της «φυλής» τους

Για την παράσταση «Φυλές» της Νίνα Ρέιν, σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά, η οποία παρουσιάζεται στο θέατρο Σταθμός.

Του Νίκου Ξένιου

Στο θέατρο Σταθμός είδ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ποίηση, η αλύτρωτη καταγωγή

Ποίηση, η αλύτρωτη καταγωγή

Του Γιάννη Λειβαδά

Η λεκτική ιεροφορία αποτελεί τον ισχυρότερο ίσως γνώμονα της νεότερης ποίησης που ανέκυψε από τις κορυφές ενός μέσου όρου, ο οποίος αποτυπώθηκε αδρά μέσω της παρουσίας της κατά την τελευταία δεκαπενταετία...

Η λεπτή ισορροπία της συγκίνησης

Η λεπτή ισορροπία της συγκίνησης

Για τη συλλογή διηγημάτων της Αλεξάνδρας Μυλωνά «Πώς τα πας με την απώλεια;» (εκδ. Οροπέδιο).

Του Σωκράτη Καμπουρόπουλου

Η ανάγκη να εμβαθύνω στο είδος ...

Η ποίηση στον δρόμο

Η ποίηση στον δρόμο

Του Κώστα Κουτσουρέλη

Όλες αυτές οι προσπάθειες να κατεβεί η ποίηση "στον δρόμο" (όπως την θέλει εσχάτως, ας πούμε, ο Δήμος Αθηναίων), να μπει στα λεωφορεία, να ακουστεί στον δημόσιο χώρο έχουν κάτι το αθέλητα παράδοξο. Παρεξη...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube