x
Διαφήμιση

13 Νοεμβριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:15:41:13 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΘΕΑΤΡΟ - ΧΟΡΟΣ Η εορταστική όψη του Κύκλωπα

Η εορταστική όψη του Κύκλωπα

E-mail Εκτύπωση

altΓια την παράσταση Κύκλωπας, σε μετάφραση Παντελή Μπουκάλα και σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη, η οποία παρουσιάστηκε στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2017.

Του Νίκου Ξένιου

Από τα σατυρικά δράματα του Ευριπίδη [1] μόνον ο Κύκλωψ επιβίωσε στον χρόνο. Το σατυρικό αυτό δράμα είναι, κατά τους περισσότερους μελετητές του Ευριπίδη, νεανικό του έργο, οψιμότερο, πάντως, των Ιππέων και των Αχαρνέων [2]. Το θέμα του είναι ένα τερατώδες γεύμα, «του οποίου ο αντι-θυσιαστικός χαρακτήρας καταδεικνύεται τόσο περισσότερο, όσο τα στοιχεία του θυσιαστικού μοντέλου στηλιτεύονται ξεκάθαρα» [3]. Συνοδευμένο από αποσπάσματα από την Οδύσσεια και από τον Κύκλωπα του Θεόκριτου σε μετάφραση Παντελή Μπουκάλα, ο Παντελής Δεντάκης παρουσίασε τον Κύκλωπα του Ευριπίδη στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου, με τη Στεφανία Γουλιώτη στον ομώνυμο ρόλο και με καθαρά γυναικεία διανομή.

Στους πρόποδες της Αίτνας

Το ηφαιστειακό σκηνικό στους πρόποδες της Αίτνας, το απρόσιτο της τοποθεσίας, το liminal (μεταβατικό) σημείο μεταξύ πολιτισμού και αγριότητας είναι το σκηνικό του σατυρικού αυτού δράματος.

Στον ευριπίδειο Κύκλωπα, η είσοδος ενός ναυαγισμένου θιάσου σατύρων σ’ έναν απρόσιτο κόσμο τεράτων δημιουργεί τις προϋποθέσεις ανάπλασης της ομηρικής «Οδύσσειας». Ο Ευριπίδης, επανατοποθετώντας τον μύθο στο χρονικό σημείο όπου αναφέρεται ο ομηρικός ύμνος «Διόνυσος» (ή «Λησταί»: αυτοί που «διέφυγαν της προσοχής») για την απαγωγή του Διονύσου από Τυρηννούς πειρατές, φέρνει τον Σιληνό (σε ένα ρεσιτάλ ευαίσθητης και κωμικής ερμηνείας η Αλεξάνδρα Αϊδίνη) και τα παιδιά του ως ναυαγούς κάπου στη Σικελία, όπου θα χρηματίσουν βοσκοί των κοπαδιών του Πολύφημου. Το ηφαιστειακό σκηνικό στους πρόποδες της Αίτνας, το απρόσιτο της τοποθεσίας, το liminal (μεταβατικό) σημείο μεταξύ πολιτισμού και αγριότητας είναι το σκηνικό του σατυρικού αυτού δράματος, με κυρίαρχο μοτίβο την ανθρωποφαγία, τον κανιβαλισμό, που διακωμωδείται ως γνώρισμα των πρωτόγονων κοινωνιών, ως αντικοινωνική συμπεριφορά.

«Έναν μύθο θα σας πω», λοιπόν, και πάλι: για κάποιον που δεν ξέρει να μοιράζεται το κρασί του, έναν μονοφαγά που ούτε το φαί του μοιράζεται, για κάποιον που –φανταστείτε!– τρέφεται με ανθρώπινες σάρκες. Για ένα τέρας! Και –κυρίως– για το πώς το τέρας αυτό εξημερώνεται με την πονηριά και την αποτελεσματικότητα του διονυσιακού νέκταρος: του κρασιού. Το αρχαιοελληνικό ιδεώδες της «ισοδαισίας» (=του ισότιμου μοιράσματος της τροφής και του ποτού ανάμεσα σε «πολιτισμένους» συνδαιτημόνες, δηλαδή η απαρχή του δημοκρατικού ενστίκτου) είναι που κατακτάται με την παρέμβαση του θεϊκού ποτού, ισοπεδώνοντας το πρότυπο μιας προ-πολιτικής, ημιάγριας κοινωνίας αναχωρητισμού, ανθρωποφαγίας, τερατώδους μοναξιάς και φρίκης.

Το γλωσσικό όργανο του ποιητή, οι αντιθέσεις, η ειρωνεία, η ανατροπή στη λύση του δράματος, όλα είναι τυπικά ευριπίδεια γνωρίσματα, όμως το μοτίβο του κανιβαλισμού που το διατρέχει είναι παλιό στοιχείο, της παλαιότερης δραματουργίας.

Το γλωσσικό όργανο του ποιητή, οι αντιθέσεις, η ειρωνεία, η ανατροπή στη λύση του δράματος, όλα είναι τυπικά ευριπίδεια γνωρίσματα, όμως το μοτίβο του κανιβαλισμού που το διατρέχει είναι παλιό στοιχείο, της παλαιότερης δραματουργίας. Η «χάρις» του Κύκλωπα είναι άκρατος, όπως και ο οίνος που πίνει, μέχρι να πέσει στην παγίδα του θεϊκού σχεδίου, που τον τυφλώνει «δια χειρός Οδυσσέως». Στη θέα του ασκού που κομίζει ο Διόνυσος, ο Σιληνός είναι έτοιμος να θυσιάσει όλη την περιουσία του κυρίου του: εδώ ανακαλούμε τον valet μπαγαμπόντη και ψεύτη της ιταλικής Commedia dell’Arte, που με τα διασκεδαστικά του καμώματα εκποιεί τις μεγάλες πολιτιστικές αξίες (μιαν άλλην εκδοχή του «πινακίου φακής» χάριν του οποίου ο Ησαύ παραχώρησε τα πρωτοτόκιά του στην Παλαιά Διαθήκη). Πρόκειται για τη συνθήκη που διαγράφει το «ελαφρόν ήθος»: μαζί με την ασέβεια και τον υλισμό, τη γελοιότητα, την «μήτιδα» (πονηριά) και τον τυχοδιωκτισμό, αυτά είναι τα χαρακτηριστικά του εκφυλισμένου τύπου ανθρώπου, του απολίτιστου, «απόλιδος» ανδρός, αυτού που στηλιτεύει και ο Σοφοκλής στο δεύτερο Στάσιμο της «Αντιγόνης» του. Με άλλα λόγια, του «ού-τινος».

«Είμαι ο Κανένας»

Η σύσταση «Ούτις» του Οδυσσέα αντιτίθεται στο υπερδιογκωμένο «Εγώ» του Κύκλωπα. Μοναδική θεότητα που λατρεύεται από τον μονόφθαλμο γίγαντα είναι η «γαστήρ», όμως η απεχθής γαστρονομική του επίδοση διολισθαίνει, χάρη στην παρέμβαση του βακχικού νέκταρος, σε φιλικό συμπόσιο. Η Στεφανία Γουλιώτη επιλέγει διαφορετικό τρόπο ερμηνείας σε κάθε σκηνή: δυναμική και στιβαρή στην αρχή του έργου, ρωμαλέα και τραχειά στην εξέλιξή του, εύθραυστη και ιδιαίτερα θηλυκή στο τέλος. Το βαρβαρικό ήθος του «άκρατου» οίνου αντιπαρατίθεται στον πολιτισμό του «κεκραμμένου». Ο πολύτροπος Έλλην του «κεκοσμημένου» πολιτισμού αντιμετωπίζει με λεκτική δεινότητα την περιφρόνηση του τέρατος, αντιστρέφοντας την κατηγορία «όντες ουδέν»[4] (τιποτένιοι, δηλαδή). Η λεκτική παγίδα αξιοποιεί την αφέλεια του τέρατος και το εγκλωβίζει σε απώλεια της όρασης και του προσανατολισμού.

Η Στεφανία Γουλιώτη επιλέγει διαφορετικό τρόπο ερμηνείας σε κάθε σκηνή: δυναμική και στιβαρή στην αρχή του έργου, ρωμαλέα και τραχειά στην εξέλιξή του, εύθραυστη και ιδιαίτερα θηλυκή στο τέλος.

Όπως ο Πενθέας στις Βάκχες εξαπατάται και σπαράσσεται, ο αλαζών Κύκλωπας τιμωρείται για την περιφρόνησή του προς τον Διόνυσο με τύφλωση, ενώ το κρασί δρα «εκπολιτιστικά» αλλοιώνοντας την αντίληψή του του κόσμου και παράγοντας  έντονες κωμικές σκηνές. Ο «άχαρις, άρρυθμος, απαίδευτος» Κύκλωψ μεταμορφώνεται σε ένα γλυκομίλητο συμπότη, που παρωδεί τον Υμέναιο (το τραγούδι του γάμου) και που παντού γύρω του βλέπει παιδεραστικά ερεθίσματα. Η σεξουαλική του διέγερση («Τόσον καιρό πενθεί ο φαλλός!») έρχεται σε ένα οψιμότερο στάδιο της οινοποσίας, πριν επέλθει ο κορεσμός, και μαζί έρχονται η υπέρβαση της νόρμας, ο υπερβάλλων ερωτισμός των κωμαζόντων, και το κωμικό ομοερωτικό σχόλιο.  

«Σιγάτε, θήρες!», διατάζει η εκπεπτωκυία, πεπολιτισμένη εκδοχή του τέρατος, ώστε να κατασιγασθούν οι φωνές της αγριότητας από το περιβάλλον του. Η κοινότητα συμποσίου που εγκαινιάζεται, έτσι, δίνει την πρωτοκαθεδρία της αρετής στο «ανδρικόν ήθος». Η πλοκή ευθυγραμμίζεται με το  «ως ανήρ έση» που λέει ο Οδυσσέας (η Άννα Καλαϊτζίδου δίνει ένα διαφορετικό Οδυσσέα, χαμηλών τόνων, αποφασιστικό και κάθε άλλο παρά αρρενωπό) στον Σιληνό, προτρέποντάς τον σε στασιασμό ενάντια στην τυραννία του Κύκλωπα. Το άλλοτε κτήνος γίνεται ο δαμασμένος Κύκλωψ, που δεν πίνει πλέον κατά μόνας και «εκτός κώμου», αλλά εντάσσεται στην κοινότητα των συμποσιαστών. Δεν θα τον αφανίσει η απώλεια της νηφαλιότητάς του, αλλά η φυσική του ανικανότητα να ενταχθεί σε έναν κόσμο μέτρου και κοσμιότητας.

alt

«Ὦ λευκὰ Γαλάτεια, τί τὸν φιλέοντ᾽ ἀποβάλλῃ;»

Ο ταλαιπωρημένος, αποδυναμωμένος, δεσμώτης Κύκλωπας εκφαίνεται, στην παράσταση του κύριου Δεντάκη και ως αδύναμος ήρωας που πεθαίνει από έρωτα μέσα σε ένα εξανθρωπισμένο φυσικό τοπίο.

Το καλύτερο στοιχείο της παράστασης είναι το πετυχημένο διονυσιακό κλίμα, με πρωτότυπες ενδυματολογικές παρεμβάσεις και ρυθμό πυρετικό. Η μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα κρατά επαφή με το παραδοσιακό κείμενο και αφήνει ανοιχτό δίαυλο στο να διαλεχθεί με το θεοκρίτειο ειδυλλίο, όπου ο Κύκλωπας είναι συμπαθής: «Ξέρω γιατί δεν με θέλεις, όμορφο κορίτσι, γιατί είμαι σμιχτοφρύδης», λέει απευθυνόμενος στη θαλάσσια νύμφη Γαλάτεια των «Ειδυλλίων» του Θεόκριτου. («Γινώσκω, χαρίεσσα κόρα, τίνος οὕνεκα φεύγεις· οὕνεκά μοι λασία μὲν ὀφρὺς ἐπὶ παντὶ μετώπῳ»). Η ερωτική του εξομολόγηση μοιάζει με επιθανάτιο ρόγχο. Το προικιό του τώρα δεν είναι αιμοσταγές, ούτε περιορίζεται στα αμνοερίφια: τώρα υπόσχεται στην αγαπημένη του ελαφάκια και αρκουδάκια: «τρέφω δέ τοι ἕνδεκα νεβρώς, πάσας μηνοφόρως, καὶ σκύμνως τέσσαρας ἄρκτων». Η οπτική είναι ενδιαφέρουσα, γιατί αξιοποιεί την αντίθεση «της ωραίας με το τέρας» ή του καμπούρη της Παναγίας των Παρισίων, ένα μοτίβο που συγκινούσε ανέκαθεν τους δραματουργούς. Ο ταλαιπωρημένος, αποδυναμωμένος, δεσμώτης Κύκλωπας εκφαίνεται, στην παράσταση του κύριου Δεντάκη και ως αδύναμος ήρωας που πεθαίνει από έρωτα μέσα σε ένα εξανθρωπισμένο φυσικό τοπίο. Η εξιδανικευμένη αυτή ευτοπία αφήνει μιαν επίγευση αμφιθυμίας που είναι πολύ ενδιαφέρουσα, αν και υφολογικά οδηγεί την παράσταση να εκβάλει στα ύδατα της τραγωδίας.

Η αρτιότητα της παράστασης διασαλεύεται από κάπως συγκεχυμένη εκφορά του λόγου στις σκηνές του ομαδικού γυναικείου θιάσου, που είναι ιδιαίτερα θορυβώδης, κορυβαντική, όχι όμως ηχητικά ευκρινής. Ο Χορός των Σατύρων, με έντονα στοιχεία στύσης και γυμνό γυναικείο στήθος, αίρει τα στερεότυπα φαλλικότητας και παράγει ερμαφρόδιτες φιγούρες, που κινούνται σε αμιγώς βουκολικό σκηνικό, σέρνοντας κυκλικά προβιές και ολόκληρα αρνιά, εγείροντας κονιορτό, επινοώντας άφυλες λύσεις σε ύφος μπουφόνικο, σε μια κινησιολογία δυναμική και καλά μελετημένη. Οι μουσικές επιλογές είναι ετερόκλητες (περιλαμβάνουν από έντεχνο λαϊκό τραγούδι έως και ποντιακούς ρυθμούς), ενώ η χορική σύνθεση του Λευτέρη Βενιάδη είναι εντυπωσιακά λυρική. Στο μικρό θέατρο της Επιδαύρου το γνωστό σπιτάκι του φόντου έχει πετυχημένα μετατραπεί, με καλαμένιο περίγυρο, σε σπηλιά του Πολύφημου, το λογείον σε «γκαζόν»-προθάλαμο του σπηλαίου και η ορχήστρα σε τόπο διονυσιασμού και θυσίας. Η λύση της κούκλας στη θέση των συντρόφων του Οδυσσέα είναι κωμικά λειτουργική, ενώ η τελική εξημέρωση του ήθους του Κύκλωπα συνοδεύεται από ένα εορτασμό από εντυπωσιακά πυροτεχνήματα στον καλοκαιρινό ουρανό της Επιδαύρου. 

* Φωτογραφίες Δομνίκη Μητροπούλου

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.


[1] Από πληροφορίες της χαμένης βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας οι τίτλοι των σατυρικών δραμάτων του Ευριπίδη ήταν: «Αυτόλυκος», «Βούσιρις», «Ευρυσθεύς», «Κύκλωψ», «Σκίρων», «Συλεύς» και «Σίσυφος».
[2] Ο Επίχαρμος, πριν από τον Ευριπίδη, είχε γράψει μια κωμωδία με τον τίτλο «Κύκλωψ», ενώ ο Αριστίας, γιος του Πρατίνα, είχε γράψει ένα ομώνυμο σατυρικό δράμα. Τέλος, ο Κρατίνος είχε χρησιμοποιήσει το ίδιο θέμα στους «Οδυσσής» του, μια παρωδία της ομηρικής «Οδύσσειας».
[3] Détienne , Marcel, «Dionysos mis à mort», Revue des Études Grecques Année 1978 Volume 91 Numéro 432 pp. 201-203, όπου παραπέμπει στους στίχους 243-247 του «Κύκλωπα». 
[4] Στίχος 668 του «Κύκλωπα».
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Μιαν «εικαστική» κραυγή διαμαρτυρίας από τη Βηρυτό

Μιαν «εικαστική» κραυγή διαμαρτυρίας από τη Βηρυτό

Για την παράσταση «Elephant» & «You Should Have Seen Me Dancing Waltz» σε χορογραφία και σκηνοθεσία του Rabih Mroué, η οποία παρουσιάζεται στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.

Του Νίκου Ξένιου

...
Δοκίμιο ανθρωπιάς από τον Κοραή Δαμάτη

Δοκίμιο ανθρωπιάς από τον Κοραή Δαμάτη

Για την παράσταση «Ο Άνθρωπος Ελέφαντας» του Bernard Pomerance, σε διασκευή – σκηνοθεσία του Κοραή Δαμάτη, η οποία παρουσιάζεται στον Πολυχώρο Vault.

Του Νίκου Ξένιου

...
Οι κομμώτριες, ο Μπολάνιο και οι Ρόλινγκ Στόουνς

Οι κομμώτριες, ο Μπολάνιο και οι Ρόλινγκ Στόουνς

Για την παράσταση «Κομμώτριες – Η σιωπή δεν ταιριάζει στα κομμωτήρια», σε σκηνοθεσία της Μαριτίνας Πάσσαρη, παρουσιάζεται σε β' κύκλο παραστάσεων στο Θέατρο 104.

Της Χριστίνας Μουκούλη

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Βραδιά-αφιέρωμα στον Ντίνο Μπουτζάτι

Βραδιά-αφιέρωμα στον Ντίνο Μπουτζάτι

Η διαδικτυακή πύλη για το βιβλίο, τις ιδέες και τον πολιτισμό BOOK PRESS και οι εκδόσεις METAIXMIO σας προσκαλούν σε μια βραδιά αφιερωμένη στον σημαντικό ιταλό συγγραφέα Dino Buzzati, την Τρίτη, 19 Νοεμβρίου, στις 19:30 στον Πολυχώρο των εκδόσεων, στην Ιπποκράτους 118.

...
Ιάκωβος Ανυφαντάκης: «Κάποιοι άλλοι»

Ιάκωβος Ανυφαντάκης: «Κάποιοι άλλοι»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ιάκωβου Ανυφαντάκη «Κάποιοι άλλοι», που κυκλοφορεί στις 21 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Τους π...

Αλόννησος - Liberty Island (1972-2015)

Αλόννησος - Liberty Island (1972-2015)

Του Δημήτρη Αδαμίδη

Μια κηλίδα πάνω στην άμμο η Ασημίνα. Τα γόνατα στο στήθος και στα χέρια το σαγόνι, μόνη ενώπιον ουρανού και θάλασσας. Το βοριαδάκι μύριζε καταιγίδα. Κύματα ξεθύμαιναν κοντά στα παπούτσια της, κάτι ψιθύρι...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube