26 Φεβρουαριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:18:11:30 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΘΕΑΤΡΟ - ΧΟΡΟΣ Θρηνωδία της Αειπαρθένου Ελλάδος

Θρηνωδία της Αειπαρθένου Ελλάδος

E-mail Εκτύπωση

altΓια την παράσταση Αμάραντα, σε κείμενα του Παύλου Μάτεσι και της Γλυκερίας Μπασδέκη και σκηνοθεσία του Γιάννη Σκουρλέτη, η οποία παρουσιάζεται στο Faust.

Του Νίκου Ξένιου

Το Αμάραντα είναι μια παράσταση βασισμένη σε κείμενα του Παύλου Μάτεσι και της Γλυκερίας Μπασδέκη. Στο σπονδυλωτό Μικροαστικό δίκαιο του Μάτεσι οι ήρωες αναχωρούν για το τσίρκο, ενώ μια βουή ακούγεται από μακριά. Στην παράσταση της bijoux de kant προστέθηκαν οι μονόλογοι που έγραψε η Γλυκερία Μπασδέκη για τους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες: τον Μέμο, τον Στάμο, τη Μερόπη και την πολλές φορές πεθαμένη Αντώνα. Μια σημαντική παράσταση, γεμάτη μεταφορές, ένα νατουραλιστικό θέατρο με σαφές πολιτικό μήνυμα.

Το παρασκήνιο μιας παράστασης που ακυρώνεται

Στη σκηνή εμφανίζεται ο περιφερόμενος μπουλουκτζής Μέμος, και πάνω σε ένα καρότσι ο νεκρός συνεργάτης και κρυφός εραστής του Στάμος, που μόλις έχει κηδευτεί φορώντας τη μάσκα «Πρόσωπος».

Στη σκηνή εμφανίζεται ο περιφερόμενος μπουλουκτζής Μέμος, και πάνω σε ένα καρότσι ο νεκρός συνεργάτης και κρυφός εραστής του Στάμος, που μόλις έχει κηδευτεί φορώντας τη μάσκα «Πρόσωπος»: γύψινο προσωπείο κερωμένο από μέσα, βαμμένο λευκό και λουστραρισμένο, με το κατράμι μουστάκι από αλογότριχα, τα πολύ μικρά μάτια και το ανέκφραστο στόμα. Το σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη είναι πολυμορφικό, άθροισμα σκηνικών αντικειμένων που παριστούν τα παρασκήνια ενός τσίρκου στη Φιλαδέλφεια, τότε που τα μπουλούκια ανέβαζαν μίνι παραστάσεις εμπνευσμένες από την ελληνοπρέπεια, την επικαιρότητα, την προφορική παράδοση και τις απαιτήσεις του κοινού. Ο μπουλουκτζής δεν φέρει μόνο τα γνωρίσματα της ξεχωριστής ατομικότητάς του, αλλά επικαθορίζεται κι από τα προσωπικά αντικείμενα, τα θεατρικά «προπς» και τη φτηνή, απατηλή κηδεία που κάνει στον Στάμο, ενώ ο μικροαστισμός όλων επιβάλλει η κηδεία να ανακοινωθεί στο Πρώτο Νεκροταφείο.

Ο Αλέκος Συσσοβίτης βρίσκει τον ερμηνευτικό πυρήνα του ρόλου, αυτοσαρκάζεται, εκτίθεται και ξεγυμνώνεται ενώπιον του κοινού, προτείνοντας μια λαμπερή ωριμότητα στη θέση του συμβόλου σεξουαλικότητας που κατείχε για δεκαετίες.

Ο Αλέκος Συσσοβίτης βρίσκει τον ερμηνευτικό πυρήνα του ρόλου, αυτοσαρκάζεται, εκτίθεται και ξεγυμνώνεται ενώπιον του κοινού, προτείνοντας μια λαμπερή ωριμότητα στη θέση του συμβόλου σεξουαλικότητας που κατείχε για δεκαετίες. Όμως υπάρχει ένα κατάλοιπο ναρκισσισμού στον τρόπο με τον οποίο φέρει τα θεατρικά του ενδύματα, ενός ναρκισσισμού που καυτηριάζεται εύστοχα από τον Μάτεσι, εφόσον στο θέατρο οι θεοί και οι άνθρωποι βλέπουν και οι προθέσεις εκτίθενται. Ο Μέμος από τη μια πενθεί και από την άλλη έχει πάρει τα πρωτεία και για πρώτη φορά θα εμφανιστεί επί σκηνής μόνος. «Στο θέατρο, ένας είναι ο νόμος: η παράσταση συνεχίζεται. Όλα τα Φιλαδέλφεια μαζώχτηκαν απόψε να μας δούνε… να με δούνε», λέει, κι αμέσως κατηγορεί τον Στάμο που πέθανε: «Εσύ φταίς, που εγκαταλείπεις, παραμονή πρεμιέρας! Που θ’ άνοιγε δρόμος – …να μου ανοίξει ένα μέλλον και μένα, εσύ ανελήφθης! Δε ρωτάς. Δε συμμερίζεσαι. Πάντα ό,τι σε σύφερνε, εσένα. Και πάντα παράπονα. “Δε μ’ αγαπάς κατα βάθος, ρε Μέμο”. Ποιός δε σ’ αγαπάει, ρε!». Η ερωτική αφοσίωση ανάμεσα στους δυο άντρες εκφαίνεται ως ένα διαρκές πένθος, μια ατελείωτη απουσία συναισθήματος. Ο ρόλος του Μέμου παραμένει αρχετυπικός, στα όρια μεταξύ νατουραλισμού και θεατρικής σύμβασης: «Πάντα σου ήθελες άνθη – άλλο ψώνιο. Σε κάθε πρεμιέρα τα περίμενες. Και πάντα σου’ ρχόταν ένας μποκές με μπιλιέτο «η άγνωστος θαυμάστριά σας». Εγώ ήμουνα η άγνωστος – ζώον!».

alt

Η ελαφρών ηθών Μερόπη σε μιαν Ελλάδα για κλάματα

Με νευρωτικές κινήσεις και σαν υπνωτισμένη, λειτουργεί άλλοτε ως πρωταγωνίστρια και άλλοτε ως υποβολέας, ενώ μαζεύει τα αποφόρια του μακαρίτη και απειλεί τον Μέμο: «Τη διατροφή θα μου τη συνεχίσεις εσύ. Για να μην… ανοίξω το στόμα μου… για σένα και το μακαρίτη!».

Δίπλα του η Μερόπη (Μαρία Πανουργιά), πρώην σύζυγος του Στάμου, αναζητά ένα σπάγγο για να δέσει τα υπολείμματα των υπαρχόντων του συζύγου της, έτοιμη να αρχίσει μια νέα ζωή. Με νευρωτικές κινήσεις και σαν υπνωτισμένη, λειτουργεί άλλοτε ως πρωταγωνίστρια και άλλοτε ως υποβολέας, ενώ μαζεύει τα αποφόρια του μακαρίτη και απειλεί τον Μέμο: «Τη διατροφή θα μου τη συνεχίσεις εσύ. Για να μην… ανοίξω το στόμα μου… για σένα και το μακαρίτη!». Με λόγο παρέμβλητο, η Αντώνα αφηγείται πώς ξαναπέθανε, αφού ζευγάρωσε μ’ έναν άγγελο, μια κάποια Μεγάλη Πέμπτη και μετά αφηγείται τη θητεία της ως οικιακής βοηθού στη χήρα ενός συνταγματάρχη, μέχρι τον νέο της θάνατο. Με χιουμοριστική διάθεση και νοσταλγία ο Μέμος αφηγείται τις περιοδείες του με τον νεκρό μπουλουκτσή στα ρουμάνια της Ρούμελης και η Αντώνα αφηγείται το καλλιτεχνικό δέσιμο, τον έρωτα και την εγκυμοσύνη της με τον άντρα που προκάλεσε τον νέο θάνατό της. Η Αντώνα είναι απόβλητο στοιχείο, ήδη από τα σχολικά της χρόνια. Η δασκάλα της έλεγε: «Δεν έχεις μανούλα παλιομούλικο, σκάσε και πέθανε τρισκατάρατο και μόλυσμα της πατρίδας!».

Ο Μάτεσις θίγει ευθέως τη στρεβλωμένη, φαλκιδευμένη νεοελληνική πολιτιστική ταυτότητα, διακωμωδώντας την εθνολαγνία και τον ανδρισμό, τη μονογαμικότητα και την ετεροσεξουαλικότητα. Επίσης, ανασύροντας μνήμες από την αρχαία Ελλάδα όπως είναι μεταποιημένες στη νεοελληνική συνείδηση: «Έπαιζα και την Ελλάς Ευγνωμονούσα κι έπρεπε να στυλωθεί το εντεράκι μου. Ποιά ευγνωμονούσα; Mια και κάτω- “τροφική δηλητηρίασις θιάσου, επτά νεκροί, οι σωροί μεταφέρθησαν εις Γενικόν Νοσοκομείον Τριπόλεως’’, έγραφε την άλλη μέρα η Φωνή της Πελοπονήσσου. Ξαναπέθανα εκ τροφικής δηλητηριάσεως εξ ιχθύων, δηλαδή μπαρμπουνίων, αλλά μου ’χαν μια φωτό βιζαβί με το τούτο μου έκτακτο, πρώτη σελίδα, από κάτω "η νεκρή καλλιτέχνις Αντώνα"». Υπό τον ήχο του ζουρνά και του νταουλιού ο Μέμος θα προσπαθήσει να ερμηνεύσει τα σπαράγματα αυτά του ιδεολογήματος που συναπαρτίζουν τις «Έλλησιν κοινάς» παραστάσεις. Η ερμηνεία της Μπέτυς Βακαλίδου επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις, καθώς κάθε ξεχωριστός της θάνατος εντάσσεται, σαν σε παλιά φωτογραφία στούντιο, σε διαφορετικό σκηνικό: δύο από τα σκηνικά αυτά φέρουν, ως σήμα κατατεθέν, τα γωνιώδη βράχια, τους «φρυγικούς σκούφους» της βυζαντινής αγιογραφίας, παραπέμποντας αυτόματα στην αγιοποίηση της νεκρής θεατρίνας, στην ανάληψή της στους ουρανούς, αλλά και στην εικαστική παρακαταθήκη του φτωχούλη Θεόφιλου.

Στο τσίρκο στη Φιλαδέλφεια

Σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της παράστασης ο Στάμος (τον υποδύεται ο σταθερός ως προς τη χρήση των εκφραστικών του μέσων, συγκινητικός ηθοποιός Αλέξανδρος Παπαϊωάννου) φορά τη χαρακτηριστική στολή του Γενίτσαρου με τα ρούπια, τα ασημικά τερτίπια και τα άλλα διανθίσματα που ράβονται πάνω στο γιλέκο και φορά τον Πρόσωπο. Ο αισθησιασμός και ο υπαινιγμός της ομοφυλόφιλης σχέσης του με τον Μέμο εστιάζεται στο μπενεβρέκι, το μακρύ αντρικό εσώρουχο που σαν σκελέα στρατού φτάνει μέχρι τον αστράγαλο, στο κεντητό πουκάμισο, στη φουστανέλα, στο πισλί, στο ζωνάρι και στα τσαρούχια, που ως στοιχεία αισθητικής επανεμφανίζονται στις παραστάσεις των bijoux de kant. 

Το ηθικοϊδεολογικό παλίμψηστο του Μάτεσι χλευάζει την υποκρισία, την κρυψίνοια, τον ατομικισμό, το ταξικό μίσος και την απληστία που φτάνει ώς τον κανιβαλισμό.

Το ηθικοϊδεολογικό παλίμψηστο του Μάτεσι χλευάζει την υποκρισία, την κρυψίνοια, τον ατομικισμό, το ταξικό μίσος και την απληστία που φτάνει ώς τον κανιβαλισμό. Στο έργο επανέρχονται τα σταθερά μοτίβα της τελετουργίας του θανάτου και του εξορκισμού του, του Εμφύλιου και του μικροαστικού περιβάλλοντος που τον υπέθαλψε, της διαταραγμένης και βίαιας σχέσης εξάρτησης, εκμετάλλευσης και εξαπάτησης που συνάπτεται ανάμεσα στα δύο φύλα, της ανεπεξέργαστης σεξουαλικότητας που προσκρούει στην υπόγεια ομοφυλοφιλική καθήλωση, του μισογυνισμού κι ενός ανδρισμού που δεν βρίσκει αντίκρυσμα, του ναρκισσισμού του ηθοποιού (ο Μέμος ετοιμάζεται για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα για να βγει στη σκηνή του θεάτρου, προβάλλοντας σπαράγματα από κοινότοπα κείμενα γνωστά σε όλους, αλλά η μνήμη και το άγχος του τον απατούν), αλλά και της ανθρωπολογίας και της ηθικής λύτρωσης που επιφέρει το θέατρο.

alt

Η βουή και το πλήθος

Σε μιαν υπερρεαλιστική, κιτς σύνθεση επικρατεί το ηθογραφικό ιστορικό φόντο του Εμφυλίου, ενώ επικρέμαται η αόριστη απειλή και ο τρόμος του αδηφάγου κοινού που περιμένει, ο ήχος από σειρήνες στους δρόμους και από μιαν επικείμενη οδομαχία που προοιωνίζει την τελική σφαγή.

Η παράξενη, ανησυχαστική βουή που πλησιάζει συνιστά απόηχο του Φώκνερ στο έργο του Μάτεσι. Η παράσταση καθυστερεί, ενώ το κοινό αρχίζει να αλληλοσπαράσσεται: «Ένας, λέει, βάρεσε τη γυναίκα του. Δύο σφαίρες». Παράλληλα, ο Μέμος με τη Μερόπη προβάρουν ένα νούμερο χαρακτηριστικό: «Είσαι η εύσωμος απέθαντος Ελλάδα. Είσαι σαλτσάτη μακαρονάδα –θα σε ρουφήξω όλη, θα σε καταπιώ– αν δε σε φάω, δεν ηρεμώ!». Οι ιδεολογικοί απόηχοι μιας Ελλάδας διχασμένης αποτυπώνονται στο γεγονός ότι ο μακαρίτης είχε συνάψει σχέση με μια γυναίκα από καθαρό φόβο: «Τη φοβήθηκε που είχε πατέρα λοχία. Άμα γίνει λοχαγός, μου κάνει, και κάνει κίνημα και μας στείλει εξορία;» Υπό τον ήχο της «Γλυκειάς Μαράτας» η Αντώνα αφηγείται πώς δούλεψε καθαρίστρια στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, μέχρι να τη φάνε τα σκυλιά. Με χιούμορ παρουσιάζεται μια σχέση συναλλαγής με τα θεία: «Παρακάλεσα προσωπικώς την Παναγία: Παρθένος μου, της κάνω, εμένα μου έχεις θέση στον Παράδεισο;».

Σε μιαν υπερρεαλιστική, κιτς σύνθεση επικρατεί το ηθογραφικό ιστορικό φόντο του Εμφυλίου, ενώ επικρέμαται η αόριστη απειλή και ο τρόμος του αδηφάγου κοινού που περιμένει, ο ήχος από σειρήνες στους δρόμους και από μιαν επικείμενη οδομαχία που προοιωνίζει την τελική σφαγή. Το έργο είναι, κυρίως, πολιτικό. Ένας εφιάλτης παραδοξοτήτων, ένα «cabinet de curiosités» ανατρέχει στα μύχια της νεοελληνικής ιστορίας του αλληλοσπαραγμού και του εμφυλίου, ενώ στηλιτεύει με τελετουργικό τρόπο το περίεργο αμάλγαμα αρχαιοελληνικής, βυζαντινής, τουρκικής, αρβανίτικης και εισαγόμενης κακογουστιάς που συνθέτει την αισθητική μιας Ελλάδας που αδυνατεί να ορθοποδήσει.

Όλες οι εποχές της Ελλάδας σε μια στολή

Είναι χαρακτηριστικά φαλλοκρατική η λειτουργία του μπουλουκιού, που προϋποθέτει την αυστηρή αποδοχή και απαιτεί το φύλο των τελεστών να είναι μόνο άντρες, ενώ ακόμη και τη γυναικεία μορφή (νύφη-μπούλα) την υποδύεται άντρας.

Είναι χαρακτηριστικά φαλλοκρατική η λειτουργία του μπουλουκιού, που προϋποθέτει την αυστηρή αποδοχή και απαιτεί το φύλο των τελεστών να είναι μόνο άντρες, ενώ ακόμη και τη γυναικεία μορφή (νύφη-μπούλα) την υποδύεται άντρας. Το παγανιστικό αυτό έθιμο παραπέμπει στις αρχαιοελληνικές μυητικές τελετές ενηλικίωσης κατά τις οποίες ο νέος, ντυμένος με γυναικεία ρούχα και οδηγούμενος από ανύπαντρους άντρες της φυλής, απέβαλλε τη γυναικεία ενδυμασία, μεταμορφωνόταν σε άντρα και εντασσόταν στο μπουλούκι. Στο έθιμο προβλέπεται, αν κάποιο από τα μικρά αγόρια που συνοδεύουν το μπουλούκι τα καταφέρει στον χορό, να ορίζει ο αρχηγός σε ποιο σημείο θα μπει πρώτος στον κύκλο και θα χορέψει ως πρωτοσυρτής, ενώ όλοι θα τον σεβαστούν ως ενήλικα. 

Στο έργο ασκείται ευφάνταστη, γεμάτη χιούμορ κριτική στην «επίσημα θεωρούμενη» καλλιτεχνική δραστηριότητα με την επισήμανση: «Να κάνεις το νουμεράκι που’ χαμε λανσάρει τότε στην Επίδαυρο. Καλό χωριό η Επίδαυρος. Είσπραξη τριάντα δύο εισιτήρια (...) Και στην παράσταση, να μπράβο, να γέλια. Μετά μας πήρε σπίτι της –Χιλιομόδι να φανταστείς– μας τάισε, μας κοίμησε, το πρωί μας δίνει μια μπουκάλα ρακή, στο καλό, μας λέει, κι εγώ του σιναφιού είμαι, με λένε Ειρήνη Παπά (...) Για να μην τη στενοχωρήσω, της έδειξα γνωριμία. Όλες τις φίρμες τις ξέρω εγώ, Ρίτα Τσάκωνα, Διάνα Σιμόν, το Ζαζά, οικογένεια Δανίκα… αλλά Παπά Ειρήνη… άγνωστη. Φαίνεται δε φτούρησε κι έκατσε σπιτάκι της η κοπέλα. Έ! Η καριέρα δεν είναι για τον καθέναν!»

Όλοι μια απουσία, όλοι μια στέρηση

«... Και τον ρώτησα αν θα έχει κι άλλες καλλιτέχνιδες εκεί να ξέρω να χαρώ και μου ‘κλεισε νοηματικώς το δεξί του το μάτι που του το ‘χαν βγάλει με κουτάλες οι άπιστοι κι αγίασε. Και του 'στειλα ένα φιλί στον αέρα κι έκανα το σταυρό μου κι ένα αχ! και αγαλλίασε το κορμάκι μου το βασανισμένο, τόσα χρόνια το σκοτώναν άλλοι, τώρα πεθαμένο από μόνο του και πουλάκι λεύτερο, πάει στα αμάραντα και ησύχασε!».

Η Αντώνα κλείνει τον κύκλο των θανάτων της με το εκπληκτικό κείμενο της Γλυκερίας Μπασδέκη: «Mετά ξάπλωσα κι είπα "θα πεθάνεις στο ράντζο σου Αντώνα, Κυρία, αφ’ εαυτού σου και κανέναν κερατά δεν έχεις ανάγκη να σε πεθάνει, άει σιχτίρ πια”. Και παρακάλεσα τον Άγιο Στυλιανό, που προστρέχει τα ορφανά και τα δικιορισμένα να μου κλείσει τα μάτια και να πετάξω στα Επουράνια. Κι ήρθε ο Άγιος μέσα απ’ το κάντρο με τη Γενοβέφα και μου λέει χαμογελαστός “Αντώνα κορίτσι μου, μη φοβάσαι! Σου ’χω πρώτη θέση πολυτελείας στην Παράδεισο, κάνε το σταυρό σου και φύγαμε’’. Και τον ρώτησα αν θα έχει κι άλλες καλλιτέχνιδες εκεί να ξέρω να χαρώ και μου ‘κλεισε νοηματικώς το δεξί του το μάτι που του το ‘χαν βγάλει με κουτάλες οι άπιστοι κι αγίασε. Και του 'στειλα ένα φιλί στον αέρα κι έκανα το σταυρό μου κι ένα αχ! και αγαλλίασε το κορμάκι μου το βασανισμένο, τόσα χρόνια το σκοτώναν άλλοι, τώρα πεθαμένο από μόνο του και πουλάκι λεύτερο, πάει στα αμάραντα και ησύχασε!».

Η Μερόπη θα πει τον δικό της μονόλογο, αυτόν του επαναληπτικά θύματος: «Δεν αφήσαμε ραχούλα για ραχούλα, κι όλα αυτά γιατί ήμουν ταλεντάρα και μάρκα μ’ έκαψες κι η Μεροπάρα με τ’ όνομα η πρώτη μπουλουκτσού και σύζυγος με χαρτιά να μη μας τα ζαλίζουν οι χωροφύλακες». Τη Μερόπη θα τη σώσει το θέατρο. Και ο Μέμος θα μιλήσει και θα πει τα δικά του κρίματα. Το θέατρο τον έσωσε κι αυτόν: «Εγώ, μια φορά, θα παραστήσω». Τελευταίος, ο νεκρός Στάμος θα απεκδυθεί τον Πρόσωπο, θα σηκωθεί και θα μιλήσει για τα νεκρά του αδέλφια: «Τ’ αδέρφια μου βγήκαν έν' απόγευμα όλα, για περίπατο. Αλλά τα έφαγαν άγριοι σκύλοι. Όλα μαζί. Δεν έμεινε τίποτα να κηδέψουμε. Έκτοτε, τ’ αδέρφια μου επιστρέφουν σπίτι ταχτικά. Γαβγίζοντας».

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Εις ελευθερίαν: «έρως» του λόγου και «έκστασις» θεατρική

Εις ελευθερίαν: «έρως» του λόγου και «έκστασις» θεατρική

Για τη θεατρική μεταφορά του εκτεταμένου διηγήματος Εις ελευθερίαν της Ελεονώρας Σταθοπούλου, σε διασκευή και σκηνοθεσία Μαρίας Αιγινήτου. (φωτ. Γιάννης Πρίφτης)

Του Θάνου Κάππα...

Γεννήθηκα έρωτας

Γεννήθηκα έρωτας

Για την παράσταση της Bouchra Ouizguen Ottof, η οποία παρουσιάζεται στη Μικρή Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, μέχρι και απόψε 23.02.

Του Νίκου Ξένιου

...
Ο κρυφός, απειλητικός φασισμός

Ο κρυφός, απειλητικός φασισμός

Για την παράσταση Πλατεία Ηρώων, του Thomas Bernhard, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, η οποία παρουσιάζεται στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων - Λευτέρης Βογιατζής.

Του Νίκου Ξένιου

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ψαλμοί, άγρια άλογα κι ένα δαχτυλίδι γύρω απ’ το φεγγάρι

Ψαλμοί, άγρια άλογα κι ένα δαχτυλίδι γύρω απ’ το φεγγάρι

Για τη συναυλία του διεθνούς φήμης Ensemble Musikfabrik το οποίο ερμήνευσε, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, τέσσερα έργα του Harry Partch, στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.

Του Φραγκίσκου Κον...

Εις ελευθερίαν: «έρως» του λόγου και «έκστασις» θεατρική

Εις ελευθερίαν: «έρως» του λόγου και «έκστασις» θεατρική

Για τη θεατρική μεταφορά του εκτεταμένου διηγήματος Εις ελευθερίαν της Ελεονώρας Σταθοπούλου, σε διασκευή και σκηνοθεσία Μαρίας Αιγινήτου. (φωτ. Γιάννης Πρίφτης)

Του Θάνου Κάππα...

Διαβάζοντας με την Αλεξάνδρα Παντελάκη

Διαβάζοντας με την Αλεξάνδρα Παντελάκη

Πρόσωπα από το χώρο των τεχνών, των ιδεών και του πολιτισμού, αποκαλύπτουν το δικό τους αναγνωστικό χαρακτήρα, τη μύχια σχέση τους με το βιβλίο και την ανάγνωση.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube