
Για την παράσταση «Η Λέλα και η Λέλα» του Ανδρέα Στάικου στο Θέατρο Φούρνος.
Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου
Ο Ανδρέας Στάικος χρησιμοποιεί το σύμβολο της μοιραίας γυναίκας διαρκώς στο έργο του. Όπως μας είχε πει ο ίδιος σε παλαιότερη συνέντευξή του, η φιγούρα της femme fatale «είναι ένα αποκύημα της φαντασίας του συγγραφέα», φέρει στη σύλληψή της κάτι το υπερβατικό.
Στην παράσταση «Η Λέλα και η Λέλα» πρωταγωνιστούν δύο «συνώνυμες» ηρωίδες: η πρώτη κρατά τα κλειδιά για έναν κόσμο μόνιμης ραστώνης και ανεμελιάς, στον οποίο καλωσορίζει τη δεύτερη, την αρχικά άβγαλτη και διστακτική Λέλα, την οποία προσλαμβάνει αναθέτοντάς της το εξής καθήκον: να μην κάνει απολύτως… τίποτα.
Κλεισμένες σε τέσσερις τοίχους, αγνοώντας -όσο γίνεται- τον έξω κόσμο, οι δυο γυναίκες αποκτούν μια σχέση με ερωτική διάσταση. Στόχος τους η αναζήτηση της ηδονής και της χαλάρωσης, ενώ δεν λείπουν οι σκηνές ζηλοτυπίας με αφορμή την επίσκεψη της εκπαιδευόμενης Λέλας στο γειτονικό καφέ. Υποχρεώσεις δεν φαίνεται να υπάρχουν και τις δουλειές που προκύπτουν τις αναλαμβάνει μια υπηρέτρια με ενδυμασία μπαλαρίνας, που εκτελεί τα όποια θελήματα, όπως την παροχή γενναιόδωρου κρασιού.
Ανατροπή των καθημερινών συμβάσεων
Η ανατροπή της συμβατικής καθημερινότητας βρίσκεται στον πυρήνα του έργου. Το βιογραφικό που καταθέτει η αρχάρια Λέλα την οδηγεί σε μια εργασία με στόχο την έλλειψη παραγωγικότητας. Η ανδρική παρουσία απουσιάζει πλήρως από το περιβάλλον, το οποίο θα χαρακτηρίζαμε μητριαρχικό – οι δυναμικές της εξουσίας δεν απουσιάζουν προφανώς, και σε μία σκηνή, η έμπειρη Λέλα θυμίζει στην υπηρέτριά της τη θέση της, όταν η δεύτερη παρεκτρέπεται. Βέβαια, ακόμα και ο αντικομφορμισμός έχει τα όριά του: στο τέλος χωρίζουν οι δρόμοι των δύο πρωταγωνιστριών – όχι με έναν μεγάλο καυγά, όπως θα συνέβαινε με ένα τυπικό ζευγάρι, αλλά με μια αγκαλιά, μετά την αποκάλυψη πως η έμπειρη Λέλα υπέπεσε στο αμάρτημα του πλυσίματος των πιάτων.
![]() |
|
Η αυλαία πέφτει καθώς η έμπειρη Λέλα, η εφευρέτρια του ψευδωνύμου, και η σύντροφός της μοιάζει να αποδέχονται μια αλήθεια για τον εαυτό τους. |
Τότε αποκαλύπτεται και η συνωνυμία, για την οποία μας έχει προϊδεάσει ο τίτλος. Η αυλαία πέφτει -για να θυμηθούμε ένα παλαιότερο έργο του Ανδρέα Στάικου-, καθώς η έμπειρη Λέλα, η εφευρέτρια του ψευδωνύμου, και η σύντροφός της μοιάζει να αποδέχονται μια αλήθεια για τον εαυτό τους.
Λιτό θέατρο
Μια παράσταση με τα απολύτως απαραίτητα σκηνικά, όπως συχνά συμβαίνει στα έργα του Ανδρέα Στάικου, σημαντικού μεταφραστή και θεατρικού μας συγγραφέα. Δύο θέσεις για την ανάπαυση των ηρωίδων, ένα αισθησιακό, υπαινιχτικό παραβάν και ένα κομοδίνο όπου εναποτίθενται τα -μεγεθυμένα σε κωμικό βαθμό- κρασοπότηρα.
![]() |
|
Η Ελένη Ζαραφίδου και η Εμμανουέλα Κοντογιώργου είναι πλήρως εναρμονισμένες μεταξύ τους, αλλά και με το ύφος της κομψής και πληθωρικής γραφής του δημιουργού |
Η Ελένη Ζαραφίδου και η Εμμανουέλα Κοντογιώργου, στην τρίτη τους συνεργασία με τον Ανδρέα Στάικο -έχουν προηγηθεί οι παραστάσεις «Ερμιόνη» και «Αλίφειρα»-, είναι πλήρως εναρμονισμένες μεταξύ τους, αλλά και με το ύφος της κομψής και πληθωρικής γραφής του δημιουργού, επηρεασμένης από τον Μαριβώ. Τις δυο τους συνοδεύει η Ματίνα Μαυρομμάτη, στον μικρό και διασκεδαστικό ρόλο της χορεύτριας-υπηρέτριας.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Σκηνοθεσία: Ανδρέας Στάικος
Μουσική: Νίκος Ξυδάκης
Σκηνική επιμέλεια: Αλέξης Κυριτσόπουλος
Κοστούμια: Δημήτρης Ντάσιος
Φωτισμοί: Χάρης Δάλλας
Επικοινωνία: Δέσποινα Ερρίκου
Digital Marketing: Ευα Καραχάλιου
Βοηθός σκηνοθέτη: Ματίνα Μαυρομμάτη
Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Λέπουρης
Παραγωγή: Εταιρία Θεάτρου ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ
Παίζουν: Ελένη Ζαραφίδου, Εμμανουέλα Κοντογιώργου, Ματίνα Μαυρομμάτη


























