
Για τη μυθιστορηματική «Τετραλογία του Λαγού» του Τζον Απντάικ (John Updike), τα τρία πρώτα μέρη της οποίας κυκλοφορούν στα ελληνικά (μτφρ. Πάνος Τομαράς, εκδ. Οξύ). Εικόνα: Από την ταινία «Λαγέ τρέξε» (1970) του Τζακ Σμάιτ.
Γράφει ο Θόδωρος Σούμας
Ο Τζον Απντάικ (1932-2009) δημιούργησε τη μυθιστορηματική τετραλογία του με ήρωα τον Χάρι «Λαγό» Άνγκστρομ, αποτελούμενη από τα μυθιστορήματα Λαγέ τρέξε (Rabbit, run, 1960), Ο Λαγός επιστρέφει (Rabbit, Redux, 1971), Ο Λαγός έχει λεφτά (Rabbit is rich, 1981) και Ο Λαγός αναπαύεται (Rabbit at rest, 1990). Οι εκδόσεις Οξύ εξέδωσαν ήδη τα τρία πρώτα μυθιστορήματα της Τετραλογίας, καλομεταφρασμένα από τον Πάνο Τομαρά και αναμένεται το τέταρτο.
Το Μπούερ, η πόλη που οικοδομεί ο Απντάικ στην τετραλογία του Χάρι «Λαγού» Άνγκστρομ είναι ένας επινοημένος, φανταστικός τόπος στην Πενσυλβάνια όπου γεννήθηκε ο συγγραφέας, που αποκτά μεγαλύτερη αλήθεια από έναν πραγματικό, επειδή συμπυκνώνει τα χαρακτηριστικά μιας ολόκληρης κοινωνίας. Δεν είναι απλώς το σκηνικό της ζωής του Λαγού, αλλά ο μικρόκοσμος της μεταπολεμικής Αμερικής: η άνοδος της μικροαστικής ευημερίας, η καταναλωτική κουλτούρα, η παρακμή των παλιών βιομηχανικών πόλεων, η διάλυση της οικογένειας, η μεσαία τάξη, η μοναξιά και η υπαρξιακή ανησυχία του μέσου Αμερικανού. Ο Τζον Απντάικ προσεγγίζει και ανατέμνει την κοινωνία, την υπαρξιακή διάσταση του ανθρώπου και τα υπαρξιακά ερωτήματά του, τους σκοπούς του σύγχρονου, μέσου δυτικού ανθρώπου και την υπαρξιακή κρίση του.
Λαγέ τρέξε
Στο Λαγέ τρέξε ο συγγραφέας εξετάζει διαχρονικά τον γάμο, την αμερικανική κοινωνία, τον έρωτα, την ροπή προς την ελευθερία και τη φυγή, την ατομική υπευθυνότητα ή ανευθυνότητα και την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο Χάρι Άνγκστρομ είναι ένας πρώην αστέρας του μπάσκετ των νέων της περιοχής του, της περιοχής γύρω από την πόλη Μπρούερ, στη νοτιοανατολική Πενσιλβάνια. Το 1959 είναι παντρεμένος με την Τζάνις, μια απογοητευμένη από τον γάμο της, εύπορη κοπέλα, έχουν ένα αγόρι και η Τζάνις θα γεννήσει σύντομα ακόμα ένα παιδί. Ο Χάρι Λαγός νιώθει κορεσμένος από τον γάμο του, με χαμένο τον σκοπό της ζωής και τον προορισμό του, ανικανοποίητος από τη νεαρή γυναίκα του, η οποία πιεσμένη, ανόρεχτη και κουρασμένη, βλέπει τηλεόραση και πίνει πολύ αλκοόλ για να απωθήσει τα οικογενειακά προβλήματα.
Ο Λαγός νιώθει παγιδευμένος στον γάμο, στη ρουτίνα, στην πατρότητα και στην επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα και γι’ αυτό παρατάει το σπίτι τους. Η ελευθερία του βρίσκεται μακριά από τις υποχρεώσεις. Το μυθιστόρημα κρίνει τις αρρενωπές, macho προσδοκίες και επιθυμίες των ανδρών, του αθλητή Λαγού και του προπονητή του, που αρέσκονται να έχουν, με ανευθυνότητα, του χεριού τους τις γυναίκες.
Ο Λαγός κατά διαστήματα, φεύγει και τρέχει, τρέχει μακριά από τις δεσμεύσεις του. Τα φτιάχνει με τη Ρουθ, μια ζουμερή, αθυρόστομη, απελευθερωμένη πρώην πόρνη, ένα πνεύμα αντιλογίας. Δεν πιστεύει τίποτα, παίρνει λεφτά από τους άντρες, μα τελικά επιλέγει σαν ταίρι της τον Χάρι στα σοβαρά. Το πρώτο θέμα, άρα, του μυθιστορήματος είναι ο γάμος. Και το επόμενο η φυγή – τυπικό αμερικάνικο αφηγηματικό μοτίβο της λογοτεχνίας και του σινεμά. Το Λαγέ τρέξε είναι ένα μυθιστόρημα για την ανικανοποίητη επιθυμία του ατόμου να ξεφύγει από ό,τι το φυλακίζει. Ο Απντάικ παρουσιάζει έναν ήρωα που αναζητά ελευθερία, έρωτα και ευτυχία, που πολλές φορές το βάζει στα πόδια, αλλά η φυγή από τη δύσκολη πραγματικότητα δεν οδηγεί στη λύτρωση. Ούτε η θρησκεία.
Ο παλιός προπονητής του Λαγού τού λέει πως διαπαιδαγώγησε τους παίκτες του για να τα βγάζουν πέρα στη ζωή, εκγυμνάζοντας κι εμπνέοντας το σώμα τους, τον νου τους και την καρδιά τους. Και η Ρουθ λέει στον Λαγό πως της αρέσει γιατί παλεύει κι έχει τη θέληση να πετύχει κάτι. Μα ο Λαγός, ψηλαφώντας την ελευθερία, τον έρωτα και το χρήσιμο νόημα της ζωής, δεν ξέρει ακόμη τι να πράξει και να επιλέξει. Ενίοτε τον κατακλύζει η νοσταλγία για το πετυχημένο αθλητικό παρελθόν του.
Σε όλο το βιβλίο, μέσα στην ψυχή του Λαγού συγκρούεται η οικογενειακή ευθύνη με την ανεμελιά, την ελαφράδα, τον αυθορμητισμό, την τάση του για ευδαιμονισμό. Η ροπή του να φανεί υπεύθυνος πατέρας και σύζυγος σχετίζεται με την υιοθέτηση -ή μη- της χριστιανικής ηθικής και υπευθυνότητας που προσπαθεί να του εμφυσήσει ο νεαρός, προτεστάντης ιερέας Εκλς, ο οποίος έχει επιστρατευτεί από τους συγγενείς του επειδή ο Λαγός πιστεύει στον Θεό. Όμως, η πίστη του είναι ρηχή, ανούσια, χωρίς αντίκρισμα, βάθος και ηθικό έρεισμα. Οι χαρακτήρες έχουν την ανάγκη να ορίσουν το σωστό και το κακό για να προφυλάξουν τη ζωή τους από τη δυστυχία. Η βασική, ακούσια επιδίωξη του Λαγού είναι η ευχάριστη καθημερινότητα στη ζωή του και η ελευθερία κινήσεων.
Ο Λαγός και οι άλλοι
Το μυθιστόρημα του Απντάικ εμβαθύνει όχι μόνο στον Λαγό, μα και στους δεύτερους χαρακτήρες. Σε αυτόν της συζύγου Τζάνις και στον χαρακτήρα του καλοπροαίρετου, ανεκτικού, αντιφατικού ιερέα Εκλς, παντρεμένου με μια νόστιμη, έξυπνη γυναίκα που δεν πιστεύει, ο οποίος ταλαντεύεται μεταξύ δεκτικότητας, ανοιχτού μυαλού, έφεσης προς τον διάλογο με όλους τους συνανθρώπους και της αντιφατικής και υπερβολικής συγκαταβατικότητας. Ο Εκλς συγκρούεται με τον παραδοσιακό, δογματικό και συντηρητικό, ανώτερό του αιδεσιμότατο Κρούπενμπαχ, άνθρωπο πεπαλαιωμένων εκκλησιαστικών αρχών, για την ανάγκη διαλόγου με τους ανθρώπους και όσους πάσχουν.
Ο Λαγός, σε όλο το μυθιστόρημα, δεν ξέρει τι ακριβώς να κάνει. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το τέλος μένει εντελώς ανοικτό.
Ο συγγραφέας αποδίδει μία σημαντική θέση στη θρησκεία μέσα στη μυθοπλασία του. Ακόμη και στους χώρους όπου περιφέρεται ο Λαγός, η παρουσία των τόπων λατρείας είναι φανερή. Η σχέση του πεζογραφήματος με τη χριστιανική θρησκεία είναι πολλαπλή, άλλοτε θετική και άλλοτε κριτική. Ορισμένοι ήρωες θα επέλεγαν την ηθική χριστιανική εξύψωση, παρά το ότι δεν την κάνουν πράξη. Το μυθιστόρημα σκιαγραφεί μια τοιχογραφία της μεταπολεμικής, αμερικάνικης, προτεσταντικής μεσαίας τάξης των μικρών πόλεων, εστιάζοντας στην πίστη στον χριστιανισμό και στην κρίση της πίστης, στην κρίση ταυτότητας του κεντρικού χαρακτήρα, στη μοναξιά και αποξένωση, στην υπαρξιακή ανία (και αγωνία), στην ερωτική και επαγγελματική απογοήτευση και στο αναζητούμενο αμερικάνικο όνειρο. Ο Λαγός, σε όλο το μυθιστόρημα, δεν ξέρει τι ακριβώς να κάνει. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το τέλος μένει εντελώς ανοικτό.
Το ύφος του γραψίματος του Απντάικ είναι περιγραφικό. Παρουσιάζει τη συμπεριφορά των προσώπων του και τον ψυχικό κόσμο του κεντρικού του ήρωα. Ο αναγνώστης παρακολουθεί τις σκέψεις, τις αμφιβολίες και τις αντιφάσεις τους, γεγονός που προσδίδει ψυχολογικό βάθος στο έργο. Ο Απντάικ επιδίδεται στον κοινωνικό σχολιασμό και χρησιμοποιεί πότε πότε την ειρωνεία. Περιγράφει περίτεχνα και πολύπλοκα τους χώρους και τη φύση, ποιητικά και κάπως εξεζητημένα. Ο συγγραφέας επιμένει στις λεπτομέρειες, χρησιμοποιεί πλούσιο λεξιλόγιο και τον ενεστώτα χρόνο. Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη και εισχωρεί συχνά στις σκέψεις διαφορετικών προσώπων. Έτσι παρουσιάζονται πολλαπλές οπτικές γωνίες και αποφεύγεται η μονοδιάστατη παρουσίαση των γεγονότων.
Ο Λαγός επιστρέφει
Στο δεύτερο μυθιστόρημα, που εκτυλίσσεται το 1969, Ο Λαγός επιστρέφει, η Τζάνις έχει εξελιχθεί κι ωριμάσει και, αποκαρδιωμένη από την απομάκρυνση του άντρα της Χάρι, έχει βρει εραστή, τον χαρούμενο, ντόμπρο Ελληνοαμερικανό Σταύρο, και φεύγει από το σπίτι τους.
Ο Απντάικ αναδεικνύει όλες τις ποικίλες αντιφάσεις των συμπεριφορών της Τζάνις και του Λαγού, του γάμου τους και του έρωτα της Τζάνις και του Σταύρου. Ο Λαγός έχει με τα χρόνια συντηρητικοποιηθεί και προσκολληθεί σε πατριωτικούς και οικογενειακούς κανόνες και παραδεδεγμένες αξίες. Είναι παθητικός, ανεκτικός, αυτοσυγκρατημένος, σχετικά άβουλος και μάλλον αδιάφορος για ό,τι γίνεται. Η πρώτη αντίδραση του Λαγού όταν μάθει την απιστία της συζύγου του είναι να την ξυλοφορτώσει σαν βέρος macho άντρακλας που είναι, μα αμέσως μετά, αφού κάνουν έρωτα, δείχνει μεγάλη ανοχή, της λέει πως αν το επιθυμεί, μπορεί να πάει να ζήσει με τον Έλληνα. Ένα μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος ανατέμνει το ζήτημα της μοιχείας και την ψυχολογία της γυναίκας μοιχού, με ενάργεια και διεισδυτικότητα. Ο Απντάικ ασχολείται εμβριθώς με πολιτικά, κοινωνικά, ακόμη και με αθλητικά θέματα. Ασχολείται ιδιαίτερα με το σεξ. Ακόμη και με την κατάκτηση του διαστήματος και την προσεδάφιση, για πρώτη φορά, στη Σελήνη. Όλα κοιταγμένα με υποδόριο, σκωπτικό και αρκετά ανοιχτόκαρδο χιούμορ.
Το Ο Λαγός επιστρέφει του Απντάικ αποτελεί μια σκοτεινή, σε βάθος απεικόνιση της αμερικανικής κοινωνίας στα τέλη της δεκαετίας του 1960, σε μια εποχή έντονων πολιτικών, φυλετικών, γεωστρατηγικών (Βιετνάμ) και πολιτισμικών ανακατατάξεων. Ο Χάρι Άνγκστρομ, εγκαταλελειμμένος από τη σύζυγό του, έρχεται σε επαφή με έναν κόσμο που μέχρι τότε του ήταν ξένος: τη νεανική αντικουλτούρα, τις φυλετικές εντάσεις, τη σεξουαλική απελευθέρωση, το αντιπολεμικό πνεύμα και την αμφισβήτηση των παραδοσιακών αξιών. Μέσα από αυτή τη σύγκρουση παλιού και νέου, ο Απντάικ διερευνά τη μοναξιά, την κρίση ταυτότητας, την αδυναμία επικοινωνίας και τη σταδιακή αποσύνθεση του αμερικανικού ονείρου, χωρίς να προσφέρει εύκολες απαντήσεις ή ηθικά και πολιτικά συμπεράσματα.
Το Ο Λαγός επιστρέφει κυρίως περιγράφει τον παράξενο σχηματισμό ενός παράταιρου κοινόβιου στο σπίτι του Λαγού και του γιου του. Εκεί έρχεται να μείνει η Τζιλ, μια δεκαοκτάχρονη, ανήσυχη κι ειρηνίστρια χίπισσα που παίρνει ναρκωτικά και ο Σκίτερ, ένας νέος μαύρος που παραληρεί υπέρ της μαύρης εξέγερσης και της έλευσης ενός μαύρου Χριστού, με τον οποίο μερικές φορές ταυτίζεται μέσα στη μαστούρα του. Στην αρχή, τα μέλη της παρέας τσακώνονται, μα λίγο λίγο τα βρίσκουν μεταξύ τους. Οι τρεις αρσενικοί ποθούν τη σεξουαλικά δεκτικότατη Τζιλ και οι δύο μεγαλύτεροι κάνουν ελεύθερο σεξ μαζί της (στον Σκίτερ δίνεται γιατί της σπρώχνει πρέζα).
Το ύφος συνδυάζει τη ρεαλιστική προσέγγιση με την ποιητική ευαισθησία, ενώ η ειρωνεία και η λεπτή κοινωνική σάτιρα αποκαλύπτουν τις αντιφάσεις του πρωταγωνιστή, των γύρω του ανθρώπων, των γυναικών και της αμερικανικής κοινωνίας.
Ο Λαγός, ενώ αρχικά δείχνει συντηρητικός, σιγά σιγά επηρεάζεται από τους ενθουσιώδεις, ομιχλώδεις, μεσιανικούς και ντελιριακούς λόγους του Σκίτερ. Η κατάσταση και η ατμόσφαιρα στο σπίτι του αντικατοπτρίζουν τη γενική, χαοτική κατάσταση στις ΗΠΑ. Πόλεμος του Βιετνάμ και νεανικές, θυελλώδεις διαμαρτυρίες, η πολιτική δίκη των οκτώ ακτιβιστών, ειρηνιστών, αριστερών και γίπις του Σικάγο, αμφισβητήσιμες πολιτικές αποφάσεις του Νίξον, διαδηλώσεις, φυλετικές διακρίσεις και συγκρούσεις μεταξύ εξεγερμένων μαύρων και κρατικών καταστολέων, καθώς και αντιδράσεις των συντηρητικών, δεξιών πολιτών, κ.ο.κ. Στο μυθιστόρημα παρουσιάζονται τα κοινωνικά προβλήματα των μαύρων, τα βάσανα, η φτώχεια και οι δυστυχίες τους, η παραβατικότητα, ο αποπροσανατολισμός τους και η άμοιρη ζωή τους. Ορισμένοι όμως αντιδρούν, αντιστέκονται με ποικίλα μέσα. Άλλοι με την έκφραση αγάπης, άλλοι ποντάροντας στη «μαύρη δύναμη» και άλλοι με τη βία.
Οι γείτονες αντιδρούν βίαια στις εικόνες ελεύθερου έρωτα που διακρίνουν από τα τζάμια του σπιτιού και τελικά το «ελευθεριακό» πείραμα της παρέας αποτυχαίνει πλήρως, τελειώνει τραγικά, με μια καταστροφή με ανθρώπινη απώλεια να σημειώνεται.
Η γραφή του Άπνταϊκ διακρίνεται για το μείγμα ρεαλισμού και λυρισμού της, την ψυχολογική διεισδυτικότητα και την παρατηρητικότητα απέναντι στις λεπτομέρειες της καθημερινότητας. Με πλούσια, αισθαντική γλώσσα, περίτεχνες μεταφορές και ελεύθερη εναλλαγή ανάμεσα στον εξωτερικό κόσμο και τις εσωτερικές σκέψεις του κεντρικού ήρωα Λαγού, μετατρέπει το καθημερινό σε πεδίο υπαρξιακού στοχασμού. Το ύφος συνδυάζει τη ρεαλιστική προσέγγιση με την ποιητική ευαισθησία, ενώ η ειρωνεία και η λεπτή κοινωνική σάτιρα αποκαλύπτουν τις αντιφάσεις του πρωταγωνιστή, των γύρω του ανθρώπων, των γυναικών και της αμερικανικής κοινωνίας.
Ο Λαγός έχει λεφτά
Το Ο Λαγός έχει λεφτά, το τρίτο μυθιστόρημα της τετραλογίας, που εκτυλίσσεται το 1979, εξετάζει το αμερικανικό όνειρο από τη σκοπιά της οικονομικής επιτυχίας και της μεσοαστικής ευημερίας. Ο άλλοτε ανήσυχος και ασταθής ήρωας έχει πλέον αποκτήσει πλούτο και κοινωνική καταξίωση, όμως η υλική αφθονία δεν του χαρίζει ούτε ψυχική πληρότητα ούτε υπαρξιακή γαλήνη. Ο Απντάικ δείχνει ότι η οικονομική άνοδος δεν εξαλείφει τον φόβο της φθοράς, την αβεβαιότητα για το μέλλον, την κρίση της οικογένειας ή τη βαθιά αίσθηση ότι η ζωή χάνει σταδιακά τη ζωτικότητά της.
Το μυθιστόρημα γίνεται έτσι μια αγχίνους τοιχογραφία της Αμερικής στα τέλη της δεκαετίας του 1970, όπου η ευημερία συνυπάρχει με την ηθική αμηχανία, την ανασφάλεια και την πνευματική κενότητα. Ο κόσμος στον οποίο κινείται το τρίτο μυθιστόρημα της τετραλογίας είναι υπερκαταναλωτικός, φθαρμένος και παλιωμένος. Πρόκειται για την Αμερική της πετρελαϊκής κρίσης του 1979, του τελευταίου διαστήματος της θητείας του προέδρου Κάρτερ, της σύλληψης και ομηρίας από τους μουλάδες Αμερικανών, διπλωματικών υπαλλήλων στην Τεχεράνη, για τις ΗΠΑ του πληθωρισμού και παρ’ όλα αυτά, της επιμονής στον καταναλωτισμό και στον συντηρητισμό.
Ο Απντάικ έχει το προτέρημα να ασχολείται ολοκληρωμένα με συνηθισμένους, μέσους, πεζούς ανθρώπους, ενήλικες, ηλικιωμένους και νέους – αυτό τους κάνει αντιπροσωπευτικά μέλη της προτεσταντικής, μεσαίας αμερικανικής τάξης και προσδίδει οικουμενικότητα στα μυθιστορήματα της «Τετραλογίας του Λαγού». Η ζωή είναι η κόλαση του θεάτρου που αναγκάζονται να παίζουν οι άνθρωποι, τα πρόσωπα του μυθιστορήματος. Όταν κουραστούν από αυτό το θέατρο, αφήνονται να πεθάνουν. Πολλοί είμαστε όλο μαυρίλα. Όμως, η ζωή έχει και πολλές θετικές, σαγηνευτικές και όμορφες πλευρές και στιγμές: «Αν η ζωή σου προσφέρει κάτι, πάρτο!». Αν βγεις εκτός μάχης σ’ αυτή τη σκληρή κοινωνία, καλύτερα να παθαίνεις. Οι νεκροί έχουν γίνει τόσοι γύρω του, που ο Χάρι νιώθει για τους ζωντανούς ένα αίσθημα συντροφικότητας, παρόμοιο με εκείνο που συνδέει τους επιζώντες μιας τραγωδίας.
Ο Λαγός πιστεύει πως χρειάζεται να έχεις κάποια θρησκευτική πίστη για να τα βγάλεις πέρα σε αυτή τη δύσκολη ζωή, στη δοκιμασία της ζωής, διαφορετικά θα καταρρεύσεις. Ο Απντάικ εξακολουθεί να προσεγγίζει, έστω ακροθιγώς, το θέμα της πίστης και της θρησκείας. Άλλα βασικά θέματα που τον απασχολούν είναι αυτά της οικονομίας, των διαφημίσεων, της νοτιοανατολικής αμερικάνικης κοινωνίας, της οικογένειας, της σχέσης πατέρα-γιου, του γάμου και της σεξουαλικότητας – φτάνει μέχρι την ανταλλαγή συντρόφων μεταξύ παντρεμένων. Ο Λαγός κάνει ενίοτε σεξ με τη γυναίκα του Τζάνις, αλλά ομολογεί πως περισσότερο το σκέφτεται όταν βλέπει νέες γυναίκες, παρά το κάνει.
Στο τρίτο μυθιστόρημα, ο Χάρι έχει πλέον πολλά λεφτά, αφού ανέλαβε την αντιπροσωπεία Τoyota του πεθερού του και αυτό έχει συνέπειες στη συμπεριφορά του. Είναι μαλθακός, μακάριος, επιεικής, με παθητικό χαρακτήρα, ευγνώμων για το ότι υπάρχει, μπορείς να τον πεις και καλοσυνάτο. Ενώ έχει λύσει τα οικονομικά και βιοτικά προβλήματά του, δεν είναι ικανοποιημένος, κάτι μέσα του τον τρώει, ίσως φαντασιώνεται, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, περισσότερη χαρά. Παραμένει, όπως και τα άλλα κεντρικά πρόσωπα, εγκλωβισμένος στη ζωή και στην κοινωνία του.
- Διαβάστε επίσης: «Τετραλογία του Λαγού» του Τζον Απντάικ (κριτική) – Όταν το αμερικανικό όνειρο ήταν ζωντανό
Οι υπαρξιακές σημασίες στις καθημερινές λεπτομέρειες
Η μεγάλη δύναμη του βιβλίου βρίσκεται στην ικανότητα του Απντάικ να μετατρέπει τις πιο καθημερινές λεπτομέρειες σε φορείς βαθύτερων υπαρξιακών σημασιών. Μέσα από μια λεπταίσθητη, λυρική, αλλά και ειρωνική γραφή, αποτυπώνει την αόρατη απόσταση ανάμεσα στην εξωτερική επιτυχία και στην εσωτερική ανικανοποίητη επιθυμία. Το Ο Λαγός έχει λεφτά μιλά για τη φθορά του χρόνου, την κρίση της μέσης ηλικίας, τη δυσκολία επικοινωνίας ανάμεσα στις γενιές και την τάση του ανθρώπου να αναζητά μια ευτυχία που διαρκώς μετατίθεται στο μέλλον. Είναι ένα μυθιστόρημα για την ψευδαίσθηση ότι η κατοχή αγαθών μπορεί να προσφέρει νόημα στη ζωή, αλλά και για την τραγική συνειδητοποίηση ότι ο άνθρωπος εξακολουθεί να παραμένει ανικανοποίητος, ακόμη και όταν φαίνεται να τα έχει αποκτήσει όλα.
Ο Απντάικ εξακολουθεί να υιοθετεί ένα αποτελεσματικό, απλό, και ενίοτε λυρικό ύφος ψυχολογικού ρεαλισμού. Η περιγραφή της διαδρομής του τζόγκινγκ που κάνει ο μεσήλικας Λαγός είναι γλαφυρή και ατμοσφαιρική, συμβολίζοντας την πορεία του στη ζωή...
Το Ο Λαγός έχει λεφτά, μετά από μια ήσυχη, μεγάλη εισαγωγή, παίρνει μπροστά όταν έρχεται στο σπίτι η Μέλανι, μια φίλη του υιού Νέλσον, η οποία τα φτιάχνει με τον μεσήλικα πια Ελληνοαμερικανό Σταύρο. Ο Λαγός έχει πρόβλημα με τη γενιά του γιού του, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, καθώς τη θεωρεί άβουλη, χωρίς σθένος και λογική. Έχουν τα πάντα στο πιάτο, μα νομίζουν πως η ζωή είναι μια μεγάλη τηλεόραση στομωμένη, γεμάτη από φαντάσματα. Ο Νέλσον πρόκειται να παντρευτεί μια κοπέλα που έχει αφήσει έγκυο, γι’ αυτό θέλει να εργαστεί στην αντιπροσωπεία, έχοντας νέες ιδέες, μα ο πατέρας του δεν τον αποδέχεται, δεν τον πιστεύει, του πάει κόντρα και τον αμφισβητεί τραβώντας του το χαλί κάτω από τα πόδια, αντί να τον ενθαρρύνει. «Δεν θέλω να σου περάσουν την κουλούρα με το ζόρι, πού είσαι σε όλα αυτά, Νέλσον; Εσύ τι θέλεις, ξέρεις; Φοβάσαι να πεις όχι σε όλες αυτές τις γυναίκες», λέει στον γιο του ο Λαγός, αναλογιζόμενος πως κι ο ίδιος είχε ακολουθήσει αυτά τα βήματα. Μα ο Νέλσον αισθάνεται πως με αυτές τις επιλογές του γίνεται άντρας.
Ο Απντάικ εξακολουθεί να υιοθετεί ένα αποτελεσματικό, απλό, και ενίοτε λυρικό ύφος ψυχολογικού ρεαλισμού. Η περιγραφή της διαδρομής του τζόγκινγκ που κάνει ο μεσήλικας Λαγός είναι γλαφυρή και ατμοσφαιρική, συμβολίζοντας την πορεία του στη ζωή...
*Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΣΟΥΜΑΣ είναι συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου. Τελευταίο του βιβλίο, «Ο έρωτας στο σινεμά» (εκδ. Αιγόκερως).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
O Τζον Aπντάικ (1932-2009) γεννήθηκε στο Σίλινγκτον της Πενσιλβανίας. Σπούδασε στο Χάρβαρντ και στη Σχολή Καλών Τεχνών του Ράσκιν της Oξφόρδης, στην Αγγλία. Από το 1955 ως το 1957 υπήρξε συνεργάτης της εφημερίδας The New Yorker, όπου δημοσίευσε διηγήματα, ποιήματα και βιβλιοκριτικές. Μετά το 1957 εγκαταστάθηκε οριστικά στη Μασαχουσέτη.
Έγινε γνωστός ως ο συγγραφέας του καθημερινού Αμερικανού της μεσαίας τάξης, με το μυθιστόρημά του Λαγέ τρέξε, το 1960, με ήρωα έναν 26χρονο πρώην παίκτη του μπάσκετ στο Λύκειο, που θέλει να ξεφύγει από έναν συμβατικό γάμο και τη ρουτίνα μιας δουλειάς που δεν τον ενδιαφέρει. Ο ίδιος ήρωας εμφανίζεται και στα επόμενα βιβλία της «Τετραλογίας του Λαγού», από τα οποία το δεύτερο και το τρίτο τιμήθηκαν με το βραβείο Πούλιτζερ.

Ο Απντάικ εξέδωσε, συνολικά, περισσότερα από εξήντα βιβλία, μεταξύ των οποίων είκοσι οκτώ μυθιστορήματα -με τελευταίο τον Τρομοκράτη, το 2006-, δεκατέσσερις συλλογές διηγημάτων, δέκα βιβλία με δοκίμια κριτικής και προσωπικά κείμενα και δέκα ποιητικές συλλογές. Τα μυθιστορήματά του τιμήθηκαν με τα βραβεία Πούλιτζερ, Εθνικό Βραβείο Βιβλίου, Βραβείο Αμερικανικού Βιβλίου και Εθνικό Βραβείο Βιβλιοκριτικών, ενώ το μυθιστόρημά του Οι μάγισσες του Ίστγουικ (1984) μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Τζορτζ Μίλερ το 1987 -με πρωταγωνιστές τους Τζακ Νίκολσον, Σερ, Μισέλ Πφάιφερ και Σούζαν Σάραντον- και διασκευάστηκε σε μιούζικαλ για το θέατρο.
Πέθανε στο Ντάνβερς της Μασαχουσέτης τον Ιανουάριο του 2009, σε ηλικία 76 ετών, από καρκίνο του πνεύμονα.

























