
Για το μυθιστόρημα του QNTM «Δεν υπάρχει υποδιεύθυνση αντιμιμιδίων» (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδ. Δώμα). Εικόνα: Από την τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου σε σκηνοθεσία Άντρεα Τζόσουα Άσνικαρ.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Τα ξέρουμε ως memes. Οι χρήστες των σόσιαλ μίντια τα χρησιμοποιούν κατά κόρον αντί σχολίων. Πρόκειται για την πλέον αυτοφυή γλώσσα του διαδικτύου, που με τα χρόνια έχει υποκαταστήσει τον «κατεστημένο» λόγο. Τι θα συνέβαινε όμως αν αυτά τα μιμίδια αποκτούσαν, ωσάν ανάποδο καθρέφτισμα, τα… αδελφά αντιμιμίδια, των οποίων η δράση δεν θα ήταν και τόσο αθώα;
Η βασική σύλληψη του βιβλίου του Σαμ Χιουζ (ή αλλιώς QNTM) Δεν υπάρχει υποδιεύθυνση αντιμιμιδίων περιστρέφεται γύρω από αυτήν την ιδέα των «αντιμιμιδίων». Πρόκειται για πληροφορίες, οντότητες ή φαινόμενα που δεν διαδίδονται μέσω της μνήμης και της επικοινωνίας, αλλά αντιθέτως διαγράφονται, αποκρύπτονται ή αυτο-αναιρούνται. Αν ένα meme είναι μια ιδέα που εξαπλώνεται, ένα antimeme είναι μια ιδέα που δεν μπορεί να διατηρηθεί∙ που ξεγλιστρά από τη συνείδηση τη στιγμή που γίνεται αντιληπτή.
Αποσταθεροποίηση
Η ίδια η σύλληψη έχει κάτι το βαθιά ειρωνικό: για να μελετήσεις κάτι που δεν μπορεί να θυμηθεί κανείς, πρέπει να δημιουργήσεις μηχανισμούς που παρακάμπτουν την ίδια τη μνήμη. Και κάπου εκεί αρχίζει το βιβλίο να γίνεται όχι απλώς αφηγηματικό, αλλά σχεδόν φιλοσοφικό πείραμα. Το αποτέλεσμα είναι ένα παράξενο μείγμα επιστημονικής φαντασίας, μεταφυσικού τρόμου και εννοιολογικού παιχνιδιού, που μοιάζει λιγότερο με μυθιστόρημα και περισσότερο με εμπειρία αποσταθεροποίησης.
Η πλοκή εκτυλίσσεται μέσα στο σύμπαν μιας μυστικής οργάνωσης που θυμίζει έντονα τη δομή του SCP Foundation: ένα δίκτυο επιστημόνων, πρακτόρων και ερευνητών που ασχολούνται με την ανίχνευση και τον περιορισμό ανώμαλων φαινομένων. Εδώ, ωστόσο, το επίκεντρο δεν είναι τα τερατώδη αντικείμενα ή οι εξωδιαστασιακές απειλές, αλλά κάτι πολύ πιο ύπουλο: η ίδια η αδυναμία του νου να συγκρατήσει την πληροφορία. Η λεγόμενη Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων είναι ένα τμήμα που επισήμως δεν υπάρχει, και ανεπίσημα δεν μπορεί να υπάρχει, ακριβώς επειδή το αντικείμενό του ακυρώνει την ύπαρξή του.
Εισβολές
Κεντρικός χαρακτήρας είναι η Μάριον Γουίλερ, μια ερευνήτρια που εργάζεται σε αυτό το παράδοξο τμήμα. Μέσα από τα μάτια της, ο αναγνώστης αρχίζει να αντιλαμβάνεται την κλίμακα του προβλήματος: υπάρχουν απειλές που δεν μπορείς να θυμηθείς ότι σε απειλούν. Υπάρχουν εισβολές που δεν αφήνουν ίχνη στη μνήμη. Υπάρχουν εχθροί που, κυριολεκτικά, εξαφανίζονται από την αντίληψη τη στιγμή που τους κοιτάς αλλού.
Η Γουίλερ δεν είναι ηρωίδα με τη συμβατική έννοια∙ είναι περισσότερο μια αγκυροβόληση συνείδησης σε έναν κόσμο που διαλύεται συνεχώς από την ίδια του την αδυναμία να συγκρατήσει τον εαυτό του. Δίπλα της κινείται ο Άνταμ Γουίλερ, ένας άλλος σημαντικός χαρακτήρας, του οποίου η σχέση με την Mάριον είναι περίπλοκη και συχνά τραγική. Η αλληλεπίδρασή τους λειτουργεί ως ανθρώπινη άγκυρα μέσα σε ένα αφήγημα που αλλιώς θα μπορούσε να χαθεί στην καθαρή αφαιρετικότητα.
Παράλληλα, εμφανίζονται και άλλοι ερευνητές και πράκτορες, καθένας από τους οποίους κουβαλά ένα κομμάτι γνώσης που δεν μπορεί να διατηρηθεί. Οι χαρακτήρες δεν είναι απλώς φορείς δράσης∙ είναι δοχεία μνήμης που διαρρέουν.
Θραύσματα
Η εξέλιξη της πλοκής είναι λιγότερο γραμμική και περισσότερο θραυσματική. Σκηνές που μοιάζουν ασύνδετες αποκαλύπτονται σταδιακά ως κομμάτια ενός μεγαλύτερου παζλ. Αναφορές σε αποστολές που «κανείς δεν θυμάται» αποκτούν βαρύτητα, καθώς ο αναγνώστης αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι και ο ίδιος έχει ξεχάσει κρίσιμες πληροφορίες που του δόθηκαν λίγες σελίδες πριν. Το βιβλίο χρησιμοποιεί τη μορφή του όχι απλώς για να πει μια ιστορία, αλλά για να μιμηθεί τη λειτουργία των αντιμιμιδίων.
Οι στρατηγικές που χρησιμοποιούνται -σημειώσεις, αυτοματοποιημένα συστήματα, επαναλαμβανόμενες καταγραφές- αποκαλύπτουν μια τραγική επιμονή: την ανάγκη να κρατηθεί κάτι σταθερό μέσα σε έναν κόσμο που ξεχνά.
Τα αντιμιμίδια λειτουργούν συχνά με έναν παράξενο τρόπο για την ανθρώπινη αντίληψη: δεν σε βλάπτουν επειδή τα γνωρίζεις, αλλά επειδή δεν μπορείς να τα γνωρίζεις. Αυτή η αντιστροφή δημιουργεί ένα πεδίο έντασης που είναι ταυτόχρονα γνωστικό και υπαρξιακό. Αν δεν μπορείς να θυμηθείς τον εχθρό, πώς τον πολεμάς; Αν δεν μπορείς να θυμηθείς τον εαυτό σου, πώς συνεχίζεις να υπάρχεις;
Η αφήγηση κορυφώνεται γύρω από μια απειλή που ξεπερνά την κατανόηση: μια οντότητα ή δύναμη που όχι μόνο διαφεύγει της μνήμης, αλλά διαβρώνει ενεργά την ίδια τη δυνατότητα της πραγματικότητας να καταγραφεί. Οι προσπάθειες της Υποδιεύθυνσης Αντιμιμιδίων να την εντοπίσει και να την αντιμετωπίσει μοιάζουν με μάχη ενάντια στο ίδιο το κενό. Οι στρατηγικές που χρησιμοποιούνται -σημειώσεις, αυτοματοποιημένα συστήματα, επαναλαμβανόμενες καταγραφές- αποκαλύπτουν μια τραγική επιμονή: την ανάγκη να κρατηθεί κάτι σταθερό μέσα σε έναν κόσμο που ξεχνά.
Φιλοσοφικές προεκτάσεις
Η έννοια των αντιμιμιδίων δεν είναι απλώς ένα εύρημα επιστημονικής φαντασίας, αλλά μια ιδέα με βαθιές φιλοσοφικές προεκτάσεις. Αγγίζει ζητήματα μνήμης, ταυτότητας, γνώσης και πραγματικότητας.
Σε έναν κόσμο όπου η ύπαρξη ενός πράγματος εξαρτάται από την ικανότητά μας να το αντιληφθούμε και να το θυμηθούμε, τα αντιμιμίδια λειτουργούν ως ριζική απειλή: είναι πράγματα που υπάρχουν χωρίς να μπορούν να ενταχθούν στο ανθρώπινο πλαίσιο κατανόησης. Θυμίζουν, σε κάποιο βαθμό, τις «ανείπωτες» οντότητες της κοσμικής φρίκης του Λάβκραφτ αλλά εδώ η έμφαση δεν είναι στο ακατανόητο, αλλά στο μη-διατηρήσιμο.
Οι χαρακτήρες ξεχνούν, οι αναγνώστες ξεχνούν, και το ίδιο το κείμενο φαίνεται να συνεργάζεται με αυτή τη λήθη.
Αυτό που διαφοροποιεί το έργο του Χιούζ από παρόμοιας θεματολογίας μυθιστορήματα είναι η σχεδόν μαθηματική καθαρότητα της κεντρικής του ιδέας. Τα αντιμιμίδια δεν είναι απλώς ένα αφηγηματικό τέχνασμα∙ είναι ένα σύστημα κανόνων που εφαρμόζεται με συνέπεια σε κάθε επίπεδο της αφήγησης. Οι χαρακτήρες ξεχνούν, οι αναγνώστες ξεχνούν, και το ίδιο το κείμενο φαίνεται να συνεργάζεται με αυτή τη λήθη. Υπάρχει μια ιδιότυπη ειλικρίνεια σε αυτή τη διαδικασία: το βιβλίο δεν προσπαθεί να σε ξεγελάσει, αλλά να σε εμπλέξει σε ένα παιχνίδι όπου οι κανόνες είναι εξ αρχής άδικοι.
Διπλός σκοπός
Η γλώσσα είναι λιτή, σχεδόν τεχνική σε ορισμένα σημεία, αλλά αυτή η λιτότητα λειτουργεί υπέρ της ατμόσφαιρας. Δεν υπάρχουν εκτενείς λυρικές περιγραφές ή συναισθηματικές εξάρσεις∙ η ένταση προκύπτει από την ιδέα και την εφαρμογή της.
Ένας χαρακτήρας μπορεί να πεθάνει χωρίς κανείς να θυμάται ότι υπήρξε. Ένα γεγονός μπορεί να συμβεί χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος.
Κάθε πρόταση μοιάζει να εξυπηρετεί έναν διπλό σκοπό: να προωθήσει την πλοκή και να υπονομεύσει τη βεβαιότητα του αναγνώστη. Η αποστασιοποίηση αυτή δημιουργεί έναν χώρο όπου το συναίσθημα δεν εκφράζεται άμεσα, αλλά προκύπτει ως συνέπεια της γνωστικής σύγκρουσης. Οι σκηνές δράσης, όταν εμφανίζονται, έχουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα: δεν είναι μάχες με την παραδοσιακή έννοια, αλλά συγκρούσεις με το αόρατο. Η ένταση δεν προκύπτει από την απειλή της φυσικής βίας, αλλά από την απειλή της εξαφάνισης της γνώσης.
Ένας χαρακτήρας μπορεί να πεθάνει χωρίς κανείς να θυμάται ότι υπήρξε. Ένα γεγονός μπορεί να συμβεί χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος. Αυτή η μορφή τρόμου είναι βαθιά υπαρξιακή, γιατί δεν αφορά το σώμα, αλλά τη μνήμη – και, κατ’ επέκταση, την ίδια την ταυτότητα.
Δραματική ειρωνεία
Το βιβλίο καταφέρνει επίσης να δημιουργήσει μια παράξενη μορφή δραματικής ειρωνείας: ο αναγνώστης γνωρίζει ότι δεν γνωρίζει. Αυτή η επίγνωση της άγνοιας λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη της ανάγνωσης. Δεν διαβάζεις για να μάθεις τι θα συμβεί, αλλά για να καταλάβεις τι έχει ήδη συμβεί και έχεις ξεχάσει. Η αφήγηση γίνεται έτσι μια διαδικασία ανασύστασης, μια προσπάθεια να συγκροτηθεί ένα συνεκτικό νόημα από θραύσματα.
Η μνήμη, που συνήθως θεωρείται δεδομένη, εδώ γίνεται εύθραυστη και ασταθής. Οι σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων αποκτούν μια τραγική διάσταση, καθώς η λήθη παρεμβάλλεται συνεχώς ανάμεσά τους.
Η σχέση του βιβλίου με την επιστημονική φαντασία είναι ενδιαφέρουσα, γιατί ενώ χρησιμοποιεί πολλά από τα εργαλεία του είδους (επιστημονικούς όρους, μυστικές οργανώσεις, υπερφυσικά φαινόμενα), στην ουσία είναι περισσότερο ένα έργο για τα όρια της γνώσης. Δεν ενδιαφέρεται τόσο για το «τι είναι δυνατόν» όσο για το «τι μπορεί να γίνει αντιληπτό». Σε αυτό το επίπεδο, πλησιάζει περισσότερο τη φιλοσοφία παρά την παραδοσιακή sci-fi. Υπάρχει επίσης μια λεπτή, σχεδόν υπόγεια μελαγχολία που διατρέχει το έργο. Οι χαρακτήρες παλεύουν όχι μόνο με εξωτερικές απειλές, αλλά και με την ίδια τους την αδυναμία να διατηρήσουν μια συνεχή ταυτότητα. Η μνήμη, που συνήθως θεωρείται δεδομένη, εδώ γίνεται εύθραυστη και ασταθής. Οι σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων αποκτούν μια τραγική διάσταση, καθώς η λήθη παρεμβάλλεται συνεχώς ανάμεσά τους.
Βιωματική εμπειρία
Αν κάτι καθιστά το βιβλίο πραγματικά ιδιαίτερο, είναι η ικανότητά του να μετατρέπει μια αφηρημένη ιδέα σε βιωματική εμπειρία. Τα αντιμιμίδια δεν παραμένουν θεωρητικά σχήματα, αλλά γίνονται κάτι που «συμβαίνει» στον αναγνώστη. Υπάρχουν στιγμές που συνειδητοποιείς ότι έχεις χάσει το νήμα, και αυτή η απώλεια δεν είναι αποτυχία της αφήγησης, αλλά μέρος της. Το βιβλίο δεν σε καθοδηγεί με ασφάλεια∙ σε αφήνει να περιπλανηθείς σε έναν χώρο όπου η βεβαιότητα είναι αδύνατη.
Κάπου ανάμεσα στην επιστημονική αυστηρότητα και την υπαρξιακή αγωνία, το έργο του Χιουζ κατορθώνει να ανοίξει ένα πεδίο που σπάνια εξερευνάται με τέτοια συνέπεια. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη δύναμη του βιβλίου του: στο ότι μετατρέπει την άγνοια από αδυναμία σε κεντρικό στοιχείο της εμπειρίας. Εξαιρετική η μετάφραση της Δέσποινας Κανελλοπούλου.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Qntm (προφέρεται «κουάντουμ») είναι το διαδικτυακό ψευδώνυμο του Sam Hughes, συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας και προγραμματιστή.

Έχει γράψει διηγήματα και μυθιστορήματα.






















