
Για το μυθιστόρημα του Ντάνιελ Κέλμαν (Daniel Kehlmann) «Ασπρόμαυρο» (μτφρ. Κώστας Κοσμάς, εκδ. Καστανιώτη). Εικόνα: Ο Γκ. Β. Παμπστ με την Γκρέτα Γκάρμπο.
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
Υπάρχουν κάποια θέματα που θα επανέρχονται όσο υπάρχουν άνθρωποι. Σίγουρα εκείνα που αναφέρονται στον χρόνο και το αναπόφευκτο. Αλλά και κάποια άλλα που δημιουργούν δραματική κλιμάκωση, ανεπίλυτες συγκρούσεις, όπως είναι εκείνη του ατομικού πεπρωμένου σε σχέση με το ιστορικό /συλλογικό – ακόμα περισσότερο όταν ενέχει και την καλλιτεχνική διάσταση, οπότε η σύγκρουση αναβαθμίζεται, δεδομένου ότι επιπρόσθετα της ανθρώπινης ιδιότητάς του ο ήρωας φέρει και ένα δημιουργικό φορτίο που οφείλει να εκφραστεί στο υπάρχον δεσμευτικό ιστορικό πλαίσιο. Και εκεί η ένταση και το ενδιαφέρον κορυφώνονται.
Το έργο
Το Ασπρόμαυρο του Ντάνιελ Κέλμαν κινείται θεματικά στον προαναφερθέντα προβληματισμό, τοποθετώντας στο επίκεντρό του τον Αυστριακό Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ*, ο οποίος υπήρξε σκηνοθέτης του μεσοπολέμου, περισσότερο γνωστός για τις βωβές του ταινίες. Το βιβλίο αναφέρεται κυρίως στην καλλιτεχνική και προσωπική του πορεία τη δεκαετία του 1930, ξεκινώντας με την πρώτη του αποτυχημένη ταινία στο Χόλιγουντ. Σε αντίθεση με τη φωτεινή, αφελή και δημοκρατική Καλιφόρνια, στη σκοτεινή Ευρώπη του φασισμού έχει μεσολαβήσει το Άνσλους και ο Χίτλερ είναι στην εξουσία. Απαξιωμένος από το Χόλιγουντ, ο σκηνοθέτης δεν θα πειστεί από τους Γερμανούς ομοτέχνους του που έχουν πλέον επικρατήσει στην Αμερική (Λανγκ, Τσίνεμαν, Σιόντμακ, Μουρνάου, Σερκ κλπ.), αλλά θα ακούσει τα κελεύσματα ενός πράκτορα των Ναζί που υπόσχεται καλλιτεχνική ελευθερία και τους απεριόριστους πόρους του καθεστώτος, κάτι που φυσικά δεν ήταν δεδομένο από τα στούντιο στις ΗΠΑ.
Ο Παμπστ θα επιστρέψει με την οικογένειά του στη ναζιστική πλέον Γερμανία και θα τεθεί υπό την πατρωνία του περιβόητου Γκαίμπελς, προκειμένου να επιδοθεί αναπόσπαστος στο καλλιτεχνικό του έργο, μακριά από το εμπορευματοποιημένο και βεβαίως εβραιοκρατούμενο Χόλιγουντ, στο οποίο ο δημιουργός εκτιμάτο όσο η εισπρακτική επιτυχία της τελευταίας του ταινίας (ο αντιαμερικανισμός είχε γερές ρίζες από τότε σε όλους τους ολοκληρωτισμούς). Φυσικά, ο Παμπστ θα ανακαλύψει σύντομα κάτι που ήδη γνώριζε, αλλά δεν ήθελε να παραδεχτεί: η «καλλιτεχνική ελευθερία» θα έχει υψηλό τίμημα, καθώς ο εναγκαλισμός με το τέρας δεν γίνεται να αφήσει αλώβητο τον ανανήψαντα.
Το Ασπρόμαυρο είναι τελικά η ιστορία του σκηνοθέτη που ήθελε να δημιουργήσει παρά τις συνθήκες – του εγωιστή, εγωκεντρικού και ανώριμου άνδρα που πίστεψε ότι το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα άξιζε το όποιο τίμημα προκειμένου να εκφραστεί, ενώ η μεγαλομανία του, υπερνικώντας το φρόνημα, έχει ήδη κατασκευάσει εντός του ένα άμωμο μέλλον όπου το έργο έχει ήδη αγγίξει τη θέωση, ξεπλένοντας τα αμαρτήματα του σκοτεινού παρόντος στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ. Η μεταστροφή του πάλαι ποτέ «Κόκκινου Παμπστ», ο οποίος μετέφερε Μπρεχτ στη μεγάλη οθόνη κι έχοντας γυρίσει ταινίες στην Αμερική, μετατράπηκε σε υποπόδιο των Ναζί, ακόμα κι όταν οι ταινίες του δεν είχαν πολιτικό περιεχόμενο, παραμένει το πιο ενδιαφέρον σημείο του βιβλίου – ακριβώς γιατί ο ίδιος ο πρωταγωνιστής δεν τη βιώνει ως τέτοια, αφού θεωρεί ότι παραμένει ο ίδιος άνθρωπος και καλλιτέχνης παρ’ όλες τις συνθήκες ή τις αντιδράσεις οικείων προσώπων (η σύζυγος σε κατάσταση μόνιμης κατάθλιψης, ο γιος στο ρωσικό μέτωπο).
Υπάρχει μια σκηνή πλήθους στην όπερα, η οποία αποτελεί κομβικό σημείο για την ταινία, δίχως την οποία θα παραμείνει ατελής. Το κενό θα αναπληρωθεί από έγκλειστους στρατοπέδων συγκέντρωσης
Ο αναγνώστης παρακολουθεί τη διαδικασία μεταμόρφωσης, η οποία καθιστά τον Παμπστ δραματικό πρόσωπο, καθώς η καλλιτεχνική του φύση και ευαισθησία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την απουσία αυτογνωσίας, την εθελούσια τύφλωση που ο αναγνώστης τού σήμερα παρακολουθεί με την άνεση εκείνου που γνωρίζει το διακύβευμα, τις συνέπειες αλλά και την κατάληξη του δράματος της εποχής. Υπάρχουν κάποιες σκηνές στο βιβλίο που αποδίδουν αυτόν τον θεμελιώδη διχασμό με αποκαλυπτικό τρόπο, ούσες οι πλέον ενδιαφέρουσες. Θα αναφερθώ σε μία από τις πιο συγκλονιστικές, η οποία εικονοποιεί άψογα την αντίφαση που αποτελεί τον κεντρικό θεματικό άξονα του βιβλίου.
Ο Παμπστ ολοκληρώνει το αριστούργημά του «Η Υπόθεση Μόλαντερ», μολονότι εξαιτίας του πολέμου προκύπτει αναπόφευκτα έλλειψη κομπάρσων. Υπάρχει μια σκηνή πλήθους στην όπερα, η οποία αποτελεί κομβικό σημείο για την ταινία, δίχως την οποία θα παραμείνει ατελής. Το κενό θα αναπληρωθεί από έγκλειστους στρατοπέδων συγκέντρωσης, τους οποίους ντύνουν κατάλληλα ώστε να εμφανιστούν ως ενθουσιώδες κοινό στη μεγάλη αίθουσα της όπερας. Παρά τις εκκλήσεις του βοηθού, ο δημιουργός ατάραχος θα γυρίσει τη σκηνή («Η ταινία πρέπει να γίνει!»), πεπεισμένος ότι όταν όλα τα παρόντα θα έχουν περάσει στη λήθη και ο πόνος θα έχει ξεχαστεί, το έργο τέχνης θα παραμείνει – ακόμα κι αν δεν αξίζει κάθε θυσία που θα γίνει στο όνομά του, τουλάχιστον η κάθε θυσία ας δικαιωθεί μέσω της ολοκλήρωσης του έργου.
Ο αναγνώστης/θεατής υφίσταται τον βίαιο διχασμό που επιφέρει η ταύτιση με τον καλλιτέχνη/πρωταγωνιστή του βιβλίου και της επίγνωσης όσων εκ των υστέρων αποκαλύφθηκαν σχετικά με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Την ίδια στιγμή που επιθυμεί, όπως ο Παμπστ, την ολοκλήρωση της ταινίας, ταυτόχρονα συμπάσχει με το ανώνυμο πλήθος εκείνων που σύρθηκαν βίαια σε μια παράσταση στην οποία θα λάβουν μέρος ως κομπάρσοι, χωρίς την προσδοκία της καταγραφής τους ως μετέχοντες ή την παρουσία τους μετέπειτα ως κοινό σε κάποια κινηματογραφική αίθουσα. Οι περισσότεροι από αυτούς εξάλλου θα επιστρέψουν σε βέβαιο θάνατο, προσφέροντας εκούσια στη μεγάλη τέχνη το ταπεινό πρόσωπό τους παραμορφωμένο, αλλά και το σώμα καλυμμένο από ρούχα που δεν τους ανήκουν, αφού δικές τους είναι αποκλειστικά οι ριγέ στολές του κρατούμενου και η θλιβερή μοίρα του.
Το ύφος
Το βιβλίο αυτό θα μπορούσε, δεδομένου του θέματος και των προεκτάσεών του, να αναδειχθεί σε κάτι συγκλονιστικό. Δεν τα κατάφερε όμως κι έμεινε στο «ενδιαφέρον», με κατά τόπους καλογραμμένες σελίδες, αποδεικνύοντας εκ νέου ότι δεν αρκεί το θέμα, οι προθέσεις και οι ιδέες, αλλά απαιτείται συγγραφική δεινότητα, υφολογική επάρκεια που θα συνδέσει σε ενιαίο και αρμονικό σύνολο τα επιμέρους, τουτέστιν το ατομικό με το συλλογικό. Ο Κέλμαν είναι ένας ικανός συγγραφέας, αλλά σίγουρα δεν είναι από τους μεγάλους και το αποτέλεσμα φαίνεται στο Ασπρόμαυρο. Η γραφή του είναι διεκπεραιωτική -νομίζω αυτός είναι ο καταλληλότερος όρος να την περιγράψω- με σποραδικές στιγμές δημιουργικής φαντασίας.
Επιπλέον, το τέλος του βιβλίου επιφυλάσσει μια ευφάνταστη ανατροπή, με τον συγγραφέα να παρουσιάζει ένα σενάριο σχετικά με το τι απέγινε η χαμένη οριστικά κόπια του αριστουργήματος του Παμπστ, η οποία λαμβάνει τη μορφή της κοσμικής δικαιοσύνης
Μία από αυτές είναι η συνάντηση του Παμπστ με τον Γκαίμπελς στο γραφείο του τελευταίου στο Υπουργείο, η οποία αποδίδεται με σουρεαλιστικό τρόπο (ο Γκαίμπελς εμφανίζεται εις διπλούν και ο διάλογος επαναλαμβάνεται δις, γελοιοποιώντας τη διαδικασία). Στη συνέχεια, όταν δύο πράκτορες της Γκεστάπο εμφανίζονται απροσκάλεστοι στο επαρχιακό σπίτι της οικογένειας για να «συνοδεύσουν» το θύμα τους, οι μπεκετικού ύφους διάλογοί τους, η αίσθηση της αποσύνδεσης, του παραλόγου και της αυθαίρετης τυχαιότητας τρομοκρατούν περισσότερο από τις κραυγές μίσους.
Οι συναντήσεις του Παμπστ με τη Λένι Ρίφενσταλ (την οποία ο συγγραφέας περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα) είναι καλογραμμένες, όπως βεβαίως και οι σελίδες με τους κομπάρσους/φυλακισμένους, την οποία ήδη ανέφερα. Επιπλέον, το τέλος του βιβλίου επιφυλάσσει μια ευφάνταστη ανατροπή, με τον συγγραφέα να παρουσιάζει ένα σενάριο σχετικά με το τι απέγινε η χαμένη οριστικά κόπια του αριστουργήματος του Παμπστ, η οποία λαμβάνει τη μορφή της κοσμικής δικαιοσύνης (η ταινία που γυρίστηκε με την ακούσια συνδρομή κρατούμενων δεν θα παιχτεί σε καμία αίθουσα, κανείς θεατής δεν θα την «απολαύσει»). Το καταληκτικό κεφάλαιο, όπως και το αρχικό, υπό το πρίσμα του βοηθού του Παμπστ, που πλέον βρίσκεται ανοϊκός σε γηροκομείο προσμένοντας το τέλος, έχοντας κρυμμένη στην ντουλάπα του τη χαμένη για τον κόσμο κόπια της ταινίας, ολοκληρώνει την αφήγηση.
Το μισό σχεδόν βιβλίο κυλά υποτονικά, επίπεδα και άνευρα, με τον αναγνώστη να προσπαθεί να κρατηθεί από επιμέρους σκηνές, ενώ δείχνει να αποκτά πνοή από τη μέση και κάτω. Συν τοις άλλοις, είχα την εντύπωση καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, ότι το βιβλίο έχει γραφτεί για να μεταφερθεί στον κινηματογράφο – όχι μόνο εξαιτίας του θέματος όσο και γιατί είναι δομημένο σε σκηνές, οι οποίες θα μπορούσαν να μεταφερθούν αυτούσιες στην οθόνη. Πρόκειται βεβαίως για μια -όχι τόσο πρόσφατη- σταθερή τάση στη σύγχρονη λογοτεχνία (κυρίως βέβαια στα genre, αλλά κι ευρύτερα), η οποία μπορεί να έχει σημαντικά πλεονεκτήματα για τον συγγραφέα, αλλά ελάχιστα ή καθόλου για το ίδιο το έργο από λογοτεχνικής πλευράς – η διακριτή ταυτότητα των δύο τεχνών είναι προαπαιτούμενο ποιότητας, ενώ η διάρρηξη των ορίων συνήθως γίνεται εκ του πονηρού και με απώτερη εμπορική σκοπιμότητα.
Τέλος, δεν μπόρεσα να εντοπίσω τη συγγραφική σφραγίδα του Κέλμαν, αυτό το ιδιαίτερο ύφος γραφής που θα μου επέτρεπε να τον ξεχωρίσω από άλλους ομοτέχνους του, κάτι που σημαίνει ότι το Ασπρόμαυρο θα μπορούσε να έχει γραφτεί από κάποιον άλλον χωρίς αισθητή διαφορά. Η λογοτεχνικότητα συνεχίζει να παραμένει το ζητούμενο, ιδίως στην εποχή μας όπου κυριαρχεί η μετριότητα, με τις μεγάλες αφηγήσεις να έχουν μπει στα μουσεία κι όσοι επιμένουμε να συγκρίνουμε «κείμενα με Κείμενα» να θεωρούμαστε νοσταλγοί.
*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Η μεγαλύτερη έκπληξη για τον Φραντς ήταν ότι φορούσαν κιόλας τα ρούχα τους. Θα πρέπει να δούλευαν όλη τη νύχτα και με τρομερή αποτελεσματικότητα, όμως πού είχαν πάει τώρα οι ράφτες που είχαν διορθώσει τα κοστούμια για την ταινία;
Τώρα ο Φραντς βρισκόταν στο πόντιουμ, όπου είχε ήδη στηθεί η κάμερα, από κάπου ήχησε μια διαταγή και οι στρατιώτες που στέκονταν στην άκρη της αίθουσας έσκυψαν και εξαφανίστηκαν πίσω από τους χαρτονένιους τοίχους που παρίσταναν βαρύ μάρμαρο, μόνο απέναντι φαίνονταν ακόμα, στις σκάλωσιές ανάμεσα στους προβολείς. Αν κοιτούσες μέσα από τον φακό, δεν υπήρχε παρά μια αίθουσα γεμάτη με ακροατές που κοιτούσαν ίσια εμπρός, καθισμένοι σαν να τους είχες μαγέψει, ακίνητοι, γιατί μια φωνή από έναν τηλεβόα φώναξε: «Βλέμμα προσεκτικό, μαγεμένο, ακίνητοι!»
Ύστερα πρόσεξε πως δεν βρισκόταν πίσω από την κάμερα, μάλλον στην άκρη ήταν, δίπλα στον Παμπστ, και η φωνή που είπε «Βλέμμα προσεκτικό, μαγεμένο, ακίνητοι!» ήρθε από την άλλη μεριά, ή μήπως ήρθε από ψηλά, απ' όπου κρέμονταν οι προβολείς, Τελικά ο Φραντς τα κατάφερε να μιλήσει, βγάζοντας ένα χαμηλόφωνο «όχι!». Και μετά: «Δεν γίνεται. Δεν γίνεται. Βίλχελμ, όχι, δεν είναι δυνατόν!»
Ο Παμπστ τον κοίταξε. Στους φακούς των γυαλιών του καθρεφτίζονταν τα φώτα των προβολέων.
«Κανένας», είπε σιγανά. «Ούτε ένας άνθρωπος. Δεν έπαθε κάτι εξαιτίας μας. Κανείς τους δεν... εξαιτίας μας. Η ταινία πρέπει να γίνει».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ντάνιελ Κέλμαν ανήκει στους σημαντικότερους Ευρωπαίους συγγραφείς της νεότερης γενιάς. Γεννήθηκε στο Μόναχο το 1975. Είναι μέλος της Ακαδημίας Επιστημών και Λογοτεχνίας του Μάιντς, καθώς και της Γερμανικής Ακαδημίας για τη Γλώσσα και την Ποίηση. Ο ίδιος άρχισε να δημοσιεύει όταν ήταν 22 ετών.
![]() |
|
Ο Ντάνιελ Κέλμαν, ©Wikipedia |
Προκάλεσε αίσθηση με το μυθιστόρημα Εγώ και ο Καμίνσκι (εκδόσεις Καστανιώτη, 2008) και σύντομα καθιερώθηκε στη συνείδηση κριτικών και αναγνωστών με το μυθιστόρημά του Η μέτρηση του κόσμου (εκδόσεις Καστανιώτη, 2007), ένα από τα πλέον επιτυχημένα έργα της σύγχρονης γερμανικής πεζογραφίας, που έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 40 γλώσσες. Για το έργο του έχει τιμηθεί, μεταξύ άλλων, με το Βραβείο Λογοτεχνίας του Ιδρύματος Κόνραντ Αντενάουερ και τα λογοτεχνικά Βραβεία Κλάιστ, Τόμας Μαν και Φρίντριχ Χέλντερλιν.
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία του Φήμη (2009), F (2013) και Έπρεπε να είχες φύγει (2017). Όλα τα έργα του συγγραφέα τα έχει μεταφράσει ο Κώστας Κοσμάς.
* Ο μεταφραστής έχει αποδώσει το επίθετο του γνωστού σκηνοθέτη ως Παπστ. Εδώ, ο αρθρογράφος ακολουθεί την μέχρι σήμερα απόδοσή του στα ελληνικά ως Παμπστ.
























