
Για το μυθιστόρημα του Ντον ΝτεΛίλο (Don DeLillo) «Κυνηγόσκυλο» (μτφρ. Αποστόλης Πρίτσας, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Από την ταινία «8 mm» (1999).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Επτά χρόνια πριν από τον Λευκό θόρυβο και δεκαεννέα πριν από το magnum opus του, τον Υπόγειο κόσμο, ο Ντον ΝτεΛίλο είχε ήδη αρχίσει να χτίζει το όραμά του αφηγούμενος την κρυφή πραγματικότητα της αμερικανικής κοινωνίας. Το 1978, χρονιά που κυκλοφόρησε το Κυνηγόσκυλο, βρισκόταν σε μια μεταβατική φάση: είχε ήδη εγκαταλείψει την καθαρή σάτιρα των πρώτων του βιβλίων, αλλά δεν είχε ακόμη φτάσει στη μνημειακή σύνθεση των ώριμων έργων του.
Το μυθιστόρημα αυτό αποτελεί κρίσιμο ενδιάμεσο σταθμό. Διατηρεί την ενέργεια ενός παρανοϊκού πολιτικού θρίλερ, αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί και ως στοχασμός πάνω στην εμπορευματοποίηση της Ιστορίας, στη φετιχοποίηση της εξουσίας και στη διάχυτη μετα-Γουότεργκεϊτ καχυποψία. Αν το δούμε προσεκτικά, το Κυνηγόσκυλο δεν αφηγείται απλώς την παντί τρόπω απόκτηση ενός σπάνιου αντικειμένου, αλλά τη σπειροειδή κίνηση της επιθυμίας μέσα σε ένα δίκτυο εξουσίας, χρήματος και πληροφορίας.
Το αντικείμενο του πόθου
Η Μολ Ρόμπινς, δημοσιογράφος στο κάποτε ριζοσπαστικό περιοδικό «Κυνηγόσκυλο», ξεκινά να ερευνά τις δραστηριότητες ενός γερουσιαστή που φημολογείται ότι διατηρεί ιδιωτικές συλλογές σεξουαλικού υλικού. Η έρευνα αυτή τη φέρνει σε επαφή με τον κόσμο των πλούσιων συλλεκτών, όπου κυκλοφορούν αντικείμενα με αμφίβολη προέλευση και ακόμη πιο αμφίβολη ηθική.
Σύντομα εμφανίζεται η φήμη μιας πορνογραφικής ταινίας που -εικάζεται- ότι απεικονίζει τον Χίτλερ να μετέχει σε ένα σεξουαλικό όργιο, τις τελευταίες ημέρες στο καταφύγιο του Βερολίνου. Η ταινία αυτή -αμφίβολο αν υπάρχει, ασαφές τι ακριβώς δείχνει- αποκτά σχεδόν μυθική υπόσταση. Γίνεται το χρυσόμαλλο δέρας μιας δράκας ανθρώπων που κινούνται στο σκότος εκπροσωπώντας άλλοτε τον εαυτό τους κι άλλοτε σημαίνουσες φυσιογνωμίες που επιθυμούν να μείνουν στην αφάνεια. Όλοι τους, όμως, κανοναρχούνται από την εμμονή της υλικότητας και της εμπορικότητας ενός αντικειμένου, του οποίου όμως η αξία είναι μεγαλύτερη από την τρέχουσα «χρηματιστηριακή».
Οι ήρωες
Κεντρικός κρίκος στην αλυσίδα είναι ο Λάιτμπορν, πλούσιος και εμμονικός συλλέκτης που επιθυμεί να αποκτήσει την ταινία όχι απλώς ως πορνογραφικό θέαμα, αλλά ως απόλυτο σύμβολο ισχύος και κατοχής της Ιστορίας. Για τον Λάιτμπορν, η αξία του αντικειμένου είναι μεταφυσική: πρόκειται για την ιδιωτικοποίηση της ίδιας της φρίκης. Στο παιχνίδι εμπλέκεται και ο Γκλεν Σέλβι, βετεράνος του Βιετνάμ, αποξενωμένος και βίαιος, ο οποίος λειτουργεί ως εκτελεστής και μεσολαβητής. Ο Σέλβι δεν είναι απλώς «μπράβος». Αντιπροσωπεύει τη μεταπολεμική Αμερική: τραυματισμένη, κυνική, έτοιμη να μετατρέψει τη βία σε επάγγελμα.
Καθώς το κυνήγι κλιμακώνεται, οι σχέσεις διαλύονται, η βία αυξάνεται και η προσδοκία διογκώνεται.
Άλλες μορφές -μεσάζοντες, έμποροι σπάνιου υλικού, πολιτικοί, δημοσιογράφοι- διασταυρώνονται σε ένα πυκνό δίκτυο. Κανείς δεν έχει πλήρη εικόνα. Όλοι λειτουργούν βάσει φημών, υποψιών, μερικών πληροφοριών. Η αφήγηση διασπάται σε πολλαπλές οπτικές γωνίες, εντείνοντας την αίσθηση ότι το κέντρο της ιστορίας είναι απρόσιτο. Όπως και η απόκτηση της μνημειώδους ταινίας. Καθώς το κυνήγι κλιμακώνεται, οι σχέσεις διαλύονται, η βία αυξάνεται και η προσδοκία διογκώνεται. Το ενδιαφέρον, όμως, δεν είναι αν η ταινία θα βρεθεί ή τι ακριβώς περιέχει. Το ενδιαφέρον είναι τι συμβαίνει στους ανθρώπους που την επιθυμούν.
Φετιχισμός και θέαμα
Η ταινία λειτουργεί ως ακραία μορφή εμπορευματικού φετιχισμού. Η αξία της δεν προκύπτει από τη χρήση της, αλλά από το συμβολικό της φορτίο. Το αντικείμενο γίνεται φορέας υπεραξίας επειδή συνδέεται με την απόλυτη ιστορική φρίκη. Στο Κυνηγόσκυλο, η αγορά δεν γνωρίζει ηθικά όρια· απορροφά ακόμη και το τραύμα του 20ού αιώνα. Και, γιατί όχι, το εμπορεύεται κιόλας.
Ο ΝτεΛίλο συλλαμβάνει μια στιγμή όπου η εικόνα αποκτά υπεροχή έναντι του γεγονότος. Πρόκειται σαφώς για μια προαναγγελία της μεταγενέστερης κυριαρχίας των μίντια, αλλά και μια προβληματική του αμερικανού συγγραφέα στην οποία θα επανέλθει
Στο ψυχαναλυτικό επίπεδο, η ταινία λειτουργεί ως άπιαστο αντικείμενο της επιθυμίας. Οι χαρακτήρες επενδύουν πάνω της φαντασιώσεις ισχύος και γνώσης. Όμως, όσο πλησιάζουν, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται η κενότητά της. Η επιθυμία δεν ικανοποιείται· αναπαράγεται. Μπορούμε να το θέσουμε και ως εξής: η υποτιθέμενη ταινία ενσαρκώνει τη μετάβαση από την Ιστορία ως βίωμα στην Ιστορία ως θέαμα. Η φρίκη μετατρέπεται σε ιδιωτική εικόνα. Η πολιτική γίνεται καταναλώσιμο υλικό. Ο ΝτεΛίλο συλλαμβάνει μια στιγμή όπου η εικόνα αποκτά υπεροχή έναντι του γεγονότος. Πρόκειται σαφώς για μια προαναγγελία της μεταγενέστερης κυριαρχίας των μίντια, αλλά και μια προβληματική του αμερικανού συγγραφέα στην οποία θα επανέλθει στα μετέπειτα έργα του και θα της προσδώσει ακόμη περισσότερες σημασίες.
Έκκεντρη αφήγηση
Η δομή του μυθιστορήματος είναι έκκεντρη όχι επειδή αποκαλύπτει μια μεγάλη συνωμοσία, αλλά επειδή δεν προσφέρει ποτέ σταθερό έδαφος. Οι πληροφορίες είναι κατακερματισμένες, οι οπτικές γωνίες μετατοπίζονται, το κέντρο διαφεύγει. Αυτή η τεχνική θα κορυφωθεί αργότερα στον Ζυγό, όπου η συνωμοσία της δολοφονίας του Κένεντι γίνεται οργανωτική αρχή της αφήγησης.
Να πώς το πραγματικό διακύβευμα του μυθιστορήματος προφανώς και δεν είναι η απαγορευμένη ταινία, αλλά το κρυφό δίκτυο δράσης κάποιων πρόθυμων κυνηγόσκυλων που υπηρετούν μια γκρίζα ιδέα που κινείται υπό το σκότος με άδηλους σκοπούς.
Για να γίνει ακόμη περισσότερο κατανοητή η απεικόνιση της κατάστασης των πραγμάτων, έτσι όπως την εκθέτει ο ΝτεΛίλο, οφείλουμε να σταθούμε στη διττότητα του τίτλου. Ναι, Κυνηγόσκυλο λέγεται το περιοδικό που εργάζεται η Μολ, αλλά κυνηγόσκυλο στην πολιτική αργκό σημαίνει «ο λακές της εξουσίας». Αυτός που δρα στο όνομα κάποιου εξουσιαστή και μόλις ολοκληρώσει το έργο του πετιέται σαν στυμμένη λεμονόκουπα. Παρεμπιπτόντως, είναι μια φράση (βλ. «ιμπεριαλιστικά κυνηγόσκυλα») που χρησιμοποίησε κατά κόρον ο Μάο την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και του Πολέμου του Βιετνάμ. Να πώς το πραγματικό διακύβευμα του μυθιστορήματος προφανώς και δεν είναι η απαγορευμένη ταινία, αλλά το κρυφό δίκτυο δράσης κάποιων πρόθυμων κυνηγόσκυλων που υπηρετούν μια γκρίζα ιδέα που κινείται υπό το σκότος με άδηλους σκοπούς.
Η σύγκριση
Η σημασία αυτού του βιβλίου αναδεικνύεται καθαρά όταν το συγκρίνουμε με τα κατοπινά μυθιστορήματα του ΝτεΛίλο. Στον Λευκό θόρυβο η εμμονή μετατοπίζεται από το πολιτικό σκάνδαλο στον υπαρξιακό φόβο του θανάτου. Εκεί, ο «λευκός θόρυβος» της πληροφορίας αντικαθιστά την πορνογραφική ταινία ως αντικείμενο φετιχοποίησης. Η κοινωνία δεν κυνηγά πλέον ένα μυστικό ντοκουμέντο, αλλά μια αίσθηση ασφάλειας μέσα σε έναν καταιγισμό δεδομένων.
Σαφώς, το Κυνηγόσκυλο είναι πιο κυνικό, πιο ωμό, πιο σκληρό. Δεν διαθέτει τη λυρική διάσταση των κατοπινών βιβλίων του ΝτεΛίλο.
Στον Ζυγό ο ΝτεΛίλο ωριμάζει την παρανοϊκή του δομή. Η συνωμοσιολογία δεν είναι απλώς ατμόσφαιρα, αλλά εργαλείο κατανόησης της Ιστορίας. Ως εκ τούτου, το Κυνηγόσκυλο μοιάζει με πρόβα: η εμμονή με το μυστικό αντικείμενο προετοιμάζει τη μεγάλη ανατομία της πολιτικής μυθοπλασίας. Τέλος, στον Υπόγειο κόσμο το αντικείμενο-σύμβολο (μια μπάλα μπέιζμπολ) αποκτά σχεδόν μυθολογική διάσταση. Εκεί ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται πια για το απόκρυφο και το πορνογραφικό, αλλά για τη μακρά διάρκεια της συλλογικής μνήμης. Η εμμονή παραμένει, αλλά αποκτά ιστορικό βάθος και συγκινησιακή πολυπλοκότητα.
Παραμένει έτσι όχι μόνο ένα πολιτικό θρίλερ της δεκαετίας του ’70, αλλά ένα κρίσιμο κείμενο για να κατανοήσουμε πώς ο ΝτεΛίλο πέρασε από τη σάτιρα στη μεγάλη τοιχογραφία της αμερικανικής μετανεωτερικότητας.
Σαφώς, το Κυνηγόσκυλο είναι πιο κυνικό, πιο ωμό, πιο σκληρό. Δεν διαθέτει τη λυρική διάσταση των κατοπινών βιβλίων του ΝτεΛίλο. Όμως περιέχει σε συμπυκνωμένη μορφή το γενετικό υλικό των μεγάλων έργων που θα ακολουθήσουν. Αξίζει κανείς να συγκρίνει τις τελευταίες τριάντα-σαράντα σελίδες όπου οι εικόνες αποκτούν μια τεταμένη στατικότητα, όμοιες με το περιβάλλον στο οποίο εκτυλίσσονται, με το αντίστοιχο ύφος του Κόρμακ ΜακΚάρθι. Θα έλεγε κανείς πως σε αυτό το σημείο οι δύο μεγάλοι συγγραφείς συναντιούνται σε ένα κοινό -αιματοβαμμένο- πεδίο.
Το πρώιμο εργαστήριο
Το Κυνηγόσκυλο είναι ένα μυθιστόρημα για την επιθυμία που οργανώνεται γύρω από ένα κενό. Για την Ιστορία που μετατρέπεται σε εμπόρευμα. Για την πολιτική που εκπίπτει σε φήμη και θέαμα. Ο ΝτεΛίλο συλλαμβάνει μια Αμερική τραυματισμένη από σκάνδαλα, βυθισμένη στην καχυποψία, πρόθυμη να αγοράσει ακόμη και το ίδιο της το τραύμα.
Αν δεν είναι το αριστούργημά του, είναι το μυθιστόρημα όπου η προβληματική του αποκτά καθαρό περίγραμμα. Εκεί όπου η παρανοϊκή ενέργεια των πρώτων έργων συναντά την ιστορική και φιλοσοφική φιλοδοξία των ώριμων. Παραμένει έτσι όχι μόνο ένα πολιτικό θρίλερ της δεκαετίας του ’70, αλλά ένα κρίσιμο κείμενο για να κατανοήσουμε πώς ο ΝτεΛίλο πέρασε από τη σάτιρα στη μεγάλη τοιχογραφία της αμερικανικής μετανεωτερικότητας. Εξαιρετικής υφής είναι και η μετάφραση του Αποστόλη Πρίτσα.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ντον ΝτεΛίλο γεννήθηκε στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης το 1936. Δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα σε ηλικία είκοσι τριών ετών. Έκτοτε εξέδωσε δώδεκα μυθιστορήματα και δύο θεατρικά έργα. Είναι ο πρώτος Αμερικανός που τιμήθηκε με το Jerusalem Prize, το 1999, για το συνολικό του έργο.
![]() |
|
Εικόνα: Library of America |
Άλλες σημαντικές διακρίσεις: -National Book Award για το μυθιστόρημα Λευκός θόρυβος. -Irish Times International Fiction Prize για το Ζυγός. -PEN/Faulkner Award for Fiction για το Μάο ΙΙ -Το μνημειώδες μυθιστόρημα του ΝτεΛίλλο Υπόγειος κόσμος απέσπασε το Howells Medal της Αμερικανικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών ως το σημαντικότερο λογοτεχνικό έργο των τελευταίων ετών.

























