
Για το μυθιστόρημα του Πιέρ Μισόν (Pierre Michon) «Βίοι ελάσσονες» (μτφρ. Κατερίνα Κολέτ, εκδ. Ίνδικτος). Εικόνα: Πίνακας του Βίνσεντ βαν Γκογκ (Vincent van Gogh) με τον ταχυδρόμο Ζοζέφ Ρουλέν.
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
Χρωστάμε λίγα λόγια στους ελάσσονες βίους. Για τους μείζονες έχουν μιλήσει οι ιστορικοί. Για τα ανδραγαθήματά τους, το μεγαλείο ή τη σατανικότητα τους, την άνοδο και την πτώση τους. Αλλά για τους ταπεινούς, των οποίων η πτώση δεν προκαλεί κάποιο παλιρροϊκό κύμα, ενώ η παρουσία και η απουσία καταγράφεται μόνο στους στατιστικούς πίνακες, ποιος θα μιλήσει; Η λογοτεχνία. Ο Μισόν.
Ο καλλιτέχνης διαλέγεται με το έλασσον, το οποίο στα χέρια του μετατρέπεται σε μείζον, όπως το κάρβουνο σε διαμάντι. Κάθε ζωή μπορεί να αποδειχθεί εξαίρετο αφηγηματικό υλικό, εφόσον ο πλάστης είναι ικανός να την αναδείξει ή έστω να ξεδιαλέξει από την ομογενοποιημένη ροή των γεγονότων εκείνες τις στιγμές που περιέχουν εντός τους τη δραματικότητα (ή την κωμικότητα). Κάθε ζωή είναι σημαντική και μοναδική για το υποκείμενο που τη βιώνει ως μια αδιάσπαστη πορεία με αρχή και τέλος, όπως εξάλλου και για εκείνους που τη μοιράζονται μαζί του. Εντούτοις, δεν είναι όλες οι στιγμές της ενδιαφέρουσες, καθότι ο βίος των ανθρώπων συνίσταται από αυτοματοποιημένες πράξεις, υποσυνείδητες σκέψεις που οδηγούν σε ακούσιες επιλογές και επαναλαμβανόμενα μοτίβα.
Ο συγγραφέας θα επιχειρήσει να πείσει ότι κάθε ζωή ή έστω οι περισσότερες ελάσσονες διαθέτουν το δικό τους ενδιαφέρον, αρκεί να εγκύψει κάποιος με αγάπη και προσοχή, ανασύροντας το ουσιώδες και πανανθρώπινο.
Ιδίως στην περίπτωση των ατόμων που δεν ανήκουν στις λαμπερές προσωπικότητες, στους stars της ιστορίας, των οποίων οι βιογραφίες μαρμαίρουν τον κόσμο του παρελθόντος. Οι ελάσσονες βίοι πώς μπορεί να αφορούν τον αναγνώστη; Εκ των πραγμάτων, εδώ προκύπτει μια ηθελημένη και συγγνωστή απάτη: η διαμεσολάβηση του δημιουργού και της τέχνης του. Ο συγγραφέας θα επιχειρήσει να πείσει ότι κάθε ζωή ή έστω οι περισσότερες ελάσσονες διαθέτουν το δικό τους ενδιαφέρον, αρκεί να εγκύψει κάποιος με αγάπη και προσοχή, ανασύροντας το ουσιώδες και πανανθρώπινο. Προσωπικά, δεν είμαι πεπεισμένος ότι ισχύει κάτι τέτοιο, καθότι θεωρώ πάντα ότι η ομορφιά βρίσκεται στο μάτι του παρατηρητή, όπως ο έρωτας στον ερώντα κι όχι στον ερώμενο. Σε τελική ανάλυση, το τελικό προϊόν, το βιβλίο, έχει υπογραφή και ταυτότητα, σε αντίθεση με την έμπνευση που παραμένει ομιχλώδης και μη ανακτήσιμη. Ας αφήσουμε, όμως, το βιβλίο να δώσει τις απαντήσεις.
Το έργο
Οι Βίοι ελάσσονες διαδραματίζονται στην επαρχιακή Γαλλία, περιλαμβάνοντας οκτώ βιογραφίες ανθρώπων «ελασσόνων», τουτέστιν καθημερινών όπως εμείς, από εκείνους που γεμίζουν τα νεκροταφεία παραμένοντας για κάποιο διάστημα στη μνήμη των οικείων τους, έως ότου παραδοθούν οριστικά στη λήθη. Το καθένα κεφάλαιο έχει το όνομα ενός ανθρώπου, μολονότι κάποιες φορές το πρόσωπο αυτό μπορεί να μην εμφανίζεται καν στις σελίδες που του είναι αφιερωμένες παρά ως αναφορά. Αυτό όμως αποτελεί, όπως θα αναλύσω στη συνέχεια, την αφηγηματική τακτική του συγγραφέα, ο οποίος μέσω του αφηγητή εμπλέκεται στη διαδικασία δημιουργίας μιας βιογραφικής… παρανάγνωσης.
Ο Μισόν δεν καταγράφει το σύνολο των οκτώ βίων που παραθέτει στα κεφάλαια του βιβλίου – κάτι τέτοιο θα είχε ελάχιστον ενδιαφέρον. Εστιάζει στις στιγμές. Ακόμα καλύτερα, σε εκείνα τα σημεία καμπής που αποπνέουν τραγικότητα. Ο πρωταγωνιστής, δεδομένης μιας κατάστασης που τον υπερβαίνει, συγκρούεται με τον μέχρι πρότινος εαυτό του και τον κόσμο γύρω του, αποκτώντας προς στιγμή διαστάσεις ηρωικές, υπό την έννοια ότι οι πράξεις του διακρίνονται από οικουμενικότητα, ξεπερνώντας την ταπεινή αυτοματοποιημένη επανάληψη στην οποία αναλώνεται συνήθως η ζωή. Αυτές οι εκλάμψεις, τα διαλείμματα επίγνωσης, η ταύτιση με κάτι ανώτερο που υπερβαίνει τον υποταγμένο στον ζυγό της καθημερινότητας βίο, νοηματοδοτούν την ύπαρξη, με συνέπεια ο ελάσσων βίος να μεταστοιχειώνεται σε κάτι πλήρες και επομένως αναγνώσιμο. Σε μία από τις πλέον συγκινητικές στιγμές του έργου, ένας χωρικός μειωμένης αντίληψης καθίσταται σύμβολο όταν αποφασίζει μέσω της αφήγησης ιστοριών για τον γιο του προστάτη του να διατηρήσει την ανάμνηση του. Είναι αυτή η εμμονή στη λειτουργία της αφήγησης ιστοριών που μετατρέπει τον ασήμαντο θνητό σε τροβαδούρο, από θλιβερό χωρικό σε ποιητή, τον οποίο ο θάνατος θα μεταστρέψει σε τραγικό πρόσωπο, λαμπαδηφόρο μιας ανάμνησης που ανήγειρε σε μύθο.
Ο Μισόν λειτουργεί ως αρχαιολόγος που σκάβει στα ερείπια του χρόνου, ανασύροντας όχι τα κτερίσματα στους τάφους των αρχόντων, αλλά τα καθημερινά αντικείμενα από τους τάφους των κοινών θνητών, που η πατίνα του χρόνου έχει θαμπώσει. Θα χτίσει ένα μουσείο για εκείνους, θα εκθέσει τις ιστορίες τους και θα δώσει τη δική του μάχη ενάντια στη λήθη, ενάντια στον χρόνο που καταπίνει αδίστακτα τους πάντες. Το σχέδιό του εμπεριέχει τη μεγαλομανία και τη ματαιοδοξία του καλλιτέχνη που ευελπιστεί ότι θα διασώσει τους χάρτινους ήρωές του, όταν οι σάρκινοι, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου, θα έχουν από καιρό χαθεί στο τίποτα.
Το ύφος
Τι είναι η τέχνη αν όχι μια σκυταλοδρομία, όπου ο επίγονος παραλαμβάνει ασθμαίνοντας από τον πρόγονο, με το μόνιμο άγχος της διάκρισης, ως επιβεβαίωση αλλά και ως ανταπόδοση; Ο Μισόν βαδίζει αταλάντευτα επάνω στα βήματα δύο κυρίως μεγάλων προγόνων του: του Φόκνερ και του Προυστ (αλλά και των Φλομπέρ, Μολν και Μπαλζάκ σε σημεία).
Η ανασύσταση του παρελθόντος μέσω της ανάμνησης, της μνήμης, αποτελεί τη λογοτεχνική παρακαταθήκη του Προυστ. Πριν και μετά, αρκετοί επιχείρησαν στο ίδιο πλαίσιο, αλλά κανείς δεν έφτασε σε τέτοιο σημείο ολοκλήρωσης, επεκτείνοντας τα όρια της τέχνης του για να καλύψει την επικράτεια της μνήμης, εφευρίσκοντας τα κατάλληλα λεκτικά εργαλεία. Οι ήρωες του Μισόν, ιδίως στις ενδιάμεσες ιστορίες όπου εμφανίζεται ο υποτιθέμενος έκλυτος νεαρός εαυτός του συγγραφέα, διαμορφώνουν το παρόν τους ανασύροντας το παρελθόν, δεδομένου ότι το τελευταίο αποτελεί τη δικαίωση ή την καταδίκη τους. Η τραγικότητα εμπεριέχεται εξάλλου στη σύγκρουση της πορείας που οδήγησε στο παρόν και στο πώς οι αντιμαχόμενες πλευρές του ίδιου ανθρώπου ξεπρόβαλαν από τις συμπληγάδες της κανονικότητας. Εκείνος, όμως, που θυμάται είναι πάντα ένας, ο συγγραφέας, και όχι οι πρωταγωνιστές του που παραμένουν έρμαια της βούλησής του.
Η ποιητική ματιά κυριαρχεί και ο νόστος, εκείνη η μακρινή κατοικία της παιδικής ηλικίας ή της νιότης που ανθίζει με υποσχέσεις, αντιπαρατίθεται στο παρόν, που όμως αποτελεί κι αυτό μέρος μιας ανάμνησης, σκιασμένο από το παρελθόν.
Στα κεφάλαια που επικρατεί η μελωδία του Προυστ, ο Μισόν παρασύρεται σε μονολόγους και πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις με μακροπερίοδες προτάσεις που εξελίσσονται, παρατάσσονται, αφήνοντας στον αναγνώστη μια νοσταλγική επίγευση, όπου τα αντικείμενα, οι χώροι και οι άνθρωποι έχουν υφανθεί από τον ιστό της μνήμης. Η ποιητική ματιά κυριαρχεί και ο νόστος, εκείνη η μακρινή κατοικία της παιδικής ηλικίας ή της νιότης που ανθίζει με υποσχέσεις, αντιπαρατίθεται στο παρόν, που όμως αποτελεί κι αυτό μέρος μιας ανάμνησης, σκιασμένο από το παρελθόν. Η ηδύτητα της προυστικής πνοής κρύβει εντός της ταυτόχρονα και τη ματαιότητα, το ανεκπλήρωτο όνειρο, καθώς η καθήλωση στο ανακτημένο παρελθόν αποτρέπει τελικά την αποκοπή του ομφάλιου λώρου, αφού αποτελεί τη δημιουργική αφετηρία. Εντέλει, εάν η ωριμότητα έρθει, θα γίνει με τίμημα τον δημιουργικό θάνατο (στην περίπτωση του Προυστ) των πρωταγωνιστών, οι οποίοι θα έχουν να αντιμετωπίσουν τη θνητότητά τους. Εφόσον κατοικείς στο παρελθόν, θα μείνεις εσαεί νέος κι επομένως αθάνατος.
Την ίδια στιγμή, ο Μισόν αλλάζει άλογα με χαρακτηριστική στιλιστική ευκολία, επιβαίνοντας στην άμαξα του Φόκνερ. Οι δύο πρώτες ιστορίες αποτελούν homage στο λογοτεχνικό μεγαλείο του Αμερικανού, όπως εξάλλου και η τελευταία, στην οποία ο Γάλλος καταφέρνει κάτι μοναδικό: ξεκινάει την αφήγηση με Προυστ και στη μέση μεταλλάσσεται σε Φόκνερ με τέτοια ευκολία και ομαλότητα που προξενεί δίκαιο θαυμασμό στον αναγνώστη. Οι επιρροές είναι χωνεμένες και δουλεμένες στο έπακρο, με αποτέλεσμα η αναπόφευκτη σύγκριση που φέρνει η εμφανής σχέση με το πρωτότυπο να μην αποβαίνει εις βάρος του επιγόνου. Ομολογώ ότι σπανίως έχω δει να πετυχαίνει αυτό το πείραμα όπως συμβαίνει στο βιβλίο αυτό, ιδίως όσον αφορά τον συγκερασμό δύο ιερών τεράτων της λογοτεχνίας, οι οποίοι μάλιστα δεν θεωρούνται ακριβώς συγγενικοί (όπως είναι, για παράδειγμα, ο Προυστ με τον Φουρνιέ).
Ο αναγνώστης αναπνέει άπληστα τον φοκνερικό ρυθμό της αφήγησης, την προσωδία, τον επιτονισμό της ομιλίας του αφηγητή, ξεχνώντας προς στιγμήν ότι βρίσκεται στη γαλλική επαρχία κι όχι σε κάποια αποπνικτική επαρχιακή πόλη του αμερικανικού Νότου.
Εκεί, λοιπόν, που ο αναγνώστης παρασύρεται από τον νοσταλγικό ειρμό της ανάμνησης, ξαφνικά το ύφος αλλάζει άρδην και ακούγεται ο βαρύς φοκνερικός βιβλικός βηματισμός των προγόνων και της ιστορίας. Μακροπερίοδος λόγος όπου οι άνθρωποι μετατρέπονται σε σύμβολα, λαμβάνοντας διαστάσεις τραγικές, έρμαια και υποκινητές αμείλικτης μοίρας, παίγνια σκληρών Θεών που περιπαίζουν τις τύχες τους και τους μετατρέπουν σε πιόνια, αλλά και υποχείρια χθόνιων δυνάμεων, σκοτεινών και υπόρρητων, ενοχών για προπατορικά αμαρτήματα, για σκοτεινές σεξουαλικές ενορμήσεις που είτε διαφεύγουν είτε αποκρύπτονται με ύψιστο τίμημα την ψυχή εκείνων που αμάρτησαν ακόμα και με τη σκέψη. Ο αναγνώστης αναπνέει άπληστα τον φοκνερικό ρυθμό της αφήγησης, την προσωδία, τον επιτονισμό της ομιλίας του αφηγητή, ξεχνώντας προς στιγμήν ότι βρίσκεται στη γαλλική επαρχία κι όχι σε κάποια αποπνικτική επαρχιακή πόλη του αμερικανικού Νότου.
Τι απομένει στο τέλος; Η υπόσχεση του συγγραφέα απέναντι στους ελάσσονες και ηττημένους της γενέθλιας γης του: να διορθώσει την αδικία της ζωής που κατατάσσει τους θνητούς ανάλογα με τα επιτεύγματά τους, τις μεγάλες νίκες τους, αναδεικνύοντας, με υλικό την τέχνη του, το αντίθετο – τις πλήρεις ήττες τους, τις αποτυχίες και τη ματαιότητα της ημιτελούς προσπάθειάς τους. Εκείνοι που έπεσαν βορά στο τίποτα, ταπεινοί εν μέσω ταπεινών, θα συναχθούν από τον συγγραφέα -είναι ένας από αυτούς- και θα μαρτυρήσει ο καθένας την ιστορία του. Αυτή θα είναι και η τελική ανθρώπινη κρίση για τον μικρό και θλιβερό στρατό των ελασσόνων, των εξαρχής καταδικασμένων, αλλά τόσο οικείων και τόσο αγαπημένων.
*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Η ἀναμονὴ τοῦ θύμισε, μὲ σφίξιμο στην καρδιά, μιάν ἄλλη ἀναμονὴ ποὺ τὴν εἶχε λησμονήσει: διότι ἀγαποῦσε τὸ δίχως ἄλλο τὸν Φιεφιέ, μολονότι τις περισσότερες φορές τὸν ἔβριζε, τὸν Φιεφιὲ ποὺ τὸν ἀποκαλοῦσε ἀφεντικό, ποὺ μαζί του εἶχε πιεῖ τὸν ἀπαίσιο καφὲ καὶ ξενυχτίσει τὴ νεκρὴ Ἰουλιέτα, αὐτὸν ποὺ μὲ πεῖσμα εἶχε κρατήσει ζωντανὸ τὸν γιὸ κατὰ τὶς μεταμορφώσεις του· ποὺ κάθε Κυριακὴ ὑπέφερε γιὰ χάρη τῶν νεκρῶν καὶ ἑνὸς σχεδὸν νεκροῦ, μέσα στὴν ἀποδοκιμασία, τὸ κρασὶ καὶ τὰ γρονθοκοπήματα, δηλαδή ἀνάμεσα στοὺς ζωντανούς· ποὺ εἶχε γνωρίσει μιαν ἄθλια παιδικὴ ἡλικία καὶ μιὰ ζωὴ ἀκόμη χειρότερη ἀλλὰ ποὺ μιὰ δανεικὴ ἀνάμνηση τὸν εἶχε τόσο πολύ ἐξυψώσει ὥστε δὲν συναναστρεφόταν πλέον παρὰ ἀγγελους καὶ σκιές, μέσα στὸ χάος ἑνὸς θεμελιακού μύθου ὁ ὁποῖος τὸν συνέπαιρνε κάνοντάς τον νὰ τσιρίζει, ὅριζε τη μίζερη ζωὴ καὶ τὸ μαρτύριό του, ἀπαραιτήτως· τον Φιεφιε Ντεσάμπρ ποὺ κάτω ἀπὸ τὸν δυνατό ἥλιο ήταν ξαπλωμένος φαρδύς-πλατὺς μέσα στοὺς βάτους τοῦ Σταυροῦ τοῦ Νότου, νεκρός».
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Pierre Michon, προτού γράψει τους Βίους ελάσσονες (1984) που του «χάρισαν» το Βραβείο της Γαλλικής Ραδιοφωνίας (Prix France Culture), ήταν, όπως εξομολογείται, ένας απένταρος που έπαιζε μικρούς ρόλους στο θέατρο. Γεννήθηκε το 1945 στο Καρντ, ένα χωριουδάκι της επαρχίας Κρεζ στην κεντρική Γαλλία και σήμερα ζει κοντά στην Ορλεάνη. Δεν ανήκει στην κατηγορία των συγγραφέων που τα βιβλία τους πουλάνε σαν ζεστά ψωμάκια.

Στη Γαλλία, τα δώδεκα χιλιάδες αντίτυπα των Βίων εξαντλήθηκαν μέσα σε δώδεκα χρόνια. Και είναι μεγάλο το χρονικό διάστημα, γιατί εν δυνάμει αναγνώστες δεν είναι μόνον οι εντός της Γαλλίας κατοικούντες, αλλά όπου στον κόσμο μιλούν γαλλικά.Οι ήρωες του Michon δεν είναι άνθρωποι χορτασμένοι που έχουν όλα τα καλά επάνω τους. Αντιθέτως είναι αντιήρωες, φτωχοί μεροκαματιάρηδες, άνθρωποι της υπαίθρου, τις περισσότερες φορές αλκοολικοί, άβουλοι, καταφρονεμένοι αυτής της ζωής, που με την ιδιόμορφη και εκλεπτυσμένη πρόζα του τους αναγορεύει σε αγίους της λογοτεχνίας.
























