
Για το μυθιστόρημα του Σταντάλ (Stendhal) «Το κόκκινο και το μαύρο» (μτφρ. Σωτήρης Παρασχάς, Κώστας Σπαθαράκης, εκδ. Αντίποδες).
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
Πότε έχει έρθει η ώρα για να διαβάσει κάποιος ένα παλιό κλασικό βιβλίο, για παράδειγμα των αρχών του 19ου αιώνα; Ας υποθέσουμε, αυθαιρετώντας ελαφρώς, ότι η κατάλληλη ηλικία είναι άνω των 30, δεδομένου ότι απαιτείται μια κάποια παιδεία, εξοικείωση με τη λογοτεχνία και ένα βιωματικό φορτίο που θα προσδώσει το απαραίτητο βάθος στη σκέψη και την κρίση. Και πάλι δεν είναι απαραίτητο ότι ο αναγνώστης θα απολαύσει στον βαθμό που του αξίζει ένα βιβλίο όπως Το κόκκινο και το μαύρο του Σταντάλ. Για να το θέσω προκλητικά: εάν η ανάγνωση δεν είναι επιτυχής, δεν θα φέρει ευθύνη το έργο αλλά εκείνος. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.
Ο Σταντάλ θεωρείται ο ιδρυτής του ψυχολογικού μυθιστορήματος. Βασικό μέλος της μεγάλης τριανδρίας του γαλλικού «ρεαλισμού» (όρος που κανείς δεν αποδέχτηκε και ουσιαστικά επικράτησε εκ των υστέρων), η οποία περιλάμβανε τους Μπαλζάκ και Φλομπέρ, άφησε δύο σημαντικά βιβλία ως παρακαταθήκη: Το κόκκινο και το μαύρο και Το μοναστήρι της Πάρμας. Σίγουρος για την αξία του έργου του, όσον αφορά τη μελλοντική του αποδοχή, δικαιώθηκε συντομότερα από τις προβλέψεις του κι αυτό απέβη τελικά σε όφελος όλων μας. Η εκ νέου ανάγνωση του κειμένου, με την ευκαιρία της επανέκδοσης σε νέα μετάφραση από τους Σωτήρη Παρασχά και Κώστα Σπαθαράκη (με εξαιρετικό Επίμετρο του πρώτου), με βοήθησε να βάλω σε τάξη κάποιες σκέψεις. Αν όλα έχουν ειπωθεί για το αθάνατο αυτό έργο, τότε τι απομένει; Τίποτα περισσότερο από εντυπώσεις και σκέψεις. Παραφράζοντας τον Ντεμπόρ, η πρωτοτυπία πέθανε μαζί με εκείνους που ήξεραν να γράφουν. Σε λίγο θα αποσυρθούν και οι αναγνώστες τους.
Σκέψεις για το βιβλίο
Υπάρχει η νόηση, υπάρχει και η βούληση. Όπως μας δίδαξε ο πατέρας Σοπενχάουερ, η πρώτη είναι υπηρέτης της δεύτερης – στις περισσότερες περιπτώσεις προσφέρει τα όπλα για να στηρίξει τη βούληση με λογικές και επιχειρήματα τέτοια που πείθουν αφενός εκείνον που πράττει, αφετέρου τους άλλους που τον παρατηρούν. Όχι όμως σε κάθε περίπτωση κι όχι για μεγάλο διάστημα. Οι συγκρούσεις των ποικίλων βουλήσεων φροντίζουν για την απότομη προσγείωση των δρώντων προσώπων και την άνοδο (όπως κι αν αυτή νοείται) την ακολουθεί η πτώση και, το σημαντικότερο, η πρόσκρουση. Το διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στις δύο καταστάσεις είναι το υλικό της τέχνης. Πιο συγκεκριμένα, η πορεία από το ένα σημείο στο άλλο με όσα περιλαμβάνονται, επιλεγμένα βεβαίως από τον πανεπόπτη συγγραφέα.
Ο νεαρός Σορέλ είναι μια βούληση, εκείνη των αρχών του 19ου αιώνα, αλλά όχι μόνο αυτή της εποχής του. Είναι ταυτόχρονα κι εκείνη του δημιουργού του, του Σταντάλ, ο οποίος ανήκει στον 19ο αλλά, ευτυχώς, όχι μόνο σ’ αυτόν, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος. Και το βασικό κρινόμενο αποτέλεσμα στην περίπτωση ενός κλασικού βιβλίου είναι η διαχρονικότητα, η αντοχή στον χρόνο. Ποια είναι αυτή και πώς επιτυγχάνεται υφολογικά; Καταρχάς, είναι η συγκαιρινή του συγγραφέα βούληση της επιτυχίας, της κοινωνικής ανόδου, ακόμη και με βαρύ προσωπικό κόστος. Ταυτόχρονα, αυτή η ανάγκη, η οποία αποτελεί τον κινητήριο μοχλό της αφήγησης, παραμένει ενεργό ηφαίστειο, αφού η ανθρώπινη συνθήκη την εμπεριέχει από την αρχαιότητα και μετέπειτα, λαμβάνοντας βεβαίως διαφορετική μορφή ανάλογα με την εποχή. Μπορεί ο γαλλικός 19ος αιώνας να ήταν μια εποχή κινητικότητας, προσφέροντας στον συγγραφέα την ευκαιρία και τον τρόπο να χτίσει το έργο του γύρω από αυτή τη θεματική, αλλά είναι η βασική ανθρώπινη ανάγκη, η φιλοδοξία, η οποία στηρίζει το οικοδόμημα σε κάθε εποχή, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης του παρόντος να εισέρχεται εξίσου άνετα σε αυτό όσο κι εκείνος του παρελθόντος.
Ο Σορέλ είναι ένας φιλόδοξος άνθρωπος με πνευματική διαύγεια χωρίς σθεναρό ηθικό αντίβαρο, κάτι που αποτελεί ταυτόχρονα πλεονέκτημα και εμπόδιο στην εξέλιξή του σε κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο. Ο δημιουργός του τον προίκισε επίσης με αυξημένες δυνάμεις αυτεπίγνωσης και κρίσης, κάτι εξαιρετικά βοηθητικό τόσο για τον ίδιο όσο και για τον συγγραφέα, για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια. Και όμως, είναι το πάθος του, η βαθιά εγγεγραμμένη φιλοδοξία του που καθορίζει την ύπαρξή του, καθώς όπως φαίνεται στην εξέλιξη του βιβλίου, τα πάντα υποτάσσονται σ’ αυτήν, αποδεικνύοντας ταυτόχρονα δύο πράγματα: ότι η βούληση με τις υποσυνείδητες δυνάμεις κυριαρχούν, ακόμα και όταν είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγήσουν σε προσωπικό όλεθρο. Και κατά δεύτερον, ότι εστιάζοντας σε αυτό το στοιχείο, το έργο ξεπερνάει τη συγχρονία και αναδεικνύεται σε κάτι βαθύτερο, ουσιαστικότερο και γι’ αυτό κλασικό, αφού δεν είναι οι πράξεις ή το περιβάλλον, αλλά οι λόγοι και τα κίνητρα του πρωταγωνιστή με τα οποία οποιοσδήποτε άνθρωπος στον δυτικό -κι όχι μόνο- κόσμο μπορεί να ταυτιστεί.
Αμέτρητα τα σημεία που ο αναγνώστης θα σταθεί θαυμάζοντας. Εν τάχει θα επικεντρώσω σε κάποια. «Το μυθιστόρημα είναι ένας καθρέφτης που περιφέρεται σ’ έναν μεγάλο δρόμο. Πότε καθρεφτίζει στα μάτια σας τον καταγάλανο ουρανό, πότε τη λάσπη στις λακκούβες του δρόμου». Πρόκειται για ένα από τα πιο… πολυφορεμένα λογοτεχνικά αποσπάσματα, κατ’ εξοχήν αυτοαναφορικό σχόλιο σχετικό με τον αυτόνομο ρόλο της τέχνης, η οποία αποτελεί τo διαμεσολαβημένο υλικό που φιλτράρει την πραγματικότητα μετατρέποντάς την σε μια ποιοτικά ανώτερη ολότητα. Εντούτοις, το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο βρίσκεται, θεωρώ, στη σύγκριση του αποσπάσματος αυτού με ένα εξίσου δημοφιλές που ακολουθεί λίγες δεκάδες σελίδες μετέπειτα κι αυτό υπό μορφή παρέκβασης: «Η πολιτική είναι μια πέτρα δεμένη στον λαιμό της λογοτεχνίας που, το αργότερο, σε έξι μήνες, την τραβάει στο βυθό». Ετούτη η διαπίστωση του συγγραφέα έχει αξία μεν από μόνη της, αλλά λαμβάνει άλλη διάσταση όταν συμπληρώνεται στη συνέχεια από τον αντίλογο του εκδότη: «Αν οι χαρακτήρες σας δεν μιλάνε για πολιτική δεν θα είναι καθόλου Γάλλοι του 1830, και το βιβλίο σας δεν θα είναι πια καθρέφτης, όπως ισχυρίζεστε ότι είναι…».
Η πέτρα δεν θα σπάσει τον καθρέφτη – το χέρι του συγγραφέα παρεμβάλλεται χρησιμοποιώντας τα καλλιτεχνικά τεχνήματα για να απεικονίσει το ένα αντικείμενο μέσα από το άλλο, με ευφυή και απαράμιλλο τρόπο.
Εδώ πιστεύω ότι κρύβεται μια αντινομία που κανείς καλλιτέχνης δεν επέλυσε ποτέ, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί μικρή παραδοχή ήττας εκ μέρους του. Πώς γίνεται από τη μία πλευρά η πολιτική να λειτουργεί σαν βαρίδι που τραβά το έργο στον βυθό περιορίζοντάς το στην επικαιρότητα, ενώ ταυτόχρονα η άρνηση ενασχόλησης με αυτήν αντίκειται στον ορισμό της λογοτεχνίας ως καθρέφτη του υπάρχοντος; Ο καθρέφτης της πραγματικότητας και η πέτρα της πολιτικής. Πρόκειται για έναν γρίφο που απασχολεί όλους ανεξαιρέτως τους δημιουργούς: Ο τρόπος με τον οποίο ο δημιουργός θα καθρεφτίσει το υπάρχον (το θαύμα και τη λάσπη ομού), αρνούμενος το βαρίδι της πολιτικής που καθιστά πρόσκαιρο το αιώνιο, αμαυρώνοντας με τη χυδαιότητά της και όσα ταπεινά ανασύρει στους ανθρώπους το κάλλος και η αισθητική. Αλλά δίχως αναφορά σ’ αυτή τη διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης, το αποτέλεσμα δεν θα είναι χωλό, αφού θα παραμελήσει με επιτήδευση εκείνο που δεν μπορεί να αποσιωπηθεί; Ο Σταντάλ θα δώσει την απάντηση με το έργο του, καθώς Το κόκκινο και το μαύρο εμπεριέχει το αναγκαίο πολιτικο-κοινωνικό πλαίσιο βάσει του οποίου ο Σορέλ αναμετράται με τον εαυτό του. Η πέτρα δεν θα σπάσει τον καθρέφτη – το χέρι του συγγραφέα παρεμβάλλεται χρησιμοποιώντας τα καλλιτεχνικά τεχνήματα για να απεικονίσει το ένα αντικείμενο μέσα από το άλλο, με ευφυή και απαράμιλλο τρόπο.
Ο συγγραφέας συνομιλεί με τον εαυτό του, με τον αναγνώστη και το δημιούργημά του, προτείνοντας μάλιστα εναλλακτικές πορείες
Ένα ακόμα στοιχείο που μου έκανε εντύπωση είναι το ότι ο Σταντάλ γράφοντας το μυθιστόρημά του, επεξηγώντας στις επόμενες γενιές πώς και γιατί σκέφτονται και δρουν όπως οι πρωταγωνιστές του, έπλαθε ταυτόχρονα, κατά τα σαιξπηρικά πρότυπα, τον κόσμο του/μας. Εκείνο που για εμάς τους αναγνώστες του 21ου αιώνα αποτελεί κοινό τόπο, το ότι «δεν υπάρχει τίποτα εκτός κειμένου», αφότου ο Ντεριντά, ο Μπαρτ και άλλοι θεωρητικοί το κατέστησαν σαφές, ο Σταντάλ δείχνει να το γνωρίζει ήδη εμπειρικά στο έργο του. Είναι εκπληκτικά τα αποσπάσματα εκείνα στα οποία αναφέρει ότι η ηρωίδα του θα μπορούσε να έχει φερθεί με εντελώς διαφορετικό τρόπο, εάν είχε τη δυνατότητα να διαβάσει κάποιο μυθιστόρημα, προκειμένου οι πράξεις της να αντιστοιχούν με το ήδη καταγεγραμμένο μυθιστορηματικό πρότυπο συμπεριφοράς. Ο συγγραφέας συνομιλεί με τον εαυτό του, με τον αναγνώστη και το δημιούργημά του, προτείνοντας μάλιστα εναλλακτικές πορείες (στον εαυτό του, αφού εκείνος γράφει), αλλά και στον αναγνώστη που δύναται να φανταστεί μια εναλλακτική πορεία βάσει όσων του προτείνει ο δημιουργός!
Το κλασικό ύφος
«Όλα έγιναν απλά όπως άρμοζε και χωρίς καμιά προσποίηση από τη μεριά του». Ο Σταντάλ έγραφε, όπως υποστήριζε κι ο ίδιος, για το μέλλον. Προκάλεσε τον χρόνο και πέτυχε. Δύο τρόποι υπάρχουν για να το καταφέρει κάποιος. Καταρχάς, να εστιάσει σε θεματολογία η οποία να ξεπερνάει το πρώτο επίπεδο δράσης, εμβαθύνοντας στα κίνητρα των ανθρώπων, όπως τόνισα προηγουμένως. Δεύτερον, και πιο σημαντικό στην περίπτωση της τέχνης, να ανακαλύψει τον τρόπο με τον οποίο η κατασκευή του θα αντέξει χωρίς οι θυελλώδεις άνεμοι του χρόνου να το παρασύρουν στη λησμονιά. Γνωρίζουμε πλέον ότι στην τέχνη το θέμα είναι ο τρόπος και το περιεχόμενο είναι το ύφος, αφού το τελευταίο είναι τα υλικά με τα οποία δομείται το εγχείρημα. Κάθε βιβλίο είναι ένα «αισθητικό αντικείμενο» και ένα κατασκεύασμα, του οποίου τους μηχανισμούς είναι δυνατόν να ταξινομήσουμε με σκοπό την κατανόηση. Για να επιστρέψουμε ξανά στον Σκλόβσκι όπου κατέληγε στο ότι «το περιεχόμενο (επομένως, η “ψυχή”) ενός λογοτεχνικού έργου είναι το γενικό άθροισμα των υφολογικών του τεχνημάτων».
Σε αντίθεση με τους δύο ομοτέχνους του, ο Σταντάλ δεν μεμψιμοιρεί πάνω από την ιδανική μορφή, όπως δεν ενδιαφέρεται να μεταφέρει στις σελίδες άπαν το επιστητό. Ο ορισμός του ως ψυχογράφος είναι διακριτός.
Κάτι που μας οδηγεί στο αναπόφευκτο ερώτημα του ποια είναι τα τεχνήματα του Σταντάλ στο βιβλίο Το κόκκινο και το μαύρο. Για παράδειγμα, ο Φλομπέρ αναζητά την τέλεια λέξη, είναι ο περφεξιονιστής, ο συγγραφέας του αποστάγματος με τεράστιο προσωπικό κόστος σε χρόνο και κόπο, ο εμμονικός της τεχνικής. Από την άλλη πλευρά, στέκει ο Μπαλζάκ, ο οποίος επιχείρησε να δημιουργήσει με το τεράστιας εμβέλειας έργο του ένα λογοτεχνικό αντίγραφο της Γαλλίας (τόσο του Παρισιού όσο και της επαρχίας), με την ένταση και έκταση των περιγραφών του, οι οποίες συχνά υπήρξαν ανοικονόμητες, αν κι εν συνόλω απολαυστικές, στον αντίποδα του Φλομπέρ. Ο Μπαλζάκ επιχείρησε να καταγράψει τον ωκεανό της κοινωνικής ύπαρξης, συμπεριλαμβάνοντας τη χλωρίδα και την πανίδα της στην Ανθρώπινη κωμωδία του. Σε αντίθεση με τους δύο ομοτέχνους του, ο Σταντάλ δεν μεμψιμοιρεί πάνω από την ιδανική μορφή, όπως δεν ενδιαφέρεται να μεταφέρει στις σελίδες άπαν το επιστητό. Ο ορισμός του ως ψυχογράφος είναι διακριτός. Ο εστιασμός του στο πώς τα άτομα αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και με το κοινωνικό τους περιβάλλον κυριαρχεί στο έργο του. Ας δούμε αναλυτικότερα.
Ο τίτλος Το κόκκινο και το μαύρο, σύμφωνα με τους μελετητές, αναφέρεται στις δύο πλευρές του Σορέλ: εκείνη του κληρικού και την άλλη του στρατιωτικού, οπαδού του Ναπολέοντα. Εμένα δεν παύει να μου θυμίζει το κλασικό απόφθεγμα του Ισπανού αναρχικού Μπ. Ντουρούτι («Το κόκκινο για το αίμα, το μαύρο για την ψυχή»), το οποίο θεωρώ ότι έχει κι εδώ αντίκρισμα, εάν συλλογιστούμε το δισυπόστατο της ανθρώπινης φύσης – από τη μία οι κοινωνικές επιταγές (λαμπερό κόκκινο όπως το αίμα ή η κάπα του Μονάρχη) και από την άλλη το ημίφως, αν όχι το σκότος, του υποσυνείδητου που καθορίζει την ύπαρξη. Ο Σταντάλ μετακινεί συνεχώς τον πρωταγωνιστή μεταξύ των δύο καταστάσεων, κάτι που μας οδηγεί στο επόμενο θέμα. Μαύρο και κόκκινο, τραγικό και κωμικό, εναλλαγή.
Παραμένει σύγχρονος
Περισσότερο από άλλους συγγραφείς που συχνά υποδύονται τον καλλιτεχνικό τους ρόλο αποπνέοντας σοβαροφάνεια (με αιτία ή και όχι), ο Σταντάλ παραμένει σύγχρονος κι ως προς το εξής: καθ’ όλη τη διάρκεια του βιβλίου είχα την εντύπωση ότι διασκέδαζε σε βαθμό συχνά προσβλητικό για τους μετέχοντες στην παράστασή του. Οι ανηλεείς κρίσεις του για τα ήθη, τις σκέψεις και τις πράξεις των ανθρώπων της εποχής του, παραμένουν καίριες σε όλες τις εποχές, αφού η οξυδέρκεια με την οποία αναλύει τα πάντα αγγίζουν το κέντρο και την ουσία. Αυτό που κρύβεται λοιπόν σε κοινή θέα, όποτε κάποιος οξύνους έχει το ταλέντο να το εκθέσει, είναι κατά βάση το κωμικό, το οποίο συνδυαζόμενο με τη χαρακτηριστική αβελτηρία της πλειονότητας των ασυνείδητων -όσον αφορά τα εσωτερικά τους κίνητρα- ανθρώπων μετατρέπεται εύκολα σε γελοιότητα. Ο Σταντάλ αρέσκεται σε αυτό το παιχνίδι και δεν αφήνει ευκαιρία για σκώμμα, κάποιες φορές με συμπόνοια, άλλες με αδιαφορία, αλλά πάντα απολαυστικά.
Το Κόκκινο και το μαύρο μου θύμισε, περισσότερο από άλλα βιβλία, τον Σαίξπηρ και τη «σαιξπηρικότητα».
Εδώ κρύβεται η ευρύτερη εικόνα όμως, η οποία θεωρώ είναι και το σημαντικότερο στοιχείο του ύφους και της τεχνικής του Σταντάλ. Αν ο omniscient narrator στα έργα της εποχής του 19ου (έως την έλευση του Μοντερνισμού που ναρκοθέτησε την ενότητα της αφήγησης) φαντάζει παρωχημένος και συχνά κουραστικός στην εποχή μας, στην περίπτωση του συγκεκριμένου βιβλίου είναι όχι μόνο απολαυστικός, αλλά και επιβεβλημένος. Ακούγεται υπερβολικό, αλλά θα επιχειρήσω να εξηγήσω γιατί. Διαβάζοντας τον Μπλουμ για τον Σαίξπηρ, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι ο αναγνώστης έρχεται αναπάντεχα σε επαφή με μια συνείδηση ευρύτερη από τη δική του, κάτι που τον υποχρεώνει να αναδιατάξει τις σκέψεις του, προσπαθώντας να παρακολουθήσει τους μαιάνδρους που ανοίγονται μπροστά του. Εκ των πραγμάτων, εκείνα που θα κατανοήσει ουσιαστικά και σε βάθος θα είναι λίγα αρχικά. Επανερχόμενος τακτικά στα κείμενα του Βάρδου θα ανακαλύπτει ολοένα περισσότερα, ώσπου στο τέλος θα αποδεχτεί ότι βρίσκεται πάντα ένα βήμα πίσω από τον δημιουργό, τα γραπτά του οποίου εμπεριέχουν όσα εκείνος έφερε ως αποσκευή στο ταξίδι αυτό, αφήνοντας χώρο για ακόμη περισσότερα. Το Κόκκινο και το μαύρο μου θύμισε, περισσότερο από άλλα βιβλία, τον Σαίξπηρ και τη «σαιξπηρικότητα».
Ο προβολέας του συγγραφέα δεν αφήνει σκοτεινά σημεία, μεταδίδοντας την αίσθηση της πληρότητας (τι παραπάνω θα μπορούσε κάποιος να προσθέσει σε αυτό το κείμενο που δεν έγραψε ήδη ο Σταντάλ;)
Ο Σταντάλ παρεμβαίνει κάτω από κάθε πρόταση ή παράγραφο, όπου λαμβάνει χώρα η δράση, σχολιάζοντας, επεξηγώντας, διευρύνοντας το περίγραμμα, αποσαφηνίζοντας κίνητρα, διαλευκαίνοντας όσα οι ήρωές του δεν δείχνουν να έχουν κατανοήσει. Η δράση για τον συγγραφέα δεν είναι αυτοσκοπός, παρά μέσο για να υπεισέλθει μέσω αυτής στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης και να διαυγάσει τα βαθύτερα κίνητρά της. Θαρρείς πως συνέγραψε το έργο αυτό για να ψυχογραφήσει ενδελεχώς τους χαρακτήρες του. Ο σύγχρονος αναγνώστης θα ανακαλύψει δύο τινά. Αφενός πόσο διαυγής είναι η ανάλυση, πόσο κλασική και άρα σύγχρονη, δεδομένου ότι ο πυρήνας μας παραμένει αδιατάρακτος όσον αφορά τη βούληση και τις επιθυμίες που καθορίζουν την ύπαρξή μας χωρίς να είναι απαραίτητα κατανοητές. Αφετέρου ότι, όπως και στην περίπτωση του Σαίξπηρ, υπολείπεται σε σχέση με τη συνείδηση του Σταντάλ που τον ξεπερνά, καθώς αγκαλιάζει ένα τεράστιο κομμάτι της ανθρώπινης πράξης.
Ο προβολέας του συγγραφέα δεν αφήνει σκοτεινά σημεία, μεταδίδοντας την αίσθηση της πληρότητας (τι παραπάνω θα μπορούσε κάποιος να προσθέσει σε αυτό το κείμενο που δεν έγραψε ήδη ο Σταντάλ;), αλλά και εκείνης του τραγικωμικού – η φωταγωγία αποκαλύπτει ταυτόχρονα όλα εκείνα που οι άνθρωποι προσπαθούν απεγνωσμένα να αποκρύψουν από τον εαυτό τους και τους άλλους, τα οποία από συγκεκριμένη οπτική γωνία και απόσταση αποδεικνύονται κωμικά, κυρίως όταν εκείνος που τα καταγράφει στέκει απόμερα, έχοντας επίγνωση πως ο χρόνος καθιστά τα επώδυνα ανώδυνα κι εν τέλει ασήμαντα.
*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog «Αναγνώσεις»
Απόσπασμα από το βιβλίο
Εδώ ο συγγραφέας ήθελε να γεμίσει μια σελίδα με τελείες. «Κάτι τέτοιο θα είναι κακόγουστο», είπε ο εκδότης, «και για ένα τόσο ελαφρό βιβλίο, η κακογουστιά είναι θανάσιμο αμάρτημα». «Η πολιτική», απαντάει ο συγγραφέας, «είναι μια πέτρα δεμένη στο λαιμό της λογοτεχνίας που, το αργότερο μήνες, την τραβάει στο βυθό. Η πολιτική στη μέση των υποθέσεων της φαντασίας, είναι σαν πυροβολισμός στη μέση μιας συναυλίας. Είναι ένας θόρυβος εκκωφαντικός χωρίς καμιά δραστικότητα. Δεν συντονίζεται με τον ήχο κανενός οργάνου. Η πολιτική θα προσβάλει θανάσιμα τους μισούς αναγνώστες και θα κάνει να πλήξουν οι άλλοι μισοί που τη βρήκαν τόσο ενδιαφέρουσα και δραστική στην πρωινή εφημερίδα...»
«Αν οι χαρακτήρες σας δεν μιλάνε για πολιτική», απαντάει ο εκδότης, «δεν είναι καθόλου Γάλλοι του 1830, και το βιβλίο σας δεν είναι πια καθρέφτης, όπως ισχυρίζεστε ότι είναι...».
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ανρί Μπελ γεννήθηκε στην Γκρενόμπλ το 1783. Πήγε στο Παρίσι το 1799 για να σπουδάσει αλλά κατέληξε να εργάζεται στο υπουργείο Πολέμου. Το 1800 ταξιδεύει στο Μιλάνο και μαγεύεται από την Ιταλία, στην οποία επιστρέφει διαρκώς, τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του ως πρόξενος στην Τσιβιταβέκια.

Γράφει ταξιδιωτικά κείμενα και δοκίμια, τη δεκαετία του 1820 αρχίζει να δημοσιεύει διηγήματα και μέχρι το θάνατό του δημοσιεύει τρία μυθιστορήματα: την Αρμάνς (1827), Το κόκκινο και το μαύρο (1830) και Το μοναστήρι της Πάρμας (1839). Πεθαίνει στο Παρίσι από αποπληξία το 1842.























