22 Φεβρουαριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:15:01:08 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΟΙΗΣΗ «Αιχμηρή σαν δαντέλα χρησμού»

«Αιχμηρή σαν δαντέλα χρησμού»

E-mail Εκτύπωση

bressonΓια την ποιητική συλλογή της Λένας Καλέργη Περισσεύει ένα πλοίο (εκδ. Γαβριηλίδη).

Του Γιώργου Κ. Ψάλτη

Το βιβλίο Περισσεύει ένα πλοίο βρίσκει την ποιήτρια Λένα Καλλέργη στη θάλασσα της ζωής. Παρακολουθεί το ταξίδι ενός ποιητή, ο οποίος ξαναφτιάχνει τον κόσμο, προτείνει μία εκ του τίποτα δημιουργία του. Με την έννοια αυτή, ο αφηγητής είναι ένας «Δημιουργός». Μόνη πατρίδα είναι το σώμα του. Αυτό φέρει τις εμπειρίες, τις θλίψεις και τις βιωμένες χαρές. Ο ποιητής δεν περιορίζεται, γελάει με τα όρια. Τις στιγμές της έμπνευσης, δεν ανήκει πουθενά, είναι εντελώς ελεύθερος, ισχύει ως θεός. 

Ο ποιητής της Καλλέργη δεν μπορεί να παραμείνει στη «σιγουριά της Κιβωτού» επειδή δεν ξέρει τι είναι — «Δεν ξέρω τίποτε από πλοία». Αποδέχεται την προέλευσή του, την καταγωγή του, όμως δεν αντιλαμβάνεται σε αυτήν τη γαλήνη του, την σωτήρια. Οπότε, επιλέγει να ταξιδεύει, να πορεύεται. Κυρίως όμως αντιλαμβάνεται ότι θα χαθεί αν δεν φτιάξει ένα δικό του πλωτό. Όχι Κιβωτό, όχι πλοίο, απλώς ένα πλωτό. Που μπορεί να μην ορίζεται καν ως σκαρί. «Καιρός να φτιάξω ένα πλωτό δικό μου. / Ούτε από μένα ξέρω».

Η παραδεδομένη γλώσσα μπορεί να χαθεί. Ο ποιητής δεν την αποδέχεται ως έχει. Την ξαναπλάθει ως δική του, την βγάζει από τη φθαρτότητα του χρόνου, τη γλυτώνει από το να γίνει απλώς μαύρα σημάδια τυπωμένα σε χαρτί.

Χρειάζεται να έχει μια σταθερά. Να δημιουργήσει μια γλώσσα δική του, διότι η υπόλοιπη γλώσσα βρίσκεται σε διαρκή μεταφορά, που αιωρείται ανάμεσα σε χίλιους μύθους, σε άπειρους τρόπους αφήγησης και προσπάθειες πρόσληψης της ανθρώπινης συνθήκης. Η παραδεδομένη γλώσσα μπορεί να χαθεί. Ο ποιητής δεν την αποδέχεται ως έχει. Την ξαναπλάθει ως δική του, την βγάζει από τη φθαρτότητα του χρόνου, τη γλυτώνει από το να γίνει απλώς μαύρα σημάδια τυπωμένα σε χαρτί. Κι ο ρυθμός, παρέχει στις λέξεις την ελευθερία που προκύπτει από τη δυνατότητά τους να μην παραμένουν εγκλωβισμένες σε χαρτί.

Για τον ποιητή της Λένας Καλλέργη, οι αναγνώστες -αυτοί που προσπαθούν να ξαναβρούν μια γνώση- έρχονται στην ποίηση με αγωνία. Γιατί έστω ανεπαισθήτως αντιλαμβάνονται ότι «δεν κάνουν τα ψάρια τη θάλασσα / ούτε οι λέξεις τη γλώσσα». Ορίζουμε το νερό της θάλασσας ως συνάρτηση του ότι έχει αλάτι. Υπάρχουν τα ποτάμια και οι λίμνες. Όμως είναι προσωρινές καταστάσεις. Η θάλασσα ανέκαθεν υπήρχε και εσαεί θα υπάρχει. Θάλασσα είναι η ποίηση, όχι απλώς νερό.

Ο ποιητής μπορεί να βρει την έμπνευση σε μια χούφτα νερό. Αν όμως δεν το σεβαστεί, θα καταληφθεί από τη σιωπή. Δεν ευθύνεται γι’ αυτό η ποίηση. Η κάθε χούφτα νερό είναι το όλον, όποιος τη χρησιμοποιεί για να πετύχει κάτι άλλο, όποιος την υποτιμά επειδή εστιάζει σε έναν άλλο προορισμό, δεν αντιλαμβάνεται το μεγαλείο της.

Η ίδια η ποίηση, δεν ξέρει πώς να οριστεί. Αναρωτιέται σαν τη Σειρήνα της Οδύσσειας «αν μοιάζω με γυναίκα ή με πουλί / αν είναι η φύση μου αποστολή ή απόφαση». Η ποίηση γνωρίζει ότι η τύχη της στον κόσμο τον δικό μας εξαρτάται από τις πορείες που επιλέγουν οι ποιητές. Οι οποίοι είναι αναλώσιμοι. Είναι ευάλωτοι, η ποίηση προσβλέπει σε έναν άλλο τρόπο επικοινωνίας μαζί τους. Ακόμα κι αν είναι ξένοι, αν είναι βουβοί και κρύοι, τα μάτια της ασημίζουν όταν τους κοιτά. Κι ας πνίγεται κάθε φορά που ένας αναγνώστης δεν την καταλαβαίνει. Γιατί ποίημα δεν είναι αυτό που ορίζει ο συγγραφέας του ως τέτοιο, αλλά αυτό που ισχύει ως ποίηση στα μάτια του αναγνώστη.

«Μαζί, μας βλέπουν μόνο τα πουλιά»

Κι η ποίηση περιορίζεται από τη γλώσσα στην οποία έχει γραφτεί. Είναι ριζωμένη στο χώμα που γέννησε κάθε γλώσσα. Αυτό που κινείται, είναι η σιωπή που αφήνει ένα σπουδαίο ποίημα ή ένας σπουδαίος στίχος. Κι αυτό είναι το μόνο που μπορεί να ενώσει δύο ανθρώπους που βρίσκονται σε διαφορετικές όχθες. «Μαζί, μας βλέπουν μόνο τα πουλιά». Τα πουλιά μπορούν να πηγαίνουν πέρα-δώθε, μπορούν να βλέπουν αυτούς τους δύο αναγνώστες σαν να ήταν μαζί, σαν να ζουν στην ίδια ζωή. Επειδή δεν ξέρουν ότι εμείς οι άνθρωποι έχουμε εμπιστευτεί για την επικοινωνία μας τόσο πολύ τις λέξεις. Πως ελπίζουμε τα λόγια και το νερό που μας χωρίζει θα γίνουν οι γέφυρες που θα ενώσουν τις δύο όχθες και άρα, παρότι μιλάμε άλλες γλώσσες, παρότι ο καθένας έχει διαφορετική διάλεκτο, παρότι ο καθένας μας χρησιμοποιεί τη λέξη «μπλε» εννοώντας άλλη απόχρωσή του, θα καταφέρουμε επιτέλους να ενωθούμε.

Κάθε φορά που χρησιμοποιεί τη λέξη, βουτάει στη μνήμη της, βρέχεται στους λυγμούς της, τη βλέπει ως ξύλο, ως υλικό για σχεδία.

Το ιδιόλεκτο, η διάλεκτος του καθενός, αυτή που προσπαθούμε να μεταφράσουμε όταν επικοινωνούμε με κάποιον άλλον, είναι ριζωμένη στην παιδική μας ηλικία. Για το ποιητικό υποκείμενο του βιβλίου αυτού, για τη φωνή που μιλάει μέσω της Λένας Καλλέργη, «κάποτε /τα πιο τρομερά πράγματα στον κόσμο / ήταν η κουρτίνα και η ντουλάπα». Υφασμένο πανί και δουλεμένο ξύλο. Οπότε, όταν χρησιμοποιεί τη λέξη «ντουλάπα», νιώθει αλλιώς απ’ όπως ίσως ένας άλλος. Κάθε φορά που χρησιμοποιεί τη λέξη, βουτάει στη μνήμη της, βρέχεται στους λυγμούς της, τη βλέπει ως ξύλο, ως υλικό για σχεδία. Για έναν άλλο αναγνώστη, η ντουλάπα μπορεί να σημαίνει ασφάλεια, την κρυψώνα στην οποία έβρισκε την ησυχία ως παιδί. Για έναν άλλον, τον χώρο στον οποίο αποθήκευε βιβλία: βιβλιοθήκη. Και η κουρτίνα, ίσως απλώς προφυλάσσει από την έκθεση στους γείτονες, από το δημόσιο χώρο. Οπότε, για την Καλλέργη, ίσως οι δύο λέξεις πραΰνονται ακόμα και στην έκδοση ενός βιβλίου. Που είναι μία σχεδία, ένας τρόπος της να συνεχίσει να κινείται στην υγρή επικράτεια της ποίησης.

Τυχαία της ορίστηκαν η πατρίδα και η γλώσσα της. Ίσως δεν έχει πια τρόπο να συνδεθεί με όσα τη γέννησαν και όσα τη συνδιαμόρφωσαν στην παιδική της ηλικία. Όλοι οι άλλοι μιλάμε γλώσσες που αντιλαμβάνεται ως εσπεράντο, ως κατ’ ανάγκη οικουμενικές. Είμαστε όλοι αενάως περαστικοί στη συνεννόηση με τους άλλους.

«Δεν έχω τίποτα, ούτε ένα φύλλο μέντας / να δροσίσω τον άλυτο φθόγγο»

Οι Κήποι στην άμμο (Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2010) του πρώτου βιβλίου της έγιναν δέντρα, σπίτια που ανήκουν στη θάλασσα, που δεν θα φτάσουν στις όχθες. Η Καλλέργη δηλώνει την ταπεινότητα του ποιητή όταν λέει ότι «Δεν έχω τίποτα, ούτε ένα φύλλο μέντας / να δροσίσω τον άλυτο φθόγγο». Δεν μπορεί να προσφέρει στον αναγνώστη ούτε ένα φύλλο μέντας. Οπότε, δίνει τον λόγο στην ίδια την ποίηση. Η οποία ομιλεί ως γενναιόδωρος Δημιουργός. Προσφέρει χρυσό, που της επιστρέφεται ως στάχτη. Φύση που περιορίζεται μέσα σε βιβλία. Νησιά που για να τα αντιληφθούμε τα χτίζουμε.

Εμείς δίνουμε στην ποίηση πρόσωπο. Γινόμαστε ιερόσυλοι. Εικονολάτρες εικόνων που φτιάξαμε όπως εμείς είχαμε ανάγκη. Φτιάχνουμε μια πορεία, την πορευόμαστε με παρωπίδες, περιφρονούμε και αψήφιστα γκρεμίζουμε ιερά που προϋπήρχαν. Η ποίηση δεν μπορεί να περικλειστεί στη σκέψη ενός ανθρώπου. Η ποίηση, ο Δημιουργός, ο θεός, δεν μπορεί να οριστούν από κανέναν, επειδή οι σκέψεις μας είναι προϊόντα της γλώσσας, των λέξεων, και άρα οι ορισμοί που δίνουμε ενέχουν τους ατομικούς ή συλλογικούς μας περιορισμούς, τις δεδομένες αδυναμίες μας.

Πώς να ορίσουμε τον θάνατο; το μόνο βέβαιο που μας συμβαίνει; «Τι μαύρος που είναι ο θάνατος», λέει η Καλλέργη. Δεν φαίνονται οι πληγές του, δεν μπορεί να ακούσει όλη την αλήθεια. Το μαύρο όμως πηγαίνει σε όλους. Μας κολακεύει. Γινόμαστε ο αποχωρισμός. Ο καθένας από εμάς αντιλαμβάνεται προφανώς την περατότητα της ατομικής του σκέψης. Όπως λέει ο Πλάτωνας, «Κι η ψυχή, αν θέλει να γνωρίσει τον εαυτό της, σε ψυχή πρέπει να κοιτάξει».

kallergiΟπότε, η Καλλέργη γυρίζει να δει ποιοι βρίσκονται γύρω της. Στο ποίημα «Διαλέγοντας φίλους», ο αφηγητής δέχεται ως δώρο ένα μαύρο φόρεμα. Στον δωρητή, δίνει μία φωτογραφία της, για να τη βλέπει και άρα να υπάρχει. Ζητά από τον δωρητή να μείνει πλάι της, να την κρατά στον κόσμο. Για την ποιήτρια, έτσι εκδηλώνεται η πίστη. Αυτός, είναι ένας συνοδοιπόρος, ένα φίλος που δεν θα μπορούσε να φύγει πριν το τέλος, ούτε να τον πάρει ο ύπνος. Είναι πανταχού παρών και πάντα αγνοημένος. Νιώθει βαρύς. Το αμέσως επόμενο ποίημα λέγεται «Λιτανεία της άνοιξης». Μιλάει για τον Επιτάφιο. Είμαστε πάντα πιο λίγοι και περισσεύουμε του νεκρού. Η λέξη «περισσεύει» είναι καθοριστική, αφού τη συναντάμε και στον τίτλο του βιβλίου. Η ποιήτρια δεν σαστίζει μπροστά στον θάνατο. Για την ίδια, έχει δει να πεθαίνει ο πρώτος της έρωτας, να μην έχουν πια ζωή παλιοί καθηγητές της, να έχουν ηττηθεί από τον χρόνο παιδικοί της φίλοι. Αυτοί που πεθαίνουν είναι κάτι περισσότερο από αυτούς που συνεχίζουν, από αυτούς που διαπιστώνουν τις απουσίες. Δεν είναι ντροπή ο θάνατος. Ντροπή είναι να περιορίζεται σε σώματα. Σε κορμιά που χρειαζόμαστε να στολίσουμε με λουλούδια.

Μπορούμε να συντηρούμε ό,τι θέλουμε στη μνήμη μας. Αναλωνόμαστε στη φροντίδα των άλλων, και όταν μένουμε μόνοι, ίσως αργά το βράδυ, φτιάχνουμε τον τρόπο που θυμόμαστε, τον τρόπο που βλέπουμε τους άλλους και μας βλέπουν εκείνοι. Έτσι κάνουμε εμείς, το πλήρωμα της Κιβωτού που πάει και πάει. Στις «Δοξασίες των δρόμων», η Καλλέργη προτείνει ότι η μνήμη είναι εύπλαστη. Αναλόγως των λέξεων που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε τις εμπειρίες μας. Αυτό είναι κάτι που προσωπικά καταλαβαίνω πολύ καλά. Μέχρι τα 38 μου, εστίαζα στην δραστηριότητά μου ως επιχειρηματίας. Θα μπορούσα να αναφέρομαι στα χρόνια αυτά ως χαμένα. Όμως δεν είναι. Ήταν ο δρόμος που είχα ανάγκη να ακολουθήσω. Ήταν το θερμοκήπιό μου. Ο χώρος που ετοιμαζόμουν, χωρίς να ξέρω για ποιο λόγο.

Πατρίδα είναι δύο δρόμοι λουσμένοι στον ήλιο.

Ο ένας πηγαίνει σε χωράφια με παιδικά γόνατα κι ανηφόρες με άγουρη πρασινάδα, μ' ένα ορυχείο στα βάθη του κήπου και πέτρες πληγωμένες από ιδανικούς κέδρους, με τη μεγάλη απαγόρευση να δεσπόζει στον ύπνο των μoβ λουλουδιών.

Ο άλλος οδηγεί στη χώρα μου.

Η φωνή της Καλλέργη επιστρέφει στην πόλη που είχε, που την γέννησε. Η πόλη αυτή δεν έχει πια όνομα. Συνεχίζει κι ελπίζει, ως τρελή ελπίζει στα άγνωστα κύματα της γενέθλιας γης.

Ο καθένας από εμάς, έχει μια πατρίδα που του δόθηκε και μια που μπορεί να αποκτήσει. Την εντελώς δική του πατρίδα. Η φωνή της Καλλέργη επιστρέφει στην πόλη που είχε, που την γέννησε. Η πόλη αυτή δεν έχει πια όνομα. Συνεχίζει κι ελπίζει, ως τρελή ελπίζει στα άγνωστα κύματα της γενέθλιας γης. Αλλά ξέρει ότι τα προϊόντα του τόπου που μας έχουν παραδοθεί μάς εγκλωβίζουν στη συντήρησή τους. Η ποιήτρια καλείται να κάνει την αλλαγή. Όμως δεν θέλει κάτι παραπάνω από την ησυχία ώστε να είναι για την ίδια πατρίδα. Δεν θέλει να κάψει τους παλιούς θεούς, να σβήσει τους νόμους. Της λένε ότι δεν θα κινδυνεύσει από τη φωτιά. Ότι την προφυλάσσει το νερό που την κυκλώνει. Δηλαδή η θάλασσα της ποίησης. Το μόνο που ζητάει η ποιήτρια είναι να έχει ως πατρίδα τον εαυτό της.

Ξέρει ότι οι πόλεις θρυμματίζονται από τις γειτονιές τους. Ότι το μερικό συνθλίβει το όλον. Κρίνει ότι όπως οι πόλεις που έγιναν μυθικές από τη Λογοτεχνία -όπως η Βερόνα- αν γίνουν οικείες χάνουν τον μύθο τους, έτσι και οι έρωτες, από κοντά γίνονται καθημερινότητα. Γίνονται γειτονιά.

Από την άλλη, «ο άνεμος φεύγει κι αν σταθεί, πια δεν είναι».

Ένας σπουδαίος Αμερικανός ποιητής, ο Charles Simic, έχει γράψει ότι το αγαπημένο ταξίδι ενός ποιητή είναι αργά το βράδυ στο ψυγείο του, να δει αν έχει μείνει ζαμπόν και μπίρα. Για την Καλλέργη, οι ποιητές είναι ταξιδιώτες που δεν θέλουν να ταξιδεύουν, που ψάχνουν την πατρίδα που νόμιζαν πως είχαν. Εκφράζουν την ανάγκη για την ατόφια πατρίδα, τον διαυγή χώρο που χρειαζόμαστε όλοι για να είμαστε σε αρμονία με την ύπαρξή μας, για να μπορούμε να διαχειριστούμε τον αναπόφευκτο θάνατό μας. Η Λένα Καλλέργη είναι ταγμένη σε αυτήν την αναζήτηση. Είναι διαθέσιμη στην ποίηση, που για εκείνη ταυτίζεται με τον Δημιουργό, με τον έρωτα, με τον θάνατο.

Πώς έφτασε ως εδώ, στον χειμώνα της ενήλικης ζωής; Η αθωότητα της πρώτης νεότητας χάνεται, το όνομα που της δόθηκε δεν ισχύει για αυτήν ως ποιήτρια. Είναι γενναία καράβια οι ποιητές, αποκτούν το σχήμα της δυνατότητάς τους, η λάμψη είναι καλά κρυμμένη στο βλέμμα τους. Οι ηττημένοι βίοι δεν έχουν υπομονή, δεν βρίσκουν ελπίδα, ο καθένας κινείται με το καράβι που φέρει, με ένα σκαρί που χαλάει στο πέλαγος.

Όσο κι αν αλλάξουμε στη ζωή μας, το σώμα μας παραμένει ως ο καμβάς που μας κουβαλάει.

Όταν σπούδαζα Διοίκηση και Οργάνωση Διεθνών Επιχειρήσεων, είχα πάρει ως επιλογή ένα μάθημα Ιστορίας της Τέχνης. Από αυτά που μου είχαν κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν η επιλογή του ζωγράφου Paul Gaugin να αφήσει την ασφάλεια του Παρισιού και να εγκατασταθεί στην Ταϊτή, αλλάζοντας εντελώς ζωή, για να αφοσιωθεί στην τέχνη του. Μου έκανε λοιπόν μεγάλη έκπληξη όταν στο σημείο αυτό του βιβλίου συνάντησα ένα ποίημα με τίτλο «Ρεμβασμός του Paul Gaugin». Ένας άνθρωπος που ακυρώνει το ξεκίνημά του, που καθίσταται ποιητής χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα τι πρόκειται εφεξής να γίνει. Όμως δεν έχει σημασία. Επειδή η «Αν η φωνή» τον κάλεσε και πήγε.

Αν η φωνή
(βουή των φύλλων
με κόψη στον άνεμο

αναπάντεχη ακτή
τόσο αρχαία
τόσο άγρυπνη

τιτίβισμα
πρωινός βρυχηθμός
των αγγέλων

αιχμηρή
σαν δαντέλα χρησμού)

με καλέσει

θα πάω.

Οπότε, καθώς πλησιάζουμε στο τέλος του βιβλίου, η Λένα Καλλέργη φροντίζει να μην αφήσει σε εκκρεμότητα κάτι. Τακτοποιεί τα μεγάλα πριν προχωρήσει στο συγκεκριμένο. Από τον ουρανό, από τη γη -το χώμα-, από τη θάλασσα, από τον κόσμο, «ένα πλοίο περισσεύει». Οι εικόνες μάς περιορίζουν. Βλέπουμε λιγότερα από όσα ισχύουν. Ένα πλοίο χρειάζεται τρία πράγματα. Σημαία, όνομα, καπετάνιο. Να έχει προέλευση, να έχει ταυτότητα, κάποιος να κάνει το κουμάντο – να έχει δηλαδή κατεύθυνση. Άπαξ και συλληφθεί ένα πλοίο, είναι πιο δυνατό απ’ όσο μπορεί κανείς να φανταστεί. Πιο έτοιμο, πιο πλήρες. Όπως λέει ο Σαίξσπηρ στον Άμλετ, «Ω Οράτιε, υπάρχουν πράγματα στους ουρανούς και στη γη που οι επιστήμες σου δεν μπορούν καν να φανταστούν». Όπως επίσης, είναι λίγο δύσκολο να φανταστούμε μια γλώσσα να χάνεται, ενώ έχει τόσο πολλές φορές συμβεί.

«Αν όμως είχα / ένα πανί».

Οφείλω να επισημάνω ότι η ιδιότητα της Καλλέργη ως Γλωσσολόγου διατρέχει όλο το βιβλίο. Όπως όλα τα ποιητικά βιβλία που ξεχωρίζουν, το Περισσεύει ένα πλοίο έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Εν προκειμένω, ένα είναι η γλώσσα -η καταγωγή, η πορεία, η εξέλιξή της-, ένα είναι μια ερωτική ιστορία, και ένα είναι ένας διαρκής ορισμός της ποιητικής, που νομίζω ότι είναι το πιο σημαντικό. Γιατί κάθε καλό ποίημα μπορεί να διαβαστεί και ως αναφορά στην ίδια την ποίηση.

Στο ποίημα «Αποχαιρετισμός στη γλώσσα», τα σώματα χαλάνε και φεύγουν, μας θυμούνται αν τύχει να γραφτεί κάτι για εμάς. Αλλιώς, είμαστε κι εμείς σαν μια γλώσσα που σβήνει. Όλο και λιγότεροι μιλάνε για εμάς, ώσπου έρχεται η σιωπή της ανωνυμίας. Ασχέτως δυνατοτήτων, σε κάποια χρονική στιγμή, σβήνουμε όλοι. Όμως τίποτε απ’ όσα ήμασταν δεν χάνεται. Απλώς, εκκρεμεί ο τρόπος της μεταφοράς του. Όλα συνεχίζουν αν τους δοθεί ο τρόπος. Ό,τι χάνει τη σχεδία του δεν παύει να υπάρχει. Περιπλανιέται μέχρι να επινοηθεί ξανά το σκεύος της μεταφοράς του.

Ένα πλοίο είναι αυτό που θα μπορούσαμε να έχουμε γίνει. Το ζητούμενο είναι ένα. «Να μην πνιγεί. Να πηγαίνει». Ασχέτως του σκαριού που μας δόθηκε. Ποτέ δεν είχαμε την ευθύνη του. Με το πλοίο που μας δόθηκε, εντός ή εκτός στόλου, συνεχίζουμε. «Αν όμως είχα / ένα πανί».

* Ο Γιώργος Κ. Ψάλτης είναι ποιητής. 

ploioΠερισσεύει ένα πλοίο
Λένα Καλέργη
Εκδ. Γαβριηλίδης 2016
Σελ. 56, τιμή εκδότη: 9,54

politeia link

 

 

 

 

 ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ ΚΑΛΕΡΓΗ

 

* Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου στο art bar Poems and crimes στις 24 Νοεμβρίου 2016.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ο πολυφωνικός μονόλογος της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

Ο πολυφωνικός μονόλογος της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

Για το βιβλίο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι (εκδ. Καστανιώτη).

Της Άλκηστης Σουλογιάννη

Εσωτερικές διαδρομές μέ...

«Να πας κι εσύ, βρε αδελφέ, έναν τάφο πιο κάτω»

«Να πας κι εσύ, βρε αδελφέ, έναν τάφο πιο κάτω»

Για την ποιητική συλλογή της Φωτεινής Βασιλοπούλου Πρωσικό μπλε (Οι εκδόσεις των φίλων)

Της Διώνης Δημητριάδου

[...] Στάσου μονάχος και θα ...

Το σκοτεινό αντικείμενο του πάθους

Το σκοτεινό αντικείμενο του πάθους

Για την ποιητική συλλογή της Σοφίας Διονυσοπούλου Ψυχές στην ερημιά του (εκδ. Το Ροδακιό).

Της Κλεοπάτρας Λυμπέρη

Σ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Πάνε πια τα παιδιά, δεν υπάρχουν»

«Πάνε πια τα παιδιά, δεν υπάρχουν»

Για την παράσταση Βίκτωρ ή τα παιδιά στην εξουσία, του Roger Vitrac, σε σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη, η οποία παρουσιάζεται στο Θέατρο Τέχνης - Κάρολος Κουν, στη σκηνή της Φρυνίχου.

Του Νίκου...

«Με έναν περίεργο τρόπο, αυτός ο ζόφος μου δίνει κουράγιο»

«Με έναν περίεργο τρόπο, αυτός ο ζόφος μου δίνει κουράγιο»

Είναι μια γεμάτη χρονιά φέτος για τον Δημήτρη Καραντζά. Μετά το τέλος των παραστάσεων της «Δωδέκατης Νύχτας» στο Εθνικό Θέατρο, ανέβασε στις αρχές Φεβρουαρίου στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων την «Πλατεία Ηρώων», το κύκνειο άσμα του Τόμας Μπέρνχαρντ. Από τις 20 Φεβρουαρίου επαναλαμβάνει την...

Ένα χαμόγελο στον Ηλεκτρικό

Ένα χαμόγελο στον Ηλεκτρικό

Για την παράσταση Αθήνα, Γραμμή 1, σε σκηνοθεσία Σοφίας Βγενοπούλου, η οποία παρουσιάζεται και απόψε στη Μικρή Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.

Του Νίκου Ξένιου

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube