
Για τη συλλογή του Χοσέ Αντόνιο Ράμος Σούκρε (José Antonio Ramos Sucre) «Ποιήματα» (μτφρ. Στέργιος Ντέρτσας, εκδ. Μετρονόμος).
Γράφει ο Δημήτρης Μπαλτάς
Είναι κάποια βιβλία που μπορεί κανείς να μιλά ώρες για αυτά, να τα κουβεντιάζει και συνεχώς να προκύπτουν νέες ατραποί ερμηνείας και συλλογισμού. Αναμφίβολα, σε αυτά ανήκουν τα ποιήματα του José Antonio Ramos Sucre (1890-1930), ενός από τους πιο σημαντικούς ποιητές της Βενεζουέλας και της Λατινικής Αμερικής, τα οποία προσεγγίζουμε χάρη στην υποδειγματική μετάφραση του Στέργιου Ντέρτσα, που κυκλοφορήθηκαν από τις εκδόσεις Μετρονόμος (2025).
Ήδη από την εισαγωγή του Ντέρτσα στην παρούσα έκδοση αντιλαμβανόμαστε ότι η ιδιοπροσωπία του αυτόχειρα ποιητή σκιαγραφείται πολυεπίπεδη. Ανήκει στη γενιά του ʼ18 της Βενεζουέλας, η οποία αισθητικά κινείται μεταξύ μοντερνισμού και πρωτοποριακών ρευμάτων χωρίς όμως ισχυρές αγκυλώσεις. Τούτο σημαίνει ότι οι ποιητές αυτής της γενιάς δεν υπηρέτησαν πιστά κάποια αισθητική αλλά κινήθηκαν σε ένα ευρύ φάσμα αισθητικών τεχνοτροπιών. Και σίγουρα ο José Antonio Ramos Sucre δεν μπορεί να θεωρηθεί εκπρόσωπος ενός αποκρυσταλλωμένου ποιητικού ρεύματος.
Ένα δεύτερο θεμελιώδες χαρακτηριστικό του ποιητικού λόγου έγκειται στη μορφή. Ο ποιητής μετέρχεται του πεζού ποιήματος ως μέσου, όπου διοχετεύει την ποιητική του υπόσταση. Ισορροπεί μεταξύ ποιητικότητας και αφήγησης πετυχαίνοντας τη συντομία και κατ’ επέκταση τη συμπαγή δομή του ποιήματος, και τη σφιχτοδεμένη συσπείρωση των εκφραστικών τρόπων χάρη στην πύκνωση του λόγου και την εκφραστική ακρίβεια. Οι δε εξωτερικές αναφορές (τόπος, χρόνος, πρόσωπα, πραγματολογικά στοιχεία, κ.ά.) καλύπτονται από την αχλή της διακειμενικότητας. Ο ποιητής αξιοποιεί πληθώρα ιστορικών-μυθολογικών επεισοδίων, προσώπων και γεγονότων, μπολιάζοντας την ποιητική του ιστορία, ενώ, παράλληλα, το ποιητικό εγώ αναφαίνεται ιδιαίτερα ισχυρό και ετερόνομο.
Ο λόγος είναι άμεσος και διαπεραστικός, προκαλώντας δικαιολογημένη έκπληξη στον αναγνώστη, ίσως και κάποια αμηχανία.
Αυτή η μορφική και εκφραστική υβριδικότητα εντείνεται από την παρουσία του φανταστικού και, ενίοτε, σουρεαλιστικού στοιχείου, κατά τόπους ενισχυμένου με μια σοκαριστική κυνικότητα. Ας δούμε δύο παραδείγματα. «Η περιέργεια με ώθησε σε έναν γάμο δυστυχισμένο και παντρεύτηκα απρογραμμάτιστα μια νέα που είχε τα χαρακτηριστικά του φυσικού μου παρουσιαστικού, βελτιωμένα όμως από μια γνήσια λεπτότητα. Φερόμουν σε αυτήν με μια αφ’ υψηλού περιφρόνηση, δείχνοντάς της την ίδια αγάπη που θα έδειχνα σε μια συναρμολογούμενη κούκλα. Σύντομα βαρέθηκα εκείνο το παιδικό πλάσμα, ενοχλητικό κατά διαστήματα, κι αποφάσισα να το αφανίσω για να εμπλουτίσω τις εμπειρίες μου» («Η ζωή του καταραμένου», σ. 23). Ο λόγος είναι άμεσος και διαπεραστικός, προκαλώντας δικαιολογημένη έκπληξη στον αναγνώστη, ίσως και κάποια αμηχανία.
Το φανταστικό στοιχείο
Από την άλλη, το φανταστικό στοιχείο πολλάκις συνυφαίνεται με την ασθματική και παραληρηματική διάσταση της γραφής του ποιητή, η οποία κινείται εμμονικά γύρω από το συνεχώς επαναλαμβανόμενο Εγώ. «Το φάντασμά σου ήρθε από την απόσταση, μες στο βουβό καράβι, κατευθυνόμενο από το πέταγμα ενός λαβωμένου άλμπατρος» («Το πλοίο των ψυχών», σ. 35). Στο συγκεκριμένο ποίημα, όπως και στο προηγούμενο («Το όνομα», σ. 34), το φανταστικό στοιχείο υπηρετεί η μορφή ενός πουλιού, επιτρέποντας αφενός τη συνομιλία μεταξύ των ποιητικών κειμένων και αφετέρου -λειτουργώντας ως σύμβολο- νομιμοποιώντας τη μυθική-εξωπραγματική διάσταση στην οποία μάς μεταφέρει η ποιητική φωνή.
Ένα ακόμα στοιχείο που δεν πρέπει να παραβλέψει ο αναγνώστης σχετίζεται με το γεγονός ότι ο José Antonio Ramos Sucre υπέφερε από έντονες ψυχικές διαταραχές και από αϋπνίες
Αξίζει να σκεφτούμε γιατί ο ποιητής καταφεύγει σε αυτές τις επιλογές. Γιατί επιθυμεί να ξεφύγει από την πραγματικότητα και να μεταφερθεί στο πεδίο του φανταστικού; Γιατί οι μορφές και οι καταστάσεις ντύνονται με τον μανδύα του μύθου; Μια κάπως απλουστευμένη απάντηση θα εστίαζε στο γεγονός ότι με αυτόν τον τρόπο υπηρετείται καλύτερα η υπαινικτικότητα και η κρυπτικότητα του ποιητικού λόγου. Ότι τα σημαινόμενα, δηλαδή, καλύπτονται από πολλαπλά εκφραστικά επιστρώματα σημαινόντων, δίνοντας το ελεύθερο στον αναγνώστη να τα βιώσει και να τα νοηματοδοτήσει με τον δικό του τρόπο. Επιτρέποντας ενδιαφέρουσες συζητήσεις γύρω από τα ποιητικά κείμενα, όπως ειπώθηκε και στην αρχή. Ωστόσο, θεωρούμε ότι η ποιητική πρόθεση δεν σταματά εδώ. Αντίθετα, κλείνει το μάτι στην οικουμενικότητα της ποίησης του José Antonio Ramos Sucre, ειδικά αν λάβουμε υπόψη μας το ποίημα «Εγκώμιο της μοναξιάς» (σ. 20), όπου το ποιητικό υποκείμενο, συζητώντας για τη μονήρη ζωή του, γράφει: «Παίρνω την εφημερίδα, όχι σαν τον εισοδηματία για να ʼχει νέα για την περιουσία του, παρά για να ʼχω μαντάτα από την οικογένειά μου, που είναι όλη η ανθρωπότητα. Δεν αποφεύγω το καθήκον μου ως φρουρού για οτιδήποτε είναι αδύναμο κι είναι ωραίο, αποτραβηγμένος στο κελί της μελέτης μου».
Ένα ακόμα στοιχείο που δεν πρέπει να παραβλέψει ο αναγνώστης σχετίζεται με το γεγονός ότι ο José Antonio Ramos Sucre υπέφερε από έντονες ψυχικές διαταραχές και από αϋπνίες, κάτι που έχει επηρεάσει σημαντικά τη γραφή του ως προς την παρουσία του φανταστικού στοιχείου, των ονείρων, των οραμάτων, του ασυνείδητου, αλλά και της επίμονης και οδυνηρής διερεύνησης του μυαλού και της σκέψης, καταστάσεις που ορισμένες φορές τον απελπίζουν και διεγείρουν τον φόβο στη μοναχική βιωτή του. «Εγώ υπέφερα από την τόλμη της σκέψης μου. Ένα κακότροπο σχήμα αντέγραφε το αντικείμενο των παραληρημάτων μου κι υπαινισσόταν με μια χειρονομία τη θέα ενός μαρτυρίου» («Το χνάρι», σ. 40).
Ο Ντέρτσας στην Εισαγωγή του σημειώνει ότι ο José Antonio Ramos Sucre θεωρείται και «ένας από τους προδρόμους του λατινοαμερικανικού φανταστικού διηγήματος» (σ. 10), καθώς και «ένας από τους μεγάλους προδρόμους της λατινοαμερικανικής μικρομυθοπλασίας (ή της σύντομης αφηγηματικής φόρμας)» (σ. 13), διαπιστώσεις οι οποίες νομιμοποιούνται από την ειδολογική υβριδικότητα των ποιημάτων του, καθώς η ποίησή του σπάει τα στεγανά του στίχου, του μέτρου, της ομοιοκαταληξίας και εν γένει των αυστηρών ποιητικών κανόνων, ενώ αποτελεί και μια ιδιαίτερα ξεχωριστή περίπτωση από την άποψη του πλούσιου θεματικού πλέγματος, όπου εκτείνεται.
Προσεγγίζοντας το βιολογικό τέλος με βεβαιότητα
Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταφυσική όχι ανησυχία αλλά βεβαιότητα και εσώτερη επιθυμία του ποιητικού υποκειμένου και η αδιατάρακτη ηρεμία και βαθιά στοχαστικότητα με την οποία αντιμετωπίζει το βιολογικό τέλος, όπως τουλάχιστον αυτή εκφράζεται στο πυκνό και με τον ολωσδιόλου τυχαίο τίτλο «Ωμέγα» (σ. 41):
«Όταν ο θάνατος ανταποκριθεί επιτέλους στην ικεσία μου κι οι ενδείξεις του θα μ’ έχουν εξοικειώσει με το μοναχικό ταξίδι, εγώ θα επικαλεστώ μια εαρινή ύπαρξη με σκοπό να αιτηθώ την παρουσία της αρμονίας μιας υπέρτατης καταγωγής, και μία ατελείωτη ανακούφιση θα αναπαυτεί στην όψη μου.
»Τα απομεινάρια μου, κρυφά στον κόρφο της σκοτεινιάς και ζωηρά από μια άμορφη ζωή, θα αποκριθούν από την εξορία τους στον μαγνητισμό μιας φωνής ανήσυχης, αρθρωμένης σε κάποια ακτή γυμνή.
»Η εύγλωττη σιωπή, όμοια με ένα μαζεμένο φεγγάρι πάνω στην όραση ενός πετούμενου που υπνοβατεί, θα εμποδίσει το απρόσωπό μου όνειρο μέχρι την ώρα της βύθισής του, με το όνομά μου, στη μεγαλόπρεπη λησμονιά».
Το δίπολο μνήμη-λήθη επανέρχεται ως μοτίβο σταθερά στην ποίηση του José Antonio Ramos Sucre. Στην ανοιχτωσιά της μνήμης, το παρελθόν διαστέλλεται δίνοντας το έναυσμα στην ποιητική αφήγηση, ενώ η λήθη επικρέμαται και τρομάζει τον ποιητή η αβεβαιότητα της μέλλουσας τύχης. Παρ’ όλα αυτά, εκείνος ψιθυρίζει τη μοναχική αλήθεια του με πόνο αλλά και συνέπεια, χωρίς να προλάβει να δει την ευρεία απήχηση των έργων του και την αναγνώριση που του αποδόθηκε πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του.
*Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΤΑΣ είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή Υπό καθεστώς ομηρίας (εκδ. Μετρονόμος, 2025).
Λίγα λόγια για τον ποιητή
Ο Χοσέ Αντόνιο Ράμος Σούκρε ήταν Βενεζουελάνος ποιητής, καθηγητής και διπλωμάτης. Ήταν δισέγγονος του Αντόνιο Χοσέ ντε Σούκρε, στρατηγού και πολιτικού, που υπηρέτησε ως πρόεδρος της Βολιβίας.

Φοίτησε στο Εθνικό Κολλέγιο και στη συνέχεια στο Κεντρικό Πανεπιστήμιο της Βενεζουέλας, όπου σπούδασε νομική και φιλολογία. Εργάστηκε ως μεταφραστής και διερμηνέας στο Υπουργείο Εξωτερικών. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της χώρας του.
























