x
Διαφήμιση

29 Μαρτιου 2020

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:08:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑ Η «ετερογένεια» του φασισμού: από τον Μαρξ στον Φρόιντ και τανάπαλιν

Η «ετερογένεια» του φασισμού: από τον Μαρξ στον Φρόιντ και τανάπαλιν

E-mail Εκτύπωση

altΔυο σημαντικοί θεωρητικοί του 20ού αιώνα, ο Georges Bataille και ο Sigmund Freud με αφορμή δύο έκκεντρες μελέτες τους.

Του Μύρωνα Ζαχαράκη

Τι έχει άραγε να μας πει σήμερα μια ακόμη μελέτη για τον φασισμό; Δεν είναι ήδη αρκετά γνωστές οι αιτίες και οι ιστορικές λεπτομέρειες της επικράτησης και της παρακμής του; Τι είναι αυτό που καθιστά τόσο σημαντικό ή ενδιαφέρον ένα κείμενο που γράφτηκε από έναν Γάλλο λογοτέχνη στη δεκαετία του ’30; Η εμπειρία του Hitler και Mussolini για την Ευρώπη και την ανθρωπότητα γενικά, αλλά και η οριστική συντριβή τους, καθόρισε πραγματικά τον μεταπολεμικό κόσμο. Δε θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι η ερμηνεία του φασισμού μέχρι και σήμερα στενά θεμελιώνει τη μεταπολεμική ερμηνεία της προόδου. Πιο απλά: η αντιφασιστική ρητορική εξακολουθεί να παραμένει ένα από τα ισχυρότερα όπλα στο οπλοστάσιο των σημαντικότερων πολιτικών ιδεολογιών (φιλελευθερισμός, συντηρητισμός, σοσιαλισμός). Αυτός είναι και ο λόγος που κάθε απόπειρα επιστημονικής κατανόησης του φασισμού προσκρούει σε βαθύτατες ιδεολογικές παραδοχές. Είναι σύνηθες φαινόμενο στις πολιτικές διαμάχες, η κάθε πλευρά είναι επιρρεπής στο να αντιλαμβάνεται όλες τις άλλες ως ένα ενιαίο σύνολο, απέναντι στο οποίο αποτελεί η ίδια τη μοναδική γνήσια εναλλακτική. Έτσι, ο φασισμός κατά κανόνα αντιμετωπίζεται ως μομφή που κάθε πολιτική πλευρά επιχειρεί να αποδώσει στις υπόλοιπες. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η επιστήμη και η πολιτική διαπλέκονται στενά.

Σύμφωνα με την κλασική μαρξιστική θεωρία, ο φασισμός είναι μηχανισμός άμυνας που χρησιμοποιεί η αστική τάξη προκειμένου να επαναφέρει την ταξική ισορροπία σε περίοδο ισχυρής οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Δεν υπάρχει κάποια νομοτελειακή κατεύθυνση προς τον φασισμό, αλλά κάθε καπιταλιστικό έθνος φέρει μέσα του σπέρματα φασισμού κατά την ιμπεριαλιστική του περίοδο (Paul Sweezy). 

Συγκεκριμένα, οι κύριες ερμηνευτικές τάσεις των ιστορικών για τον φασισμό (και τον ναζισμό εννοείται), είναι τρεις: η ερμηνεία του ως αντιμπολσεβικιστικού κινήματος, η αντιμετώπισή του ως αντιφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού (συμμετρικού προς τον κομουνισμό), και η καταγραφή του ως παθολογικού φαινομένου της γερμανικής κοινωνίας. Η πρώτη ερμηνεία είναι περισσότερο συμβατή με αριστερές πολιτικές προσεγγίσεις, η δεύτερη εκφράζεται κυρίως από τη φιλελεύθερη και τη συντηρητική Δεξιά, και τέλος, η τρίτη διατυπώνεται συνήθως από διάφορες πτυχές της Άκρας Δεξιάς, χωρίς όμως να αποκλείονται αλληλοπεριχωρήσεις και συνδυασμοί επιμέρους ερμηνευτικών παραδοχών. Όταν αρχικά εμφανίστηκαν στην Ευρώπη τα φασιστικά κινήματα κατά τη δεκαετία του ‘20, αρχικά συνδέθηκαν από πολλούς με τις ιδιαίτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες χωρών όπως η Ιταλία και η Γερμανία, που είχαν μακρά ιστορία αυταρχισμού και που οι παλιές δομές τους δεν είχαν αφομοιώσει αποτελεσματικά το φιλελεύθερο μοντέλο. Επηρεασμένοι από τις ιδιαίτερα αυταρχικές πρακτικές του φασισμού, κάποιοι ερευνητές θα τοποθετήσουν τα αντιδημοκρατικά κινήματα του κομουνισμού και του φασισμού κάτω από την κοινή έννοια του ολοκληρωτισμού, αντιπαραθέτοντάς τα στις φιλελεύθερες Δημοκρατίες της Δύσης. Πρωτοπόροι σε αυτό ήταν ο Karl Popper, η Γερμανοεβραία φιλόσοφος Hannah Arendt, καθώς και οι πολιτικοί επιστήμονες Carl Joachim Friedrich και Zbigniew K. Brzezinski. Στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, η ερμηνεία του ολοκληρωτισμού καθιερώθηκε στη Δύση, καθώς την εξυπηρετούσε με το να μεταφέρει τον αντιφασιστικό πατριωτισμό στον αντικομουνιστικό αγώνα. Με τη σειρά της, η Κομουνιστική Διεθνής (“Comintern”) ισχυρίστηκε ότι τα φασιστικά κινήματα αποτελούν την «τρομοκρατική δικτατορία του μεγάλου κεφαλαίου», το οποίο χρησιμοποιεί ένοπλες περιθωριακές ομάδες μικροαστών προκειμένου να αναχαιτίσει την άνοδο του προλεταριάτου. Είναι γεγονός ότι η Comintern ταύτιζε τον φασισμό με την αστική τάξη και τα συμφέροντά της και χαρακτήριζε φασίστες ακόμη και τους σοσιαλδημοκράτες. Σύμφωνα με την κλασική μαρξιστική θεωρία, ο φασισμός είναι μηχανισμός άμυνας που χρησιμοποιεί η αστική τάξη προκειμένου να επαναφέρει την ταξική ισορροπία σε περίοδο ισχυρής οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Δεν υπάρχει κάποια νομοτελειακή κατεύθυνση προς τον φασισμό, αλλά κάθε καπιταλιστικό έθνος φέρει μέσα του σπέρματα φασισμού κατά την ιμπεριαλιστική του περίοδο (Paul Sweezy).  

Η συγκεκριμένη θέση είναι συμβατή με τη «μαρξική» (όρος που παραπέμπει στον ίδιο τον Marx, σε αντιδιαστολή με τους διάφορους «μαρξιστές») θεωρία δομής και εποικοδομήματος. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους Marx και Engels,  αρχή της ιστορίας είναι η ικανοποίηση των υλικών αναγκών και οι παραγωγικές σχέσεις που αυτή απαιτεί. Αυτός είναι ο ιστορικός υλισμός του μαρξισμού, σύμφωνα με τον οποίο η παραγωγή αγαθών και όχι οι ιδέες κινούν την ιστορία. Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης, η πνευματική παραγωγή (εποικοδόμημα) νοείται ως αποτέλεσμα των οικονομικών δυνάμεων της κοινωνίας (δομή). Το ιδεολογικό εποικοδόμημα έχει δηλαδή ως αποστολή τη σύνδεση των ατόμων της κοινωνίας μεταξύ τους, καθώς και την προσαρμογή αυτών στους κοινωνικούς τους ρόλους. Η ιδεολογία εξασφαλίζει τη διατήρηση της συνοχής μέσα στη ταξική κοινωνία, δικαιολογώντας την εκμετάλλευση στα μάτια όσων την υφίστανται. Η ιδεολογία είναι λοιπόν το «γενναῖον ψεῦδος» της ταξικής κοινωνίας, για να θυμηθούμε μια έκφραση τον Πλάτωνα. Για παράδειγμα, οι ιδέες περί δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη αποτέλεσαν απλώς το ιδεολογικό όχημα με το οποίο η αναπτυσσόμενη αστική τάξη του 18ου αιώνα προέβαλε τις ταξικές αξιώσεις της ενάντια στην παρακμάζουσα αριστοκρατία στην Ευρώπη. Η λέξη και η έννοια της ιδεολογίας απέκτησε έτσι αρνητικό πρόσημο σε μεγάλο βαθμό υπό την επιρροή της κριτικής του ίδιου του Marx στη γερμανική φιλοσοφία της εποχής του. Είναι λοιπόν ειρωνεία το γεγονός ότι η μαρξισμός αντιμετωπίζεται ως μια από τις πιο συνεκτικές και επιδραστικές ιδεολογίες μέχρι τις μέρες μας. Πάντως, το αν και σε ποιο βαθμό μπορεί το ιδεολογικό εποικοδόμημα να επηρεάσει τη βάση, είναι ένα από τα πιο καίρια προβλήματα της μαρξιστικής θεωρίας. Αυτό ισχύει και όσον αφορά την ερμηνεία του φασισμού.  

Αρχικά, ο Bataille, αν και δεν αμφισβητεί τη μαρξική διάκριση βάσης και εποικοδομήματος, παραδέχεται ότι είναι ακόμη ασαφές σε ποιον βαθμό μπορεί το εποικοδόμημα να επηρεάσει τη βάση σχηματίζοντας μια θρησκευτική και πολιτική κοινωνία.

Πιο συγκεκριμένα, η μαρξιστική προσέγγιση στον φασισμό διατρέχεται γενικά από δύο κύριες ιδέες: η πρώτη ιδέα είναι ότι ο φασισμός (όρος που έχει ληφθεί συνειδητά με την ευρύτερη δυνατή σημασία) δεν ήταν απλώς ένα συγκυριακό γεγονός στην ιστορία των Δυτικών κοινωνιών, αλλά αποτελεί ένα ακρότατο όριο, μια δυνάμει παρούσα απειλή του καπιταλιστικού συστήματος. Και δεύτερον, ότι ο φασισμός αποτελεί την ύστατη απόπειρα διάσωσης του καπιταλιστικού συστήματος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται το σύντομο (αλλά και δυσνόητο) αυτό βιβλίο του Georges Bataille, το οποίο δημοσιεύτηκε στα τεύχη 10 και 11 του περιοδικού “La Critique Sociale” (Νοέμβρης 1933 & Μάρτιος 1934). Αρχικά, ο Bataille, αν και δεν αμφισβητεί τη μαρξική διάκριση βάσης και εποικοδομήματος, παραδέχεται ότι είναι ακόμη ασαφές σε ποιον βαθμό μπορεί το εποικοδόμημα να επηρεάσει τη βάση σχηματίζοντας μια θρησκευτική και πολιτική κοινωνία. Συγκεκριμένα, ο Bataille χωρίζει την κοινωνία σε δύο τμήματα: το ομοιογενές και το ετερογενές. Ομοιογενές είναι εκείνο που βασίζεται στην παραγωγή αγαθών, αποβλέπει στην άμεση χρησιμότητα και στηρίζεται στο χρήμα. Στην καπιταλιστική οικονομία που στηρίζεται στη βιομηχανία, είναι ο κάτοχος των μέσων παραγωγής και όχι ο προλετάριος στον οποίο στηρίζεται η ομοιογένεια. Ο προλετάριος αποκλείεται ουσιαστικά από τα κέρδη, τα οποία διαμοιράζεται η κυρίαρχη τάξη με τις μεσαίες, έτσι ώστε ο ίδιος να είναι ένας ξένος στην κοινωνική ομοιογένεια, ένας παρείσακτος. Όπως υποστήριζε και ο Marx, το κράτος υπηρετεί την επαπειλούμενη ομοιογένεια, δηλαδή την αστική τάξη. Η προστασία της ομοιογένειας σημαίνει την άσκηση βίας και καταπίεσης για τα διατήρηση του υπάρχοντος (καπιταλιστικού) συστήματος. Επειδή όμως η κοινωνική ομοιογένεια εξαρτάται από την ομοιογένεια του καπιταλισμού, οι πιθανές αντιδράσεις που προκύπτουν μέσα στο σύστημά του συνεπάγονται κλονισμό των θεμελίων της κοινωνίας. Η κατάσταση γίνεται πραγματικά επικίνδυνη, όμως, όταν ένα μεγάλο μέρος των μελών της ομοιογένειας (αστική τάξη) ενώσει τις δυνάμεις του με τις ετερογενείς δυνάμεις. 

Η ετερογένεια είναι για την κοινωνία ό,τι ακριβώς το ασυνείδητο για τον ψυχισμό του ανθρώπου. Βέβαια, ο όρος «ετερογένεια» προσλαμβάνει ευρεία σημασία: ο Bataille ορίζει ως ετερογενές οτιδήποτε δεν περιλαμβάνεται στο σύστημα παραγωγής. Εκεί ανήκει κάθε έκφραση του ιερού. Εν ολίγοις, ετερογενή είναι όλα εκείνα που μια κοινωνία ωθεί στο περιθώριο είτε ως απόβλητα είτε ως ανώτερες υπερβατικές αξίες (σ. 19) ακριβώς λόγω της αδυναμίας της να τα αφομοιώσει (σ. 20). Πώς όμως εμπλέκεται με τα παραπάνω ο φασισμός; Σύμφωνα με τον Bataille, οι φασίστες δικτάτορες (Hitler, Mussolini) ανήκουν σαφώς στο ετερογενές της κοινωνίας. Μάλιστα, η δύναμή τους να είναι υπεράνω κομμάτων, νόμων και θεσμών, είναι αντίστοιχη με αυτές της ύπνωσης. Ο Bataille στηρίζεται στο περίφημο σύγγραμμα του Freud Ψυχολογία των μαζών και ανάλυση του Εγώ (1921), το οποίο θεωρεί ως εισαγωγή στην κατανόηση του φαινομένου «φασισμός». Ας πούμε λοιπόν δύο λόγια και γι’ αυτό.

alt

Πρόκειται για ένα από τα δοκίμια όπου ο «πατέρας της ψυχανάλυσης», Sigmund Freud, υπερβαίνει τα όρια της θεραπείας και ερμηνείας των νευρώσεων επιχειρώντας να ερμηνεύσει φαινόμενα από την ευρύτερη ανθρώπινη εμπειρία. Συγκεκριμένα, αναζητά απαντήσεις στο κοινωνικό φαινόμενο της μαζοποίησης, δηλαδή της ακραίας και ανορθολογικής συμπεριφοράς που παρουσιάζεται ενίοτε μέσα σε πολυπληθείς ομάδες ανθρώπων. Αρχικά, το βιβλίο προϋποθέτει την αφομοίωση παρατηρήσεων που έχουν κάνει για τις μάζες ψυχολόγοι όπως ο Le Bon και ο McDougal ως προς τα κύρια χαρακτηριστικά της μάζας εν γένει. Στηριγμένος σε αυτούς, ο Freud διαπιστώνει ότι η μάζα είναι πάντοτε ακραία, βίαιη, συντηρητική, παράλογη, ριψοκίνδυνη, ανυπόμονη και ασταθής, ενώ τείνει να παθιάζεται με ορισμένα άτομα τα οποία θεωρεί «χαρισματικά». Μέσα σε μια μάζα απελευθερώνεται και κυριαρχεί το –κοινό σε όλους– συλλογικό ασυνείδητο, το οποίο εξαλείφει τις ατομικές διαφορές και ωθεί τα μαζοποιημένα άτομα σε ακραίες πράξεις, τις οποίες υπό διαφορετικές συνθήκες δε θα μπορούσαν να διαπράξουν. Στο ερώτημα υπό ποιες συνθήκες καθίσταται δυνατή η μαζοποίηση, ο Freud προβάλλει ως εξήγηση ένα θεμελιώδες στοιχείο της ψυχικής ζωής: πρόκειται για τον μηχανισμό της «υποβολής». Υποβολή, δεν είναι τίποτα άλλο από την άμεση μίμηση  της συναισθηματικής κατάστασης κάποιου ατόμου από κάποιο άλλο. Εντός της μάζας, τα επιμέρους άτομα σχηματίζουν λιβιδινικούς δεσμούς μεταξύ τους που χαρακτηρίζονται από ταύτιση με έναν ηγέτη και ενσυναίσθηση του ξένου Εγώ. Ο Freud επικεντρώνεται σε δύο μαζικούς σχηματισμούς που είναι τεχνητοί και σχετικά σταθεροί: αυτές είναι η (Ρωμαιοκαθολική) εκκλησία και ο στρατός. Βάση της ύπαρξης καθεμιάς εκ των δύο μαζών είναι η πεποίθηση ότι κυβερνώνται από κάποιον ανώτερο ηγέτη που αγαπάει εξίσου όλα τα μέλη της (Χριστός, στρατηγός) και εκεί ακριβώς στηρίζεται η στενή συναισθηματική σύνδεση καθενός με τα υπόλοιπα. Αν αυτός ο λιβιδινικός δεσμός σπάσει, είτε λόγω υπερβολικού κινδύνου είτε λόγω απώλειας του αρχηγού, τότε η μάζα αποσυντίθεται σε ένα σωρό φοβισμένα άτομα. 

Ο φθόνος συντηρεί την ισότητα των μελών, εξασφαλίζοντας την κοινωνική συνοχή και έναν κοινωνικά αποδεκτό στόχο. Όλα τα μέλη της μάζας είναι ίσα, εκτός από τον αρχηγό, που είναι ανώτερος όλων. Σύμφωνα με τον Freud, η συγκρότηση μαζικών σχηματισμών έλκει την καταγωγή της στην προϊστορία του ανθρώπινου είδους και συγκεκριμένα, στην πατρική ορδή.

Βασική παραδοχή της φροϋδικής ψυχανάλυσης είναι ότι προκειμένου να διαρκεί περισσότερο η σεξουαλική ευχαρίστηση, το Εγώ προβάλλει στο αντικείμενο του έρωτά του όλα τα χαρακτηριστικά του Υπερεγώ του, εξιδανικεύοντάς το (έρωτας). Μέσα στη μάζα, ένας μεγάλος αριθμός ατόμων εξιδανικεύει από κοινού έναν ηγέτη (χαρισματική προσωπικότητα), οπότε προκύπτει μια αγελαία ορμή που στηρίζεται στο αίσθημα του καθήκοντος και της ενοχής. Με λίγα λόγια, κάθε μάζα είναι ερωτευμένη με τον ηγέτη της. Συνάμα κάθε μέλος της επιθυμεί να ξεχωρίσει ως ανώτερο από τα υπόλοιπα, γι’ αυτό και προκύπτει αμοιβαίος φθόνος. Ο φθόνος συντηρεί την ισότητα των μελών, εξασφαλίζοντας την κοινωνική συνοχή και έναν κοινωνικά αποδεκτό στόχο. Όλα τα μέλη της μάζας είναι ίσα, εκτός από τον αρχηγό, που είναι ανώτερος όλων. Σύμφωνα με τον Freud, η συγκρότηση μαζικών σχηματισμών έλκει την καταγωγή της από την προϊστορία του ανθρώπινου είδους και συγκεκριμένα, από την πατρική ορδή. Στηριγμένος στην υπόθεση της «πατρικής ορδής», που πρότεινε στο βιβλίο του Τοτέμ και Ταμπού, υποστηρίζει ότι μετά τον φόνο του από τους γιους του, ο πατέρας εκείνης της ορδής θεοποιήθηκε και οι γιοι του, από τον φόβο της αλληλοεξόντωσης, ενώθηκαν σε ομάδα με απόλυτη ισότητα ανάμεσά τους. Κάθε μαζικός σχηματισμός, σύμφωνα με τον Freud, απλώς επαναλαμβάνει την πράξη εκείνης της προϊστορικής οικογένειας, ενώ ακόμη και το ίδιο το τμήμα του ψυχισμού μας που ευθύνεται για τις ηθικές μας αξίες (Υπερεγώ), δεν είναι παρά το εσωτερικευμένο ιδανικό της πατρικής ορδής. 

Πώς όμως συνδέονται όλα αυτά με τον Bataille; Η απάντηση σχετίζεται με την ιστορία. Από τον Μεσοπόλεμο και έπειτα, η μαρξιστική σκέψη στην Ευρώπη άρχισε να χειραφετείται από τα επιμέρους κομουνιστικά κόμματα και να συνδέεται με διάφορες άλλες ιδέες και ρεύματα: τέτοια παραδείγματα είναι ο υπερρεαλισμός, ο φεμινισμός και ακόμη περισσότερο η ψυχανάλυση. Μάλιστα, περίπου την ίδια χρονική περίοδο με τον Bataille, ο Wilhelm Reich επίσης επιχειρεί να εξηγήσει τη νίκη του Hitler και την απήχηση αυτού στον γερμανικό λαό, συνδυάζοντας ψυχανάλυση και μαρξισμό (με προσωπικό κόστος για τον ίδιο). Η προσπάθεια του Bataille ανοίγει έναν ακόμη νέο δρόμο.

Επειδή, σύμφωνα με τον ίδιο, η ομοιογενής κοινωνία είναι από τη φύση της ανίκανη να νοηματοδοτήσει η ίδια τον εαυτό της, αναγκάζεται πάντα να καταφεύγει αλλού. Αυτόν τον ρόλο διαδραματίζει συνήθως η «επιτακτική» εξουσία του μονάρχη, η βούληση του οποίου βρίσκεται πάνω από την ομοιογένεια της κοινωνίας και αποτελεί την ηθική νομιμοποίησή της. Πρόκειται για την απόλυτη κυριαρχία και το θεμέλιο κάθε κοινωνικής καταπίεσης και εξαναγκασμού. Για τον Bataille, η μοναρχική εξουσία διαιρείται σε δύο επιμέρους τομείς: τον θρησκευτικό και τον στρατιωτικό (αντίστοιχα της εκκλησίας και του στρατού, κατά Freud). Ο μοντέρνος κόσμος προϋποθέτει τη διάκριση αυτών των εξουσιών, ο φασισμός όμως αποτελεί απόπειρα επανενοποίησής τους. Ο Bataille παραβάλλει τον φασισμό με το Ισλαμικό χαλιφάτο του 7ου αιώνα μ.Χ., βλέποντας και στους δύο έναν μιλιταρισμό καθοδηγούμενο από μια θρησκευτική λατρεία. Ωστόσο, σε αντίθεση με το χαλιφάτο, ο φασισμός επενδύει τη λατρεία του στο κράτος, το οποίο θεωρεί ως ηθική αξία perse. Πρόκειται λοιπόν για ένα είδος «παλιμπαιδισμού» των ανθρώπινων κοινωνιών, αιτία του οποίου είναι η γενικότερη οικονομική κρίση στην Ευρώπη. Βλέπουμε εδώ τον Bataille να προσπαθεί να ανοίξει έναν νέο δρόμο μέσα από την αυστηρή ερμηνεία του κλασικού μαρξισμού, αγκαλιάζοντας τον ανορθολογισμό των ανθρώπινων υποκειμένων, ένα εγχείρημα που θα συνεχίσει αργότερα υπό την επιρροή του Marcel Mauss, του René Girard και άλλων Κοινωνικών Ανθρωπολόγων.

Αν θέλουμε να προστατεύσουμε το εργατικό κίνημα από τη σαρωτική πορεία του φασισμού, οφείλουμε να παραμερίσουμε κάθε ηθική και ιδεαλισμό (ιδιότητες του «ουτοπικού σοσιαλισμού», όπως τον αποκαλούσε περιφρονητικά ο Marx) και να επιχειρήσουμε να κατανοήσουμε τις επιτακτικές δυνάμεις που εμποδίζουν σήμερα την πορεία των λαών προς τη χειραφέτηση.

Αν και δεν αμφισβητεί τη θεωρία της βάσης και του εποικοδομήματος να συμπληρωθεί, ο Bataille υπαινίσσεται ότι πρέπει αυτή να συμπληρωθεί με μια συστηματική θεωρία πρόβλεψης (ή και πρόκλησης) των συναισθημάτων που χαρακτηρίζουν το εποικοδόμημα της κοινωνίας. Αν θέλουμε να προστατεύσουμε το εργατικό κίνημα από τη σαρωτική πορεία του φασισμού, οφείλουμε να παραμερίσουμε κάθε ηθική και ιδεαλισμό (ιδιότητες του «ουτοπικού σοσιαλισμού», όπως τον αποκαλούσε περιφρονητικά ο Marx) και να επιχειρήσουμε να κατανοήσουμε τις επιτακτικές δυνάμεις που εμποδίζουν σήμερα την πορεία των λαών προς τη χειραφέτηση. Η παρούσα μελέτη είναι ενδεικτική για την αισιοδοξία με την οποία η μαρξιστική ανάλυση αντιμετώπισε αρχικά τον φασισμό: τον θεωρούσε ως το επιθανάτιο σκίρτημα του καπιταλισμού, το τελευταίο χαρτί που έπαιζε η αστική τάξη στον άνισο αγώνα της απέναντι στο προλεταριάτο. Ωστόσο, αυτή η στάση κάποιες φορές λειτούργησε ως αυτοδιαψευδόμενη προφητεία. Συγκεκριμένα, στη Γερμανία κατά τη δεκαετία του ’30, το κομουνιστικό κόμμα (KPD) αρνήθηκε την πρόταση των σοσιαλιστών (SPD) για κοινοβουλευτική συνεργασία απέναντι στον Hitler, θεωρώντας πως η νίκη των ναζί θα σηματοδοτούσε τελικά την ευκαιρία μεταστροφή της κοινής γνώμης υπέρ της Αριστεράς, επιταχύνοντας έτσι την κομουνιστική υπόθεση. Οι σχεδιαστές στρατηγικής του KPD, που είχαν επικεντρωθεί στην επερχόμενη επανάσταση, θεωρούσαν τις ενέργειες του SPD «αντικειμενικά αντεπαναστατικές» και χαρακτήριζαν «σοσιαλφασίστες» τους σοσιαλδημοκράτες. Ο Bataille παραδέχεται την ύπαρξη ανορθολογικών στοιχείων που φωλιάζουν στο περιθώριο της κοινωνίας, καθώς κρίνει ότι ίσως θα μπορούσαν, αν αξιοποιηθούν σωστά, να οδηγήσουν στη σοσιαλιστική επανάσταση. Γι’ αυτή την «παρέκκλισή» του έχει κατηγορηθεί ως φιλικά προσκείμενος στον φασισμό (μομφή που απορρίπτει ο μεταφραστής Κώστας Γκούνης στο Επίμετρο του βιβλίου). Σε κάθε περίπτωση, το δοκίμιό του σηματοδοτεί μια από τις πρώτες προσπάθειες συνδυασμού της ιδιοφυΐας του Marx με εκείνη του Freud, με σκοπό τη διερεύνηση ενός από μεγαλύτερα προβλήματα του καιρού μας: τον φασισμό και την απήχησή του στις μάζες.

* Ο ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Φιλοσοφίας.

 Στην κεντρική εικόνα: πίνακας του Adolfo Bimer.


altΗ ψυχολογική δομή του φασισμού
George Bataille
Μτφρ. Κώστας Γκούνης
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου 2019
Σελ. 78, τιμή εκδότη €9,55

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ GEORGE BATAILLE

 

 

altΨυχολογία των μαζών και ανάλυση του Εγώ
Sigmund Freud
Μτφρ. Βασίλης Πατσογιάννης
Πλέθρον 2014
Σελ. 120, τιμή εκδότη €9,45

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ SIGMUND FREUD

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Γαλλοφωνία, Γκονκούρ και μια ξεχωριστή μαροκινή συγγραφέας

Γαλλοφωνία, Γκονκούρ και μια ξεχωριστή μαροκινή συγγραφέας

Για το βιβλίο της γαλλόφωνης Μαροκινής συγγραφέως και δημοσιογράφου Λεϊλά Σλιμανί «Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες» (μτφρ. Ρούλα Γεωργακοπούλου, εκδ. Στερέωμα).

Της Κατερίνας Σπυροπούλου...

«Το ροκ πέθανε… Ζήτω το ροκ!»

«Το ροκ πέθανε… Ζήτω το ροκ!»

Για τον συλλογικό τόμο «Το ροκ πέθανε… Ζήτω το ροκ!» σε επιμέλεια Γιάννη Ν. Κολοβού και Νικόλα Χρηστάκη (εκδ. Απρόβλεπτες).

Του Νίκου Πουλάκη

Στα τέλη τ...

Μητροπολιτική αίσθηση: ο άνθρωπος στη μεγαλούπολη

Μητροπολιτική αίσθηση: ο άνθρωπος στη μεγαλούπολη

Για τα βιβλία του Γκέοργκ Ζίμελ «Μητροπολιτική αίσθηση – Οι μεγαλουπόλεις και η διαμόρφωση της συνείδησης. Κοινωνιολογία των αισθήσεων» (μτφρ. Ιωάννα Μεϊτάνη, εκδ. Άγρα) και «Η μόδα» (μτφρ. Κωνσταντίνος Βασιλείου, εκδ. Πλέθρον).

...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ο Ληρ κι ο Γαργαντούας πίνουν μαζί

Ο Ληρ κι ο Γαργαντούας πίνουν μαζί

Για το μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού «Οι ρετσίνες του βασιλιά» (εκδ. Πατάκη).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Ο Ισίδωρος Ζουργός είναι σ’ αυτό το μυθιστόρ...

Αναζητώντας τον «πρώιμο» Γιάννη Ρίτσο

Αναζητώντας τον «πρώιμο» Γιάννη Ρίτσο

Βιογραφία και βιογραφισμός: η συμβολή του Γιώργου Ανδρειωμένου σε μια σχέση λεπτής ισορροπίας. Με αφορμή το βιβλίο: «Γιάννης Ρίτσος, Πρώιμα ποιήματα και πεζά» (εκδ. Κέδρος).

Της Άννας Αφεντουλίδου

Πολύ σημαντική είν...

Μεταξύ Λονδίνου και Σαγκάης: ελεγεία για τη χαμένη παιδική ηλικία

Μεταξύ Λονδίνου και Σαγκάης: ελεγεία για τη χαμένη παιδική ηλικία

Για το μυθιστόρημα του Καζούο Ισιγκούρο «Όταν ήμαστε ορφανοί» (μτφρ. Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Ψυχογιός).

Της Νίκης Κώτσιου

Η απώλεια και το τραύμα που προκύπτει εξαιτίας της είναι ...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube