24 Οκτωβριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:22:55:54 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ Η ανατομία του φασισμού

Η ανατομία του φασισμού

E-mail Εκτύπωση

alithinos_fasismosΤου Γιώργου Λαμπράκου

«Ο πόλεμος είναι για τους άντρες ό,τι η μητρότητα για τις γυναίκες». Μπενίτο Μουσολίνι
«Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι». Μάνος Χατζιδάκις

Ένα βιβλίο για τον φασισμό είναι κάτι σαν φάρμακο, κάτι χρήσιμο που το φυλάμε οπωσδήποτε στο ράφι έχοντας διαβάσει τις οδηγίες του, αλλά ευχόμαστε να είναι και να παραμείνει αχρείαστο. Και συχνά μένει κάπως έτσι. Φτάνουν όμως μερικές στιγμές, μερικές καταστάσεις, μερικές εποχές, όπου αναγκαζόμαστε να κατεβάσουμε αυτό το φάρμακο από το ράφι και να αρχίσουμε να το παίρνουμε. Πόσες δόσεις πρέπει να πάρουμε; Όσες χρειάζονται για να συνέλθουμε.

Ένα τέτοιο βιβλίο-φάρμακο είναι και η Ανατομία του φασισμού του αμερικανού ιστορικού και καθηγητή Ρόμπερτ Ο. Πάξτον (γεν. 1932), ένα μέχρι πρόσφατα εξαντλημένο βιβλίο στα ελληνικά, το οποίο μόλις επανεκδόθηκε (πρώτη έκδοση: 2004, πρώτη έκδοση στα ελληνικά: 2006, μετάφραση Κατερίνα Χαλμούκου, Κέδρος). Η ανατύπωση παρόμοιων ιστορικο-θεωρητικών βιβλίων στην εποχή μας δεν είναι συμπτωματική, αφού η ούτως ή άλλως υπαρκτή ανάγκη να γνωρίζουμε και να θυμόμαστε τι είναι ο φασισμός επείγει ακόμα περισσότερο. Αυτό που θα ακολουθήσει λοιπόν είναι λιγότερο η κριτική ενός βιβλίου και περισσότερο η ανατομία ενός φαινομένου έτσι όπως αυτό εμφανίστηκε, εξελίχτηκε και καθόρισε έναν ολόκληρο αιώνα και ολόκληρο τον κόσμο.

Το φασιστικό κίνημα γεννήθηκε στην Ιταλία το 1919 και αρχικά περιλάμβανε βετεράνους του πολέμου, ριζοσπάστες συνδικαλιστές με κυρίως σοσιαλιστικές καταβολές. 

Ο φασισμός είναι μια λέξη την οποία δημιούργησε ο Μπενίτο Μουσολίνι μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο για να δηλώσει το κίνημα του οποίου ηγείτο. Το φασιστικό κίνημα γεννήθηκε στην Ιταλία το 1919 και αρχικά περιλάμβανε βετεράνους του πολέμου, ριζοσπάστες συνδικαλιστές με κυρίως σοσιαλιστικές καταβολές (όπως αυτές του ίδιου του Μουσολίνι, που υπήρξε αρχισυντάκτης της σοσιαλιστικής εφημερίδας Αβάντι!), και φουτουριστές διανοούμενους. Το πρωταρχικό στοιχείο που τους ένωνε ήταν ο εθνικισμός, η βαθιά πίστη στην αναγέννηση του ιταλικού έθνους και η εχθρότητα απέναντι σε όποιον έμοιαζε να αντιπαλεύει αυτή την αναγέννηση. Σύμφωνα με τον Πάξτον, η άποψη ότι η περίφημη «πορεία προς τη Ρώμη» το 1922 καθόρισε την έκβαση της διακυβέρνησης διά της ισχύος είναι ένας μύθος. Οι Μελανοχίτωνες δεν ήταν απειλητικοί αυτοί καθαυτοί, απλώς ο Μουσολίνι εκβίασε την κατάλληλη στιγμή τον βασιλιά με το δίλημμα αιματοχυσία ή αναγόρευση του ιδίου σε επικεφαλής της κυβέρνησης, με τους συντηρητικούς να εμφανίζονται απελπιστικά απρόθυμοι να αντιδράσουν. Η μπλόφα του Μουσολίνι έπιασε και ο Βιτόριο Εμανουέλε Γʹ υποχώρησε. Το 1927 εδραιώθηκε απόλυτα η δικτατορία του Μουσολίνι, που θα διατηρηθεί μέχρι το 1943.

fasismosΜε τη σειρά του ο Αδόλφος Χίτλερ, μετά το αποτυχημένο «πραξικόπημα της μπιραρίας» στο Μόναχο το 1923 και τη μόλις μονοετή φυλάκισή του, αποφάσισε να ακολουθήσει την πεπατημένη, κοινοβουλευτική οδό για την κατάληψη της εξουσίας. Στις εκλογικές αναμετρήσεις, το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα του έπαιρνε διαρκώς μεγαλύτερο ποσοστό. Στις πολύπλοκες διαπραγματεύσεις που έγιναν μεταξύ 1932 και 1933, οι συντηρητικοί αποφάσισαν πως η καλύτερη λύση για τη διακυβέρνηση της χώρας, ιδίως λόγω της ανερχόμενης δύναμης σοσιαλιστών και κομουνιστών, είναι η συγκυβέρνηση με το ναζιστικό κόμμα. Ο πρόεδρος Χίντενμπουργκ διορίζει την κυβέρνηση Χίτλερ-φον Πάπεν το 1933, χρονιά που ο επικεφαλής πλέον Χίτλερ αρχίζει τη δικτατορική, προσωποκρατική του διακυβέρνηση, που θα τελειώσει το 1945. Όπως επισημαίνει ο Πάξτον, χωρίς να πρέπει να υποτιμάται η έντονη αποσταθεροποιητική βία που άσκησαν τα πρώιμα φασιστικά κινήματα, «και ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ ανέλαβαν την εξουσία ως αρχηγοί κυβέρνησης έπειτα από πρόσκληση που τους απηύθυνε ο αρχηγός του κράτους κατά τη νόμιμη άσκηση των καθηκόντων του» (σ. 137).

Ο αμερικανός ιστορικός ανατέμνει τον φασισμό σε πέντε στάδια: δημιουργία, εδραίωση, κατάληψη της εξουσίας, άσκηση της εξουσίας, ριζοσπαστισμός ή εντροπία. Τα δύο πρώτα στάδια αφορούν μερικά φασιστικά κινήματα (ακόμα και αν η εδραίωση κάποιων εντέλει απέτυχε μερικώς ή ολικώς), ενώ τα επόμενα τρία στάδια αφορούν τον ιταλικό φασισμό και τον γερμανικό ναζισμό. Ο δεκάλογος του φασισμού έχει, συνοπτικά και σχηματικά, ως εξής:

Οι φασίστες δεν επιδίωκαν λοιπόν μια «κοινωνικοοικονομική επανάσταση», αλλά μια «επανάσταση ψυχής» με στόχο την επανένωση και ισχυροποίηση του (εκάστοτε) «παρηκμασμένου έθνους». 

1. Τα επιτυχημένα φασιστικά κόμματα, παρά τη συχνά σφοδρή αντικαπιταλιστική ρητορική τους, εδραιώθηκαν και αργότερα κατέλαβαν την εξουσία ερχόμενοι σε συνεργασία (άλλοτε αγαστή και άλλοτε συγκρουσιακή, αλλά συνεργασία) με τη συντηρητική (δεξιά ή ακροδεξιά) παράταξη της εκάστοτε χώρας και γενικότερα με τις παραδοσιακές ελίτ, που ναι μεν τα αποστρέφονταν, αλλά αποστρέφονταν πολύ περισσότερο τον κομουνισμό. Τα φασιστικά κόμματα που κατόρθωσαν να επιβληθούν δεν μεταμόρφωσαν ριζικά την καπιταλιστική οικονομική τάξη, καθώς αρνούνταν το ιδιοκτησιακό καθεστώς μόνο σε ξένους ή εχθρούς (ωστόσο συχνά μετέβαλλαν την κοινωνική ιεραρχία, και εδώ διαφοροποιούνται από τις απολυταρχίες). Η επίθεση του φασισμού στο (κατά την άποψή τους συνήθως εβραιοκρατούμενο) κεφάλαιο δεν τους εμπόδιζε να το αξιοποιούν κατά το εθνικό τους συμφέρον. Οι φασίστες δεν επιδίωκαν λοιπόν μια «κοινωνικοοικονομική επανάσταση», αλλά μια «επανάσταση ψυχής» με στόχο την επανένωση και ισχυροποίηση του (εκάστοτε) «παρηκμασμένου έθνους» (σ. 198). Ορθά ο Πάξτον παίρνει σαφείς αποστάσεις από τη θέση των μαρξιστών ότι ο φασισμός ήταν απλώς το ακραίο αποτέλεσμα μιας καπιταλιστικής κρίσης, μια ούτως ειπείν συνέχεια του καπιταλισμού με άλλα μέσα.

2. Ο φασισμός γεννήθηκε μαζί με τη μαζική πολιτική. Στη συνέχεια, ο φασισμός ανδρώθηκε σε κράτη στα οποία τα φιλελεύθερα ή/και συντηρητικά καθεστώτα του 19ου αιώνα είχαν σε μεγάλο βαθμό κλονιστεί (ιδίως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο), τα ηγετικά πρόσωπα είχαν χάσει το κύρος τους και οι άνθρωποι αναζητούσαν απαντήσεις στο τι προκάλεσε τον πόλεμο, καθώς και λύσεις στα οικονομικά προβλήματα της προϊούσας ύφεσης. Ωστόσο, η μαζική πολιτική από μόνη της δεν αρκούσε. Ο άλλος καθοριστικός παράγοντας εμφανίζεται μετά την εδραίωση της μαζικής πολιτικής και μάλιστα «προς το τέλος της συγκεκριμένης διαδικασίας, όταν οι σοσιαλιστές έφτασαν στο σημείο να συμμετάσχουν στη διακυβέρνηση και ως εκ τούτου να εκτεθούν» (σ. 67). Συνεπώς, ο φασισμός εξαπλώθηκε και ως ανακλαστική αντίδραση στις ανερχόμενες σοσιαλιστικές δυνάμεις, είτε αυτές είχαν έναν ρεφορμιστικό δημοκρατικό χαρακτήρα (όπως οι Σοσιαλδημοκράτες), είτε έναν ριζοσπαστικό δικτατορικό χαρακτήρα (όπως οι Μπολσεβίκοι). Ακόμα και στη Γαλλία, όπου εντέλει δεν εδραιώθηκε ο φασισμός, «η άκρα Δεξιά επεκτάθηκε ως αντίδραση στις εκλογικές επιτυχίες της Αριστεράς» (σ. 99).

Girls-Waving-Nazi-Flags3. Ο φασισμός και ο ναζισμός δεν θα καταλάμβαναν ούτε θα διατηρούσαν την εξουσία τους χωρίς την ένθερμη σύμπραξη της πλειονότητας των «απλών ανθρώπων, ακόμα κι εκείνων που συνήθως χαρακτηρίζονται καλοί» (σ. 27). Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι σύμφωνα με μια γενικευμένη άποψη, οι «απλοί» και «καλοί» άνθρωποι εμφανίζονται άλλοτε να παρασύρονται από τον φασισμό «των άλλων», άλλοτε να κάνουν εσφαλμένες πολιτικές επιλογές εξαιτίας της «ψευδούς συνείδησης», κι άλλοτε να μην έχουν ιδέα για το τι συμβαίνει γύρω τους. Απεναντίας, ο Πάξτον επιμένει πως ο ιταλικός και ο γερμανικός λαός, στο μεγαλύτερό τους τμήμα, ενθάρρυναν και υποστήριξαν τα ηγετικά πρόσωπα του φασισμού και του ναζισμού, από τα οποία εμπνεύστηκαν βαθιά και με τις εντολές των οποίων δραστηριοποιήθηκαν συνειδητά (χαρακτηριστικό γεγονός είναι οι διαρκείς καταγγελίες που δεχόταν αφειδώς η Γκεστάπο από ένθερμους και φθονερούς πολίτες εις βάρος «εχθρών» συμπολιτών τους, ενώ ακόμα και μετά τον καταστροφικό για τη Γερμανία Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, 15-18 % του γερμανικού λαού εξακολουθούσε να υποστηρίζει τον ναζισμό). Και τα δύο αυτά «κινήματα» (έτσι αρέσκονταν να θεωρούν τον εαυτό τους, και όχι τόσο ως παραδοσιακά κόμματα) εξαρχής υπερθεμάτισαν ως προς την καθημερινή κινητοποίηση των απλών ανθρώπων στους δρόμους, την άσκηση βίας απέναντι σε ξένους, «ακάθαρτους» και αντιφρονούντες, την αφοσίωση σε ομαδικές δράσεις, ενώ σε αυτό βρήκαν συχνά την υποστήριξη της αστυνομίας. Μάλιστα, «απλοί άνθρωποι» ήταν αρχικά τόσο ο Χίτλερ όσο και ο Μουσολίνι, αφού «ήταν οι πρώτοι τυχοδιώκτες, προερχόμενοι από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, που πήραν στα χέρια τους την εξουσία μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών» (σ. 147).

Η συναίνεση και η υποστήριξη δεν βασίζονται λοιπόν τόσο στη μελέτη και τη διαβούλευση, ούτε φυσικά στην υιοθέτηση της επιστήμης, όσο στον αυθόρμητο ζήλο και την απαρασάλευτη πίστη στον ηγέτη. 

4. Ο φασισμός και ο ναζισμός βασίστηκαν περισσότερο από άλλες ιδεολογίες στο συναίσθημα. Η βασική τους πίστη είναι ότι το (εκάστοτε) ανώτερο έθνος, η (εκάστοτε) κυρίαρχη φυλή, ο (εκάστοτε) εκλεκτός λαός, έχουν κατά κάποιον τρόπο εκπέσει, παρακμάσει, αλλοιωθεί, μολυνθεί από δυνάμεις του κακού, και πρέπει να ξαναβρούν τη χαμένη τους ζωντάνια, καθαρότητα και δύναμη. Η συναίνεση και η υποστήριξη δεν βασίζονται λοιπόν τόσο στη μελέτη και τη διαβούλευση, ούτε φυσικά στην υιοθέτηση της επιστήμης (που έχει αποδείξει πως δεν υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες φυλές – ο σημερινός μαύρος και ο αυριανός κίτρινος πλανητάρχης είναι μια πρόχειρη εμπειρική απόδειξη), όσο στον αυθόρμητο ζήλο και την απαρασάλευτη πίστη στον ηγέτη. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι ο φασισμός και ο ναζισμός πρέπει να απορρίπτονται ελαφρά τη καρδία ως «παράλογοι», ούτε ότι οι ηγέτες τους ήταν απλώς «τρελοί» (ασφαλώς, το να παθαίνει κανείς υστερική τύφλωση όταν μαθαίνει την ήττα της χώρας του, όπως έπαθε ο Χίτλερ το 1918, δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο). Το να χλευάζει κανείς τους φασίστες με παρόμοιες μομφές είναι όχι μόνο ιστορικά αστήρικτο, αλλά και δυνητικά επικίνδυνο. Η δαιμονοποίηση των φασιστών συχνά λειτουργεί υπέρ τους.

5. Ο φασισμός δεν είναι εξαγώγιμο προϊόν. Ναι μεν υπάρχουν πολλά κοινά μεταξύ των φασιστικών κινημάτων, κομμάτων, καθεστώτων (παλιά, ή αυτά που συμμετέχουν σε ελάχιστες κυβερνήσεις σήμερα), όπως οι εχθροί κομουνιστές, φιλελεύθεροι και κεντρώοι, καθώς επίσης Εβραίοι, ομοφυλόφιλοι και αλλόφυλοι. Όπως γράφει ο Πάξτον: «Η ύπαρξη εχθρών αποτελούσε βασικό συστατικό των φόβων που βοηθούσαν στην έξαψη της φασιστικής φαντασίας. Οι φασίστες έβλεπαν εχθρούς και μέσα και έξω από το έθνος» (σ. 57). Ωστόσο η βασική πίστη των φασιστών στον εθνικισμό δυσχεραίνει ή και εμποδίζει τη διεθνοποίηση των αντιλήψεών τους και τη δημιουργία πολυεθνικών συμμαχιών. Κάθε έθνος έχει ή/και κατασκευάζει τους δικούς του εχθρούς. Σημαντικό για την εδραίωση του φασισμού υπήρξε το ρίσκο που πήραν οι φασίστες να ασκούν βία, «ποντάροντας στην ιδέα ότι πολλοί νοικοκυραίοι μικροαστοί (ή μικροαστές) θα αισθάνονταν κάποια ικανοποίηση με μια προσεκτικά επιλεκτική βία, η οποία στρεφόταν μόνο ενάντια σε “τρομοκράτες” και “εχθρούς του λαού”» (σ. 121).

6. Ποια είναι η σχέση κομουνισμού και φασισμού; Η θέση του Πάξτον είναι πως παρότι οι στοχαστές του ολοκληρωτισμού (π.χ. η Χάνα Άρεντ και ο Αϊζάια Μπέρλιν) έχουν δίκιο να υποστηρίζουν τη συνάφεια των δύο ιδεολογιών και πρακτικών (μονοκομματικό κράτος με απόλυτες εξουσίες και πανίσχυρες μονάδες εσωτερικής ασφαλείας, ευρεία κινητοποίηση των μαζών, χρήση πολλών τελετουργικών και στολών, κοινοτισμός και αντι-ατομικισμός, πίστη σε μιαν ανώτερη πολιτική αλήθεια σε βαθμό θρησκευτικής πίστης, χαρισματικός ηγέτης, εμμονή με τους «εχθρούς του λαού» και συστηματική εξολόθρευση μεγάλων τμημάτων τους εντός ή εκτός στρατοπέδων, εκτέλεση υψηλόβαθμων στελεχών όταν κρίνεται ότι πρέπει να αντικατασταθούν κ.α.), οι διαφορές τους ήταν επίσης σημαντικές. Μία εξ αυτών: ο εθνικισμός των φασιστών αντί για τον διεθνισμό των κομουνιστών. Μία άλλη: ο φασισμός (περισσότερο στη ναζιστική του εκδοχή) ήταν ρατσιστικός, ξεχώριζε βιολογικά και φυλετικά τους ανθρώπους σε ανώτερους και κατώτερους και προχώρησε στην εκμετάλλευση έως εξάλειψη των χαρακτηριζόμενων ως κατώτερων, ενώ ο κομουνισμός περιλάμβανε (τουλάχιστον στην πρόθεσή του) σχεδόν όλους τους ανθρώπους στον επί γης παράδεισο της αταξικής κοινωνίας. Πάντως, οι μετακινήσεις σε όλο το πολιτικό φάσμα λόγω μετατόπισης στην ιδεολογία ή το συμφέρον δεν είναι σπάνιες: ο μετέπειτα ηγέτης των βρετανών φασιστών Σερ Όσγουαλντ Μόσλι υπήρξε υπουργός των Εργατικών.

fasismos-books-nazi7. Ο φασισμός, ακόμα κι όταν εμφανίζεται, δεν αποκτά την εξουσία αν δεν βρει ένα κενό στο υπάρχον πολιτικό σύστημα, αν δεν βρει σε κρίση ή σε διάλυση τους φιλελεύθερους θεσμούς. Οι φασίστες εκμεταλλεύτηκαν όλα τα κενά και τις αποτυχίες που δημιουργήθηκαν στον μεσοπολεμικό πολιτικό κόσμο, σε κοινοβουλευτικό και θεσμικό επίπεδο. Ένα από αυτά τα κενά ήταν η αδυναμία των παλαιάς σχολής συντηρητικών και φιλελεύθερων πολιτικών να απευθύνονται στο πλήθος: «οι διακεκριμένοι δεινόσαυροι περιφρόνησαν τη μαζική πολιτική» (σ. 112), γεγονός που εκμεταλλεύτηκαν οι φασίστες. Χαρακτηριστικό είναι ένα συμβάν που αναφέρει ο Πάξτον: όταν ένας διορατικός συντηρητικός προσπάθησε το 1927 να φτιάξει ένα «κέντρο προπαγάνδας» για να απευθύνεται στο ευρύ κοινό, κάποιοι συντηρητικοί τον χλεύασαν με την ιδέα ότι αυτό είναι κατάλληλο για την «προώθηση μιας νέας μάρκας σοκολάτας». Δεν αντιλήφθηκαν (όπως π.χ. ο Γκέμπελς) την τεράστια δύναμη των ΜΜΕ και τη συνακόλουθη στενή συσχέτιση που έμελλε να δημιουργηθεί μεταξύ πολιτικής και διαφήμισης (σχεδόν σε σημείο ταύτισης, στις μέρες μας). Ως προς τους «δεινόσαυρους» της παλαιάς πολιτικής ισχύει και το εξής: ο φασισμός είχε ως αξίες τη νεότητα και τη δύναμη, αφού είχε ως αξία τον στρατό. Οι νέοι (και οι αγρότες) ήταν οι πρώτοι που έσπευσαν να υποστηρίξουν με λόγια και με (βίαια) έργα τις πρώτες διακηρύξεις των φασιστών. Παράλληλα, οι φασίστες απευθύνονταν σε όλες τις τάξεις, αφού ο καθένας (από τον πιο φτωχό μέχρι τον πιο πλούσιο, αρκεί φυσικά να ανήκε στο ίδιο έθνος) μπορούσε να συνδράμει στον κοινό φασιστικό αγώνα. Συνεπώς, η βάση για την ανάπτυξη ενός φασιστικού κινήματος ήταν, σύμφωνα με τον Πάξτον, συχνά ευρύτερη από τη βάση για την ανάπτυξη ενός κομουνιστικού κινήματος. Πάντως, ενάντια στο γηραιό συντηρητικό ή φιλελεύθερο κράτος, όχι μόνο οι φασίστες αλλά και οι κομουνιστές κατάφεραν να εμφανίσουν και να αντιτάξουν «νέα, φρέσκα πρόσωπα». Όπως γράφει: «Τα δύο νεαρότερα κόμματα στην Ιταλία και στη Γερμανία ήταν των κομουνιστών και των φασιστών» (σ. 146).

Εύστοχα επισημαίνει ο Πάξτον ότι ψυχανάλυση χρειάζονται μάλλον οι λαοί που υποστήριξαν τον φασισμό, παρά οι ηγέτες τους.

8. Ποια είναι η σχέση λαού και ηγέτη; Σύμφωνα με τον Πάξτον, κανένα φασιστικό κίνημα δεν αναπτύχθηκε δίχως την εμφάνιση ενός χαρισματικού ηγέτη. Η «μαζική, λαϊκιστική, εθνικιστική συσπείρωση» θα ήταν αδύνατη χωρίς την ύπαρξη ενός πανίσχυρου άνδρα («πατέρα», θα προσθέταμε, ψυχαναλυτικά σκεπτόμενοι), ο οποίος συνενώνει εσωτερικά και εξωτερικά τα άτομα που τον ακολουθούν, εναλλάσσει διαρκώς εντολές και επιβραβεύσεις, προσδίδει νόημα στην κατακερματισμένη τους ύπαρξη. Εύστοχα επισημαίνει ο Πάξτον ότι ψυχανάλυση χρειάζονται μάλλον οι λαοί που υποστήριξαν τον φασισμό, παρά οι ηγέτες τους (για μια πλήρη ψυχαναλυτική ερμηνεία του φασισμού και για τη λαϊκή απήχηση που είχε, έτσι όπως τα ανέλυσε διορατικά και προβλεπτικά ο Φρόιντ ήδη από τη δεκαετία του 1920, βλ. Mark Edmundson, Ο θάνατος του Σίγκμουντ Φρόιντ). Ενώ οι συντηρητικές δικτατορίες και οι ημιφιλελεύθερες μοναρχίες απαιτούσαν από τον λαό συνήθως υπακοή και απάθεια (και μάλιστα κυβερνούσαν με ένα αφ’ υψηλού ύφος ότι «ο λαός δεν ξέρει»), τα φασιστικά καθεστώτα αξίωναν απεναντίας να προσεταιριστούν τις λαϊκές μάζες στις επιδιώξεις τους, να απορροφήσουν το ιδιωτικό μες στο δημόσιο (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ηγέτες τους εξισώνονταν με τον λαό – ο φασίστας ηγέτης παρέμενε η προσωποποίηση του «πεπρωμένου»). Ο Πάξτον επισημαίνει ακόμα ότι ιδίως ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ αποδείχτηκαν άνδρες με τρομερές φιλοδοξίες, σε αντίθεση με άλλους φασίστες ηγετίσκους. Ας προσθέσουμε ότι στις σημερινές μαζικές δημοκρατίες, ο πρόεδρος ή ο πρωθυπουργός δεν χρειάζεται να είναι κατ’ ανάγκην χαρισματικός (το πόσο καλό ή κακό είναι αυτό, ας μην το εξετάσουμε εδώ…).

9. Ορθά ο Πάξτον δεν θεωρεί ότι υπάρχουν ιστορικοί νόμοι και αναπόφευκτα γεγονότα. Υποστηρίζει ότι η ραγδαία εξάπλωση του φασισμού στην Ιταλία και του ναζισμού στη Γερμανία ήταν πολυπαραγοντικά φαινόμενα που, παρότι είχαν αίτια, δεν μπορεί να αναχθούν σε ιστορικές σταθερές: ο παράγοντας «τύχη» έπαιξε σημαντικό ρόλο σε διάφορες φάσεις. Ο Πάξτον τονίζει επίσης τις ριζοσπαστικές αλυσιδωτές αντιδράσεις που προκαλεί η άσκηση της εξουσίας από τους φασίστες: ο ριζοσπαστισμός των φασιστών σχετίζεται αφενός με τον εγγενή μιλιταρισμό τους (όπως φαίνεται από το μότο του Μουσολίνι που προτάξαμε), αφετέρου με το τρομακτικό ζήτημα του Ολοκαυτώματος, της ναζιστικής εξολοθρευτικής διαδικασίας που άρχισε σταδιακά με την ευθανασία αρρώστων, τη φονική δράση ταγμάτων στις υπό κατοχή χώρες και τη μαζική δολοφονία σοβιετικών αιχμαλώτων, για να καταλήξει στα γνωστά στρατόπεδα εξολόθρευσης των Εβραίων. Η επεκτατική ορμή των φασιστών ηγετών, που πείθουν τον λαό ότι χρειάζονται περισσότερο «ζωτικό χώρο», εντέλει καθίσταται επιθυμία του ίδιου του λαού, μια επιθυμία που οι φασίστες ηγέτες δεν μπορούν πλέον εύκολα να παραβλέπουν. Ας προσθέσουμε πάντως ότι η διεκδίκηση ζωτικού χώρου δεν είναι αποκλειστικά φασιστικό φαινόμενο: η συντριπτική πλειονότητα των ανθρωπίνων κοινοτήτων και κοινωνιών διεκδίκησαν ζωτικό χώρο σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους και τα ζώα, όχι μόνο από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας όπως τη γνωρίζουμε, αλλά ήδη από την προϊστορία, αν εξετάσουμε την ανθρώπινη κατάσταση με όρους του homo sapiens.

fasismos-children_in_concentration_camp2_210. Ποια είναι η βαθύτερη προέλευση του φασισμού; Σύμφωνα με τον Πάξτον, «οι βαθύτερες ρίζες του φασισμού βρίσκονταν στην εξέγερση στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα εναντίον των κυρίαρχων φιλελεύθερων πιστεύω για την ατομική ελευθερία, τη λογική, τη φυσική ανθρώπινη αρμονία και την πρόοδο» (σ. 52). Εδώ θεωρούμε ότι ο Πάξτον υποτιμά τις πνευματικές καταβολές του φασισμού σε ιδέες και πρακτικές της νεωτερικής Δύσης. Η ίδια η δημιουργία των νεωτερικών εθνών-κρατών θεμελιώθηκε στον ακραιφνή εθνικισμό, ενώ πολλά κορυφαία πνεύματα του Διαφωτισμού, από τον έμπρακτο υποστηρικτή του δουλεμπορίου Λοκ μέχρι τον αντισημίτη Βολταίρο και τον ρατσιστή Καντ, ήταν πολύ λιγότερο ανεκτικά από όσο θα θέλαμε. Αυτά δεν τα γράφουμε για να υποτιμήσουμε το σπουδαίο έργο τους, αλλά για να υπογραμμίσουμε ότι η πίστη στην ανωτερότητα της λευκής φυλής ήταν κοινός τόπος στη σκέψη των περισσότερων επιφανών νεωτερικών στοχαστών, ο δε αντισημιτισμός έχει μακραίωνη ιστορία σε όλη την Ευρώπη (βλ. John Gray, Μαύρη λειτουργία). Συνάμα, παρότι ο Πάξτον αναφέρει ορθά ότι η ευγονική δεν είναι εφεύρεση των Ναζί (π.χ. στείρωση γινόταν ήδη στις ΗΠΑ, τη Βρετανία και τη Σουηδία), όπως και ότι το «πογκρόμ» δεν εμφανίστηκε στη Γερμανία, αλλά στην Πολωνία και τη Ρωσία, που ήταν «παραδοσιακά λυσσαλέα κέντρα ενδημικής αντισημιτικής βίας» (σ. 110), θα έπρεπε επίσης να τονίσει ότι πάμπολλοι συντηρητικοί και φιλελεύθεροι του 18ου, του 19ου και ενός τμήματος του 20ού αιώνα ήταν ρατσιστές και υπεύθυνοι για ρατσιστικά εγκλήματα, όχι μόνο στις αποικίες, αλλά και ενδοκρατικά. Τα χειραφετητικά προγράμματα των πρώτων Διαφωτιστών δεν αφορούσαν ως επί το πλείστον τις άλλες φυλές: στην Αμερική, π.χ., μεγάλο μέρος από όσους ψήφισαν τη «Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας» και το Σύνταγμα ήταν δουλοκτήτες, μεταξύ αυτών οι πρωτεργάτες Τζέφερσον και Ουάσιγκτον – ακόμα και ο Φραγκλίνος είχε δούλους, παρότι έμεινε δικαίως στην ιστορία ως ο μεγάλος υπερασπιστής τους. Ο Δυτικός ρατσισμός ήταν ένα «ακραίο» φαινόμενο με την έννοια ότι είχε ακραίες συνέπειες για τα θύματά του, όχι όμως με την έννοια ότι ήταν «ακραίοι» αυτοί που τον υιοθετούσαν και τον εφάρμοζαν (στη φωτογραφία πάνω αριστερά παιδιά σε στρατόπεδα συγκέντρωσης).

fasismos-mousoliniΌλα τα παραπάνω αφορούν την ιστορία. Ή μήπως όχι; Είναι άραγε δυνατός (και με τις δύο σημασίες) ο φασισμός σήμερα; Τι συμβαίνει π.χ. με την εμφάνιση νέων κομμάτων σε ένα φιλελεύθερο κράτος; Ο Πάξτον είναι σαφής: «Η είσοδος νέων κομμάτων στο σύστημα αποτελεί συνήθως ένα εξαιρετικά συνετό πολιτικό βήμα, όχι όμως όταν με τον τρόπο αυτό προωθείται η βία παράλληλα με την ανενδοίαστη απόφαση για κατάργηση της δημοκρατίας» (σ. 123). Τι συμβαίνει με τους αρχηγούς σημερινών ακροδεξιών κομμάτων; Ο Πάξτον είναι και πάλι σαφής: «Οι αρχηγοί τους είναι δεξιοτέχνες στο να παρουσιάζουν ένα μετριοπαθές πρόσωπο στο ευρύτερο κοινό, ενώ κατ’ ιδίαν αντιδρούν θετικά στην προσέλκυση οπαδών του φασισμού με κωδικοποιημένους όρους όσον αφορά την αποδοχή της ιστορίας, την αποκατάσταση της εθνικής υπερηφάνειας ή την αναγνώριση της ανδρείας…» (σ. 241) Ορθά ο Πάξτον θεωρεί δυνατή την εδραίωση φασιστικών κομμάτων σήμερα, όχι όμως ως «πιστά αντίγραφα» του παρελθόντος, αλλά ως «λειτουργικά ισοδύναμα», τα οποία θα προβάλλουν ως εχθρούς κυρίως την παγκοσμιοποίηση, τη μετανάστευση και την εντόπια πολιτική διαφθορά, προσπαθώντας παράλληλα να αποσυνδεθούν (πραγματικά ή ρητορικά) από τις φασιστικές ωμότητες του παρελθόντος (στη φωτογραφία πάνω δεξιά, ο νεκρός Μουσολίνι κρεμασμένος ανάποδα από τον οργισμένο όχλο).

Ζούμε άραγε στη χώρα μας κάτι σαν τη «Δημοκρατία της Βαϊμάρης»; Αν ο Πάξτον έχει δίκιο όταν γράφει ότι αυτή «θύμιζε κερί που καίγεται και από τις δύο πλευρές», τόσο από τους (ακρο)δεξιούς όσο και από τους (ακρο)αριστερούς, τότε η απάντηση είναι μάλλον θετική. Ορθά επισημαίνει ο Πάξτον ότι η εδραίωση του φασισμού ήταν ένα πολιτικό και κοινωνικό συμβάν, και πως δεν υπάρχει φασιστικό DNA σε κάποιους ανθρώπους ή λαούς: «αν αναζητήσουμε φασιστικά χαρακτηριστικά στον εθνικό χαρακτήρα ή στις κληρονομικές προδιαθέσεις ενός συγκεκριμένου λαού, πλησιάζουμε επικίνδυνα σ’ ένα είδος αντίστροφου φασισμού» (σ. 117).

Εκτός από μια έγκυρη μελέτη για τον φασισμό, το βιβλίο του Πάξτον είναι και ένας απαραίτητος οδηγός για τον 21ο αιώνα. Ένα από τα θετικότερα γνωρίσματα του βιβλίου είναι ότι δεν αναλώνεται σε λεπτομέρειες οικονομικής ή στρατιωτικής φύσης (που ασφαλώς έχουν κι αυτές τη δική τους ξεχωριστή σημασία), αλλά εμμένει στην ουσία. Συνάμα, το βιβλίο του Πάξτον αναλύει την εμφάνιση φασιστικών ή οιονεί φασιστικών κινημάτων σε διάφορες χώρες, ευρωπαϊκές και μη, υπογραμμίζει τα σημεία στα οποία ο φασισμός διαφοροποιήθηκε από τις απολυταρχικές δικτατορίες (στην Ιαπωνία, στην Ισπανία κ.λπ.), η δε λεπτομερής ανατομία του φτάνει μέχρι τις σύγχρονες περιπτώσεις ακροδεξιών όπως ο Λε Πεν, ο Φίνι, ο (νεκρός πια) Χάιντερ κ.α. Ο αναγνώστης που θα θελήσει να εντρυφήσει στο εν λόγω θέμα θα ωφεληθεί πολύ και από το σαραντασέλιδο βιβλιογραφικό δοκίμιο στο τέλος του τόμου.

Μες στη γενικευμένη σύγχυση της εποχής μας, μπορεί να μην ξέρουμε πάντα τι ακριβώς θέλουμε, αλλά ξέρουμε τι δεν θέλουμε. Φασισμό, δεν θέλουμε.

Αν λοιπόν συνοψίσουμε πρώτα τα γνωρίσματα του φασισμού (εθνικισμός, αντικομουνισμός, αντιφιλελευθερισμός, αντισημιτισμός, οπορτουνιστικός αντικαπιταλισμός, επεκτατισμός και αλυτρωτισμός, μαζική κινητοποίηση και βία στους δρόμους, στοχοποίηση ξένων για τα εσωτερικά δεινά, πίστη ότι η δημοκρατική πολιτική είναι ανίκανη, διεφθαρμένη και μάταιη, λατρεία στην ισχύ της νεότητας), και μετά τα συνδυάσουμε με τη σημερινή κατάσταση (υψηλή ανεργία, κοινωνική δυσαρέσκεια, ακραία πόλωση και συνακόλουθη εξασθένιση του Κέντρου, απαξίωση της πολιτικής, υποτονικός κοινωνικός φιλελευθερισμός, φούντωμα του εθνικολαϊκισμού, γενικευμένη έλλειψη νοήματος) τότε θα καταλάβουμε πως δυστυχώς ο φασισμός είναι ακόμα ζωντανός και διεκδικητικός σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, όπως και στη δική μας. Δυστυχώς. Μας ταράζει και μας τρομάζει το πόσο αβίαστα και αναπάντεχα εισέρχεται ενίοτε ο φασισμός σε συζητήσεις, όπως έχουμε διαπιστώσει σε κάποιες πρόσφατες περιπτώσεις, ως μια κάποια λύσις. Μες στη γενικευμένη σύγχυση της εποχής μας, μπορεί να μην ξέρουμε πάντα τι ακριβώς θέλουμε, αλλά ξέρουμε τι δεν θέλουμε. Φασισμό, δεν θέλουμε.

Ολοκληρώνοντας το πόνημά του ο Πάξτον υπογραμμίζει ανακουφιστικά, αφενός ότι η μετάβαση από τη δημιουργία ενός φασιστικού κινήματος στην εδραίωσή του, πόσο μάλλον στην κατάληψη της εξουσίας, δεν είναι μια καθόλου εύκολη υπόθεση, αφετέρου ότι αν κατανοήσουμε εις βάθος πότε υπάρχει ή πότε πλησιάζει ο φασισμός, έχουμε αυξημένες πιθανότητες «μιας έγκαιρης και σωστής αντίδρασης». Όπως επισημαίνει ο Χατζιδάκις στο γνωστό άρθρο τού 1993, το φασιστικό «κτήνος που περιέχουμε» μπορούμε να το τιθασεύσουμε με «Παιδεία». Για να δούμε...

PAXTON_H_ANATOMIA_FASISMOURobert O. Paxton
Η ανατομία του φασισμού
Μτφρ. Κατερίνα Χαλμούκου
Κέδρος 2006 (ανατύπωση)

politeia-link

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Τα 100 χρόνια που άλλαξαν την Ευρώπη: από τον Ναπολέοντα στην Μπελ Επόκ

Τα 100 χρόνια που άλλαξαν την Ευρώπη: από τον Ναπολέοντα στην Μπελ Επόκ

Για το βιβλίο του Richard J. Evans «Η επιδίωξη της ισχύος – Ευρώπη 1815-1914» (μτφρ. Ελένη Αστερίου, εκδ. Αλεξάνδρεια).

Του Γιώργου Σιακαντάρη

Ο Βρετανό...

Μεσαίωνας: νέες προσεγγίσεις, σύγχρονες αντιλήψεις

Μεσαίωνας: νέες προσεγγίσεις, σύγχρονες αντιλήψεις

Για το βιβλίο του Κρίστοφερ Γουίκαμ «Μεσαιωνική Ευρώπη» (μτφρ. Χρήστος Γεμελιάρης, εκδ. Αλεξάνδρεια).

Του Γιώργου Σιακαντάρη

...

Έγκλημα δίχως πληρωμή: Ο διαρκής διωγμός των εβραίων της Θεσσαλονίκης

Έγκλημα δίχως πληρωμή: Ο διαρκής διωγμός των εβραίων της Θεσσαλονίκης

Για το βιβλίο του Λέωντα Α. Ναρ, «Ξανά στη Σαλονίκη. Η μετέωρη επιστροφή των Ελλήνων Εβραίων στον γενέθλιο τόπο (1945- 1946)» (εκδ. Πόλις).

Του Γιώργου Σιακαντάρη

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Η αέναη επιστροφή της μνήμης

Η αέναη επιστροφή της μνήμης

Για το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» (εκδ. Μεταίχμιο).

Του Μάνου Κοντολέων

Αν η Ιστορία αναζητά τους ηγέτες που διαχειρίζονται τα γεγ...

Μορφές ολοκληρωτισμού στον εικοστό αιώνα

Μορφές ολοκληρωτισμού στον εικοστό αιώνα

Για τα βιβλία των Καρλ Γιόακιμ Φρήντριχ «Ολοκληρωτική δικτατορία» (μτφρ. Γιάννης Καραπαπάς, εκδ. Τροπή) και Καρλ Ντίτριχ Μπράχερ «Η εποχή των ιδεολογιών» (μτφρ. Γιάννης Καραπαπάς, εκδ. Τροπή).

Του Μύρωνα Ζαχα...

Λευκό φως

Λευκό φως

Της Γεωργίας Γιαννοπούλου

Κουλουριασμένη σε μια άκρη του κελιού δίπλα στον σπασμένο νιπτήρα χώνει το κεφάλι όσο πιο βαθιά μπορεί στα πόδια. Οι λυγμοί της αθόρυβοι. Διάφανοι και επαναλαμβανόμενοι σαν τις σταγόνες π...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube