cotton field

Για τη μελέτη «Η αυτοκρατορία του βαμβακιού - Μια παγκόσμια ιστορία» του Σβεν Μπέκερτ [Sven Beckert], που κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου). Στην κεντρική εικόνα, ταχυδρομική κάρτα από τη σειρά Dixie Land (1900).

Γράφει ο Γιώργος Σιακαντάρης

Η ιστορία της ανάπτυξης, της ακμής και της παρακμής της εμπορίας και επεξεργασίας του βαμβακιού στον Παγκόσμιο Βορρά και της συνέχισής του σήμερα στον Παγκόσμιο Νότο αρχίζει και κλείνει με δυο συμβολικά γεγονότα. Το πρώτο αφορά τη συγκέντρωση των μελών του Εμπορικού Επιμελητηρίου του Μάντσεστερ στα τέλη του Ιανουαρίου του 1860. Συγκέντρωση ανθρώπων που γιόρταζαν το αποκορύφωμα της επιτυχίας τους, την οποία όφειλαν στη δημιουργία ενός παγκόσμιου ιστού που συνέδεε την αγροτική παραγωγή με το εμπόριο και τη βιομηχανία. Συνδετικός κρίκος αυτού του δικτύου ήταν το ακατέργαστο βαμβάκι που απ’ όλο τον κόσμο έφτανε στα βρετανικά εργοστάσια και εκεί μια στρατιά εργατών το έκλωθαν, το ύφαιναν και παρήγαγαν απ’ αυτό υφάσματα που πωλούνταν στην παγκόσμια αγορά. Η ιστορία της ηγεμονίας της Ευρώπης και των ΗΠΑ στην αυτοκρατορία του βαμβακιού κλείνει συμβολικά το 1963, όταν η Βρετανική Ένωση Βάμβακος που είχε ιδρυθεί το 1841, εκπλειστηριάζει τα έπιπλα του Μεγάρου Χρηματιστηρίου του Βάμβακος που είχε πουληθεί το προηγούμενο έτος. Και όμως ο σημερινός κόσμος καταναλώνει περισσότερο βαμβάκι από ποτέ. Τι συνέβη και από το ζενίθ φτάσαμε στο ναδίρ του Παγκόσμιου Βορρά του βαμβακιού και στην άνοδο του Παγκόσμιου Νότου; Και πώς και γιατί το βαμβάκι αποτέλεσε τον προπομπό αλλά και τον στυλοβάτη της ανάπτυξης του καπιταλισμού.

Αν και δεν συνηθίζω στις βιβλιοκρισίες να προχωρώ σε δηλώσεις «λατρείας», θα κάνω μια εξαίρεση για να αποκαλύψω πως όταν γυρνούσα κάθε σελίδα αυτού του βιβλίου, όταν διάβαζα κάθε παράγραφό του, κάθε πρότασή του, ευχόμουν να είχα κοντά μου τον συγγραφέα για να φιλήσω τα χέρια του ανθρώπου που έγραψε αυτό εδώ το Αριστούργημα.

Αυτή την ιστορία μελετά, διηγείται, αναλύει και αντιμετωπίζει κριτικά με μια καταπληκτική επιστημονική συνέπεια και εντυπωσιακή σε στοιχεία και παραπομπές, αλλά και με μια μυθιστορηματικής σύνθεσης γραφή ο Σβεν Μπέκερτ, καθηγητής Αμερικανικής Ιστορίας στην έδρα Laird Bell του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και ένας από τους σπουδαιότερους σήμερα, αν όχι ο σπουδαιότερος, μελετητής της ιστορίας των ΗΠΑ και του καπιταλισμού. Αν και δεν συνηθίζω στις βιβλιοκρισίες να προχωρώ σε δηλώσεις «λατρείας», θα κάνω μια εξαίρεση για να αποκαλύψω πως όταν γυρνούσα κάθε σελίδα αυτού του βιβλίου, όταν διάβαζα κάθε παράγραφό του, κάθε πρότασή του, ευχόμουν να είχα κοντά μου τον συγγραφέα για να φιλήσω τα χέρια του ανθρώπου που έγραψε αυτό εδώ το Αριστούργημα.

Το βαμβάκι είναι ένα από τα προϊόντα που συνδέεται τόσο άμεσα και βαθιά με την άνοδο του καπιταλισμού. Μια άνοδος –και εδώ είναι το πρώτο κτύπημα του συγγραφέα– που δεν στηρίζεται στην ελεύθερη εργασία, στο ελεύθερο εμπόριο, στην ισότιμη ανταλλαγή ίσων εταίρων και στην απουσία του κράτους, ούτε και σε θρησκευτικές και ορθολογικές πεποιθήσεις, αλλά σε ακριβώς τα αντίθετα: στη δουλεία, στον εξανδραποδισμό γηγενών πληθυσμών, στην ιμπεριαλιστική επέκταση, στο ένοπλο εμπόριο και στην επιβολή της κυριαρχίας των επιχειρηματιών πάνω στους αγρότες. Αυτό ονομάζει πολεμικό καπιταλισμό ο συγγραφέας: Ένας καπιταλισμός που δεν άνθησε στο εργοστάσιο, αλλά στα χωράφια, δεν χαρακτηριζόταν από την εκμηχάνιση αλλά από την εντατική εκμετάλλευση της γης και της εργασίας και βασιζόταν στη βίαιη ιδιοποίησή τους σε Αφρική και σε ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο. Ο πρώιμος καπιταλισμός βασίστηκε κατά κύριο λόγο στη βία και στον σωματικό καταναγκασμό. Και σε κάτι ακόμη. Στην άμεση ανάμειξη του κράτους υπέρ των καπιταλιστών επιχειρηματιών. «Ο βιομηχανικός καπιταλισμός στα πρώτα βήματά του παρέμεινε στενά συνδεδεμένος με τη δουλεία και την απαλλοτρίωση γαιών» (σ.19). Αυτά, γιατί σήμερα όλα παρουσιάζονται σαν τον ιδανικό λαϊβνίτειο κόσμο και λείπει και κάποιος Βολταίρος να περιγελάσει με τον Αγαθούλη του αυτόν τον κόσμο. Αλλά και όταν εμφανίζεται κάποιος τέτοιος αντιμετωπίζεται με ειρωνείες ως υποστηρικτής του «ξεπερασμένου μαρξισμού». Ανοησίες. Ο Μπέκερτ έχει κατανοήσει πολύ βαθιά τις μεθόδους του Μαρξ και αυτές αποδίδουν ακόμη.

Η παγκόσμια πρώτη του βαμβακιού

Το βαμβάκι καλλιεργείτο εδώ και πέντε χιλιάδες χρόνια. Από τον 15ο και 16ο αιώνα όμως και ύστερα η καλλιέργειά του σε Αφρική, Ασία και Αμερική, παρά τις μεταξύ τους διαφορές είχε και ομοιότητες. Η πιο σημαντική ήταν πως αυτή η καλλιέργεια και η μεταποίηση του βαμβακιού πραγματοποιείτο σε μικρή κλίμακα και με επίκεντρο το νοικοκυριό. Ο πολεμικός καπιταλισμός τ’ άλλαξε όλα. Με τη βοήθεια του κράτους επέβαλλε τη μετάβαση από την αγροτική καλλιέργεια στη μονοκαλλιέργεια και από την οικογενειακή εκμετάλλευση σ’ αυτήν της ατομικής εργασίας. Επί χιλιετίες το βαμβάκι σπερνόταν σε συνδυασμό με άλλες καλλιέργειες στο πλαίσιο τήρησης ευαίσθητων ισορροπιών που αποσκοπούσαν στη διατροφή των πληθυσμών. Η οικιακή παραγωγή επέτρεπε σε μια οικογένεια να παράγει τα υφάσματα που χρειαζόταν, αλλά και άλλα προϊόντα που τα προωθούσε σε τοπικές αγορές. Γενικά, αρχικά ο κόσμος του βαμβακιού ήταν γυναικοκρατούμενος. Οι γυναίκες συνδέθηκαν άμεσα με την ύφανση. Η αργόσυρτη τεχνολογική μεταβολή στον εκκοκκισμό, το κλώσιμο και την ύφανση δεν άλλαξε απότομα τον τρόπο καλλιέργειάς του. Τον άλλαξαν όμως οι μεγάλες τεχνολογικές καινοτομίες του 17ου και 18ου αιώνα, η παρέμβαση των εθνικών κρατών, είτε με πολεμικές επιχειρήσεις είτε με την πολιτική των υψηλών δασμών εισαγωγής, υπέρ της δικής τους εθνικής παραγωγής και των βιομηχανιών. Η μετάβαση στη μονοκαλλιέργεια και στη μεγάλη γαιοκτησία δεν έγινε αναίμακτα και από τη μια μέρα στην άλλη. Ο Μπέκερτ παρακολουθεί αυτή τη μετάβαση σε κάθε γωνιά της γης. Από το Μεξικό στην Ινδία, στο Μπαγκλαντές, στο Πακιστάν, στις χώρες της Κεντροανατολικής Ασίας, στην Κίνα στη Ρωσία και πάνω απ’ όλα στον Αμερικανικό Νότο και τη δουλεία του. Το μείζον όμως ήταν η αναζήτηση φτηνής εργασίας. Από τότε μέχρι σήμερα. Και είναι αυτή η φτηνή εργασία που μεταφερμένη στην Αφρική και την Ασία εκποίησε τα έπιπλα του Βρετανικού Χρηματιστηρίου Βάμβακος το 1963. Βεβαίως οι αλλαγές από την οικιακή στην καπιταλιστική ιδιοκτησία και εργασία δεν έγιναν αυτόματα και χωρίς αντιστάσεις. Την πορεία αυτής μετατροπής παρακολουθεί βήμα το βήμα, ήπειρο την ήπειρο, χώρα τη χώρα, περιοχή την περιοχή, πόλη την πόλη ο συγγραφέας.

Επί χιλιετίες το βαμβάκι σπερνόταν σε συνδυασμό με άλλες καλλιέργειες στο πλαίσιο τήρησης ευαίσθητων ισορροπιών που αποσκοπούσαν στη διατροφή των πληθυσμών. Η οικιακή παραγωγή επέτρεπε σε μια οικογένεια να παράγει τα υφάσματα που χρειαζόταν, αλλά και άλλα προϊόντα που τα προωθούσε σε τοπικές αγορές.

Τι ήταν αυτό που έθεσε εκτός σχεδίου την οικιακή παραγωγή και την πολυκαλλιέργεια; Η αύξηση της ζήτησης. Και με ποια μέσα επιτεύχθηκε; Με τον σφετερισμό απέραντων επικρατειών των ιθαγενών Ινδιάνων και Αφρικανών, τον αποδεκατισμό των γηγενών σε ΗΠΑ, Αφρική, την κλοπή των πόρων τους. Οι κανόνες του «εσωτερικού» που ίσχυαν στις δυτικές κοινωνίες, δεν ίσχυαν στις αυτοκρατορικές κτήσεις. Εδώ ίσχυαν οι κανόνες του «εξωτερικού». Ήταν ο πολεμικός καπιταλισμός. Και βεβαίως αυτή η κατίσχυση στηριζόταν σε μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες, πολεμικά ισχυρές, όπως οι Εταιρείες Δυτικών και Ανατολικών Ινδιών και στην κρατική παρέμβαση, όπου χρειαζόταν. Βεβαίως τίποτα δεν γινόταν έως και τον 20ο αιώνα χωρίς αντίσταση των ντόπιων επιχειρηματιών, εμπόρων, χωρικών και εργατών. Κάτι που στον 20ο αιώνα οδήγησε στο φούντωμα των τοπικών εθνικισμών, οι οποίοι με τη σειρά τους οδήγησαν στην ήττα της αποικιοκρατίας. Ακόμα όμως είμαστε μακριά απ’ αυτό το σημείο. Ακόμα βρισκόμαστε στη φάση της οικοδόμησης του πολεμικού καπιταλισμού. Όπου φυσικά δεν ήταν άγνωστες και οι συγκρούσεις μεταξύ των δυτικών κρατών για τη ζωτική επέκτασή τους και για την προστασία των προϊόντων τους και την εξασφάλιση καταναλωτών στις αποικίες γι’ αυτά. Οι λεπτομέρειες που παραθέτει ο Μπέκερτ απαιτούν ένα μικρό βιβλίο για να καταγραφούν, δεν αρκεί μια βιβλιοκρισία.

 Sven Beckert

Ο Sven Beckert (Σβεν Μπέκερτ) είναι καθηγητής Αμερικανικής Ιστορίας στην έδρα Laird Bell του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ. Γεννήθηκε στη Φρανκφούρτη, σπούδασε στο Αμβούργο και απέκτησε το διδακτορικό του από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια των ΗΠΑ (1995). Κύρια ερευνητική του δραστηριότητα είναι η ιστορία των Ηνωμένων Πολιτείων τον 19ο αιώνα, με ιδιαίτερη έμφαση στην ιστορία του καπιταλισμού και στις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και διεθνικές διαστάσεις του. Είναι συνδιευθυντής του Προγράμματος για τη Μελέτη του Καπιταλισμού στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, καθώς και της Πρωτοβουλίας Weatherhead για την Παγκόσμια Ιστορία (WIGH). Συνδιευθύνει επίσης μια διεθνή ομάδα μελέτης της παγκόσμιας ιστορίας. Εκτός από την Αυτοκρατορία του βαμβακιού, στα δημοσιεύματά του συμπεριλαμβάνονται τα βιβλία The Monied Metropolis: New York City and the Consolidation of the American Bourgeoisie, 1850 –1896 (2001), Slavery’s Capitalism: A New History of American Economic Development (2016), Global History, Globally: Research and Practice around the World (επιμ., σε συνεργασία με τον Dominic Sachsenmaier, 2018).

Μεταβαίνοντας στην εποχή της αντιμισθίας της δουλείας

Στα τέλη του 18ου αιώνα οι τεχνολογικές μεταβολές σε συνδυασμό με «το σύμπλεγμα κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας ζωογόνησε τον βιομηχανικό καπιταλισμό, την επινόηση που οδήγησε στους μετασχηματισμούς της Βιομηχανικής Επανάστασης» (σ. 107) χωρίς αυτό να σημαίνει πως εξαφανίστηκε ο πολεμικός καπιταλισμός. Απλώς απέκτησε νέες μορφές (δουλική αντιμισθία) και νέους συγκάτοικους (επιστημονικές και βιομηχανικές καινοτομίες). «Τώρα ο βιομηχανικός καπιταλισμός δημιουργούσε έναν κόσμο σε μεταβολή, και το βαμβάκι, ο πιο σημαντικός μεταποιητικός τομέας του, υπήρξε το βασικό ελατήριο σ΄ αυτή την πρωτοφανή εκτόξευση της ανθρώπινης παραγωγικότητας» (σ. 108). Ο ανταγωνισμός όμως για χαμηλότερα ημερομίσθια ανάμεσα στους Δυτικούς ήταν η κινητήρια δύναμη. Αλλά και οι τεχνολογικές αλλαγές δημιουργούσαν ένα καπιταλισμό εν κινήσει. Η πρώτη αξιόλογη εφεύρεση που έγινε το 1733 ήταν η ιπτάμενη σαΐτα του Τζων Κέυ. Αυτή έδωσε την ώθηση σε ένα καταιγισμό νέων εφευρέσεων που έμελλε να αλλάξουν τον κόσμο της μεταποίησης του βαμβακιού, να μειώσουν τον χρόνο παραγωγής του, ν’ αυξήσουν τις ποσότητες παραγωγής του, να βελτιώσουν την ποιότητα αλλά και να ωθήσουν συνάμα στην αύξηση ή, και ανάλογα των άλλων συνθηκών, και στη μείωση της τιμής του. Ο κόσμος, δηλαδή ο καπιταλισμός που ποτέ δεν ήταν κάτι στατικό, για μια ακόμη φορά είχε αλλάξει. Και κυρίως άλλαζε ο δυτικός Βορράς. Για παράδειγμα, η βρετανική βαμβακοβιομηχανία που για πολλά χρόνια ήταν στάσιμη από το 1780 έως το 1800 αυξανόταν με ρυθμό 10,8% τον χρόνο και οι εξαγωγές κατά 14%. Από το 1830 πλέον η Μεγάλη Βρετανία υποσκέλισε τους Ινδούς βαμβακοπαραγωγούς. Αντιθέτως το χαμηλό κόστος εργασίας σε Ινδία – Κίνα δεν επέτρεπε την τεχνολογική καινοτομία.

Η άνοδος του βιομηχανικού καπιταλισμού δεν σήμαινε την πτώση του πολεμικού, αντιθέτως ο πρώτος δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στα βάθη της ζούγκλας της ημερομίσθιας υποχρεωτικής και όχι ελεύθερης εργασίας, χωρίς να τον είχε πάρει από το χέρι ο δεύτερος για να του δείχνει τον δρόμο.

Εκεί όμως που η βαμβακοπαραγωγή εκτινάχθηκε ήταν στις Πολιτείες του Αμερικανικού Νότου και ο λόγος ήταν η αιχμαλωσία της εργασίας μέσω της δουλείας και ο σφετερισμός της γης των ιθαγενών. Οι Αφρικανοί δούλοι και οι ιθαγενείς Ινδιάνοι έκαναν το νοτιοαμερικανικό βαμβακοπαραγωγικό θαύμα. Το θαύμα του βιομηχανικού καπιταλισμού είχε πάντα δίπλα του ένα συνοδοιπόρο. Τον πολεμικό καπιταλισμό. Η άνοδος του βιομηχανικού καπιταλισμού δεν σήμαινε την πτώση του πολεμικού, αντιθέτως ο πρώτος δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στα βάθη της ζούγκλας της ημερομίσθιας υποχρεωτικής και όχι ελεύθερης εργασίας, χωρίς να τον είχε πάρει από το χέρι ο δεύτερος για να του δείχνει τον δρόμο. Εδώ ο αναγνώστης θα συνεχίσει να εντυπωσιάζεται από τον όγκο πληροφοριών και λεπτομερειών για τη βαμβακοπαραγωγή με τους Ράλληδες, Έλληνες εμπόρους, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με τους σκλάβους στην Καραϊβική και με τη μεγάλη γαιοκτησία και τα ολιγαρχικά καθεστώτα στη Νότια Αμερική. «Μέχρι τη δεκαετία του 1780 οι σκλάβοι των Δυτικών Ινδιών και της Νότιας Αμερικής έφτασαν να παράγουν τη συντριπτική πλειονότητα του βαμβακιού που πωλούνταν στις παγκόσμιες αγορές» (σ. 149). Πάντως, ο ολοκληρωτικός έλεγχος των εργατών επιτεύχθηκε για πρώτη φορά στις βαμβακοφυτείες του Αμερικανικού Νότου. Εκεί η βαμβακοπαραγωγή με βάση τη δουλεία έμελλε να ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Η δουλεία και η πενιχρή αντιμισθία της είχε το πηδάλιο.

Με τα φτερά του βιομηχανικού καπιταλισμού

Πολλά, αλλά όχι όλα, αλλάζουν με την εκμηχάνιση. «Οι ειδικευμένοι τεχνίτες, οι τυχοδιώκτες, οι γραφειοκράτες των κρατικών μηχανισμών και οι εκκολαπτόμενοι επιχειρηματίες υιοθέτησαν με τον ίδιο ζήλο τις νέες μηχανές και τις τεχνικές τους» (σ. 209). Ο ασκός του Αιόλου είχε ανοίξει, αλλά σε αντίθεση με τα πάθη του Οδυσσέα, οι άνεμοι δεν χύθηκαν μονομιάς. Οι τεχνολογικές καινοτομίες εισήχθησαν μαζικά μόνο εκεί όπου τα κράτη τις ευνοούσαν. «Πράγματι, η ικανότητα των κρατών να ενθαρρύνουν την εγχώρια βαμβακοβιομηχανία αποδεικνύεται ότι υπήρξε η κρίσιμη ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στους τόπους που εκβιομηχανίστηκαν και σε όσους δεν συνέβη αυτό» (σ. 230). Ο συγγραφέας δεν μένει σ’ αυτή την αξιωματική θέση, αλλά καταθέτει και πλήθος στοιχείων που την τεκμηριώνουν. Από τους εμπορικούς αποκλεισμούς έως τη δασμολογική και φορολογική πολιτική, από τον προστατευτισμό έως τον έλεγχο των τιμών και από την κατάκτηση νέων εδαφών έως την τιθάσευση του κόσμου της εργασίας, ορισμένα κράτη αποδείχθηκαν καλοί αγωγοί της τεχνολογικής καινοτομίας.

«Πέρα από τον προστατευτισμό, τα κράτη έπαιξαν επίσης κομβικό ρόλο στη δημιουργία των αγορών καταργώντας τα τέλη εντός της επικράτειάς τους… (για παράδειγμα ανάμεσα στην Καταλονία και την υπόλοιπη Ισπανία) «Μερικές φορές το κράτος αναδείχθηκε σε σημαντικό πελάτη, όπως συνέβη λόγου χάρη στη Ρωσία κυρίως για τον εφοδιασμό των στρατιωτικών. Ωστόσο ο σημαντικότερος ρόλος από όλους ήταν η οδοποιία, η κατασκευή διωρύγων και σιδηροδρόμων…(σ. 237). Στην Αίγυπτο, στη Βραζιλία και στις Νότιες Πολιτείες των ΗΠΑ η δουλεία αλλά και τα κράτη δεν ευνοούσαν την εκμηχάνιση της βαμβακοπαραγωγής. Η μετάβαση από τη δουλεία στην ημερομίσθια εργασία ήταν ακόμη στα σπάργανα. Πώς όμως οργανωνόταν αυτή η ημερομίσθια εργασία; Με «πόνο, δάκρυα και αίμα». Από την μικρούλα Έλλεν Χούττον η οικογένεια της οποίας χρειαζόταν και το δικό της ημερομίσθιο και την οποία ο επιστάτης ξυλοκοπούσε δυο φορές την εβδομάδα έως τις χιλιάδες εργάτριες και εργάτες που δούλευαν ακατάπαυστα έξι μέρες την εβδομάδα στα κολαστήρια, συγγνώμη στα κλωστήρια, ήθελα να γράψω. «Χειμώνα και καλοκαίρι με βροχή και ήλιο οι εργάτες διακινδύνευαν τη ζωή και την υγεία τους σε πολυώροφα κτίρια, συνήθως κτισμένα με τούβλα, και μοχθούσαν σε μεγάλες αίθουσες πολλές φορές ζεστές, σχεδόν πάντοτε υγρές, γεμάτες σκόνη και εκκωφαντικά θορυβώδεις. Δούλευαν σκληρά, ζούσαν μέσα στη φτώχεια και πέθαιναν νέοι» (σ. 262). Οι εργοστασιακοί εργάτες ως μόνη πηγή για να ζήσουν είχαν το γλίσχρο ημερομίσθιο τους. Αλλά «δεν υπάρχει βεβαίως καμία βιβλιοθήκη ούτε σχολείο που να τιμούν τη μικρούλα Έλλεν Χούττον» (σ. 260). Όπου υπήρχαν σκιρτήματα αμφισβήτησης αυτών των συνθηκών το κράτος αναλάμβανε είτε με την καταστολή είτε με την «παιδεία» να τιθασεύσει την εργασία και να προπαγανδίσει την πειθαρχία. Η εκμετάλλευση της εργασίας των γυναικών και των παιδιών ήταν πολύ μεγαλύτερη απ’ αυτή των ανδρών. Βεβαίως υπήρξε αντίδραση και ραγδαία άνοδος του συνδικαλισμού, ο οποίος μετά το 1860 γέννησε την ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία. Έτσι και αλλιώς πάντως η προλεταριοποίηση της εργασίας ήταν σημαντικός παράγοντας της τότε βαμβακοπαραγωγής.

Η παγκοσμιοποίηση του βαμβακιού και ένας Εμφύλιος Πόλεμος

Όχι πως υπήρξε εποχή απόλυτου τοπικισμού στην παραγωγή βαμβακιού, αλλά με την εκμηχάνιση όλα ήταν έτοιμα για τη μετάβαση στη λεγόμενη πρώτη παγκοσμιοποίηση. Το λιμάνι του Λίβερπουλ αποτέλεσε «σκηνή τιτάνιας μυϊκής εργασίας, το νευρικό σύστημα της πόλης ήταν το εμπορευματικό χρηματιστήριο του βαμβακιού» (σ. 293). Η ιδιοφυΐα των εμπόρων του Λίβερπουλ συνιστάτο στο να συνδυάζουν χαρακτηριστικά αντιφατικά εκ πρώτης άποψης μεταξύ τους: την ημερομίσθια εργασία αλλά και τη δουλεία εκτός Μεγάλης Βρετανίας, τη βρετανική εκμηχάνιση και την αποβιομηχάνιση των αποικιών, το ελεύθερο εμπόριο για τη Μεγάλη Βρετανία αλλά και την απαίτησή τους το κράτος να ασκεί πολιτικές προστατευτισμού για τους ξένους ανταγωνιστές τους. «Η ακμή των εμπόρων του Λίβερπουλ στην καμπή προς τον 19ο αιώνα έστρεψε ακόμα πιο δυναμικά τον πολυεστιακό κόσμο του βαμβακιού στην κατεύθυνση της οργάνωσης με επίκεντρο έναν και μοναδικό πόλο». (σ. 296). Αυτόν του κεφαλαίου. Με το που έφτανε το βαμβάκι στο Λίβερπουλ, ο εισαγωγέας ανέθετε τη διάθεσή του σε κάποιον βαμβακομεσίτη και από εκεί με τη παρέμβαση πολλών μεσιτών το βαμβάκι έφτανε στον βιομήχανο. Αυτός το μεταποιούσε και το προμήθευε στον έμπορο που αναλάμβανε την αποστολή του σε μακρινά λιμάνια, όπως η Καλκούτα. Εκεί το πουλούσαν σε Ινδούς χονδρεμπόρους, οι οποίοι με τη σειρά τους το προωθούσαν στην ενδοχώρα, όπου το αγόραζε κάποιος Ινδός υφαντής, ο οποίος το μεταπουλούσε σε μεταπράτες. «Έτσι, το βαμβάκι που καλλιεργούσαν οι δούλοι στον Μισισιπή και το μεταποιούσαν σε νήμα στο Λάνκασερ κατέληγε κατά πάσα πιθανότητα να υφαίνεται σε πουκάμισο κάπου στην ινδική ύπαιθρο» (σ.298). Υπέροχο δείγμα παγκοσμιοποίησης.

Η δουλεία ήταν ανταγωνίστρια στο αμερικανικό κεφάλαιο του Βορρά, αλλά κυρίως δημιουργούσε προβλήματα για τη σταθερότητα του κεφαλαιακού κόσμου και των πιστώσεων του στους μικροκαλλιεργητές, οι οποίοι δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στον ανταγωνισμό της εργασίας των δούλων.

Για να δουλέψει όμως και στο μέλλον αυτή η μηχανή, χρειάστηκε ένας Εμφύλιος Πόλεμος. Αυτός που έγινε στις ΗΠΑ για την κατάργηση της δουλείας. Η δουλεία ήταν ανταγωνίστρια στο αμερικανικό κεφάλαιο του Βορρά, αλλά κυρίως δημιουργούσε προβλήματα για τη σταθερότητα του κεφαλαιακού κόσμου και των πιστώσεων του στους μικροκαλλιεργητές, οι οποίοι δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στον ανταγωνισμό της εργασίας των δούλων. Ο Αμερικανικός Εμφύλιος πανικόβαλλε τις αγορές, αλλά σταδιακά με τη συμβολή των Ινδών παραγωγών ισορρόπησε. Χάρη στο ινδικό βαμβάκι αποφεύχθηκε η πλήρης καταστροφή. Υπήρχε όμως και άλλος ένας από μηχανής θεός. Ή μήπως όχι και τόσο από μηχανής; Αυτός ήταν το κράτος. Με το τέλος του Εμφυλίου οι απελεύθεροι ανάσαναν λίγο, με την επιβολή ενός είδους επίμορτης εργασίας και καλλιέργειας και του δικαιώματος ψήφου στο πλαίσιο ενός κοινωνικού συμβιβασμού. Η στροφή των πρώην δούλων στη γεωργία αυτοσυντήρησης ήταν ο χειρότερος εφιάλτης για τους βαμβακέμπορους και βαμβακοβιομήχανους. Αλλά αυτή η ανάσα των απελεύθερων δεν κράτησε πολύ. Τούς κόπηκε το 1873, όπου επέστρεψε η βία, όχι για να επιβάλλει τη συνέχεια της δουλείας, αλλά για να επιβάλλει την προλεταριοποίηση της αγροτικής εργασίας, κυρίως των απελεύθερων που είχαν τολμήσει να διεκδικήσουν τη γη που καλλιεργούσαν μέχρι το 1865.

Ο καταναγκασμός και η βία έγιναν τα πιο πρόσφορα μέσα για την απόσπαση βαμβακιού. Είχαν προηγηθεί λιμοί σε Ινδία και Αίγυπτο λόγω της μονοκαλλιέργειας του βαμβακιού.

Αλλού πάντως η μικροϊδιοκτησία άντεξε έως τα τέλη του 19ου αιώνα. Έως το τα τέλη του 19ου αιώνα «το βαμβάκι στον κόσμο το καλλιεργούσαν ως επί το πλείστον αγρότες που δούλευαν στη δική τους ή σε ενοικιαζόμενη γη με οικογενειακή εργασία» (σ. 438). Έκτοτε η εμβάθυνση της παγκοσμιοποίησης από το Βόρειο Μεξικό και το Περού έως την Αίγυπτο, την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τη Βραζιλία, τις Ινδίες οδήγησε στη προλεταριοποίηση της αγροτικής εργασίας. Πάντως είχε ξεκινήσει να κτίζεται ένας κόσμος με βαμβάκι, αλλά χωρίς σκλάβους. Η διατήρησή του θα εξαρτιόταν από το αν το βαμβάκι που παράγεται με ελεύθερη εργασία στην Ινδία θα μπορούσε να πωληθεί σε τιμές χαμηλότερες του βαμβακιού που παραγόταν με τη δουλεία. Η ανησυχία γραφειοκρατών και κεφαλαιούχων ήταν «αν ο νέγρος στο εξής θα ήταν εργατικός». Και για να επιτευχθεί αυτή η «πειθαρχία» επιστρατεύτηκαν οι κρατικοί μηχανισμοί για να πείσουν τους «μελαψούς» να υπακούσουν στους λευκούς. «Η επιστράτευση του σωματικού καταναγκασμού ήταν ευρύτατα διαδεδομένη στους βαμβακοκαλλιεργητικές περιοχές του κόσμου, και πολύ σημαντικός παράγοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Περού, την Αίγυπτο και αλλού (σ. 441). Αλλά «οι κεφαλαιούχοι ήταν οι αληθινοί επαναστάτες της εποχής» (σ. 442). Την ίδια στιγμή η επιτάχυνση της παγκοσμιοποίησης και της παγκόσμιας οικονομικής ολοκλήρωσης συμβάδιζε με την εδραίωση των εθνικών κρατών. «Οι κρατικοί ιθύνοντες και οι κεφαλαιούχοι στην ουσία συγκέρασαν τους αντίστοιχους σκοπούς τους, την εξουσία και τη συσσώρευση κεφαλαίου, σφυρηλατώντας κατά τη διαδικασία αυτή μια εντελώς νέα μορφή καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης» (σ. 443). Για να προχωρήσει αυτό όμως χρειαζόταν και η επιστροφή σ’ ένα σύγχρονο πολεμικό καπιταλισμό στο πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας της εποχής. Η Γερμανία και η Γαλλία επεκτάθηκαν στην Αφρική, η Μεγάλη Βρετανία στα απάτητα εδάφη των ήδη κτήσεων της, η Ρωσία στην Κεντρική Ασία, οι ΗΠΑ στην ινδιάνικη ενδοχώρα. Ο καταναγκασμός και η βία έγιναν τα πιο πρόσφορα μέσα για την απόσπαση βαμβακιού. Είχαν προηγηθεί λιμοί σε Ινδία και Αίγυπτο λόγω της μονοκαλλιέργειας του βαμβακιού.

Πάντως, κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια του 19ου αιώνα, κράτος, βιομήχανοι και μεγαλέμποροι διέρρηξαν τους όποιους τοπικούς δεσμούς είχαν διατηρηθεί. Η Δύση και ιδιαιτέρως η Μεγάλη Βρετανία κατακτούσε κυριολεκτικά τις αγορές υφασμάτων σε Κίνα και Ινδία. Η δημιουργία αγορών για τις Μητροπόλεις ήταν το κύριο μέλημα των αποικιοκρατικών διοικήσεων. Πάντως στην Ινδία αυτό επιτεύχθηκε με την αγροτοποίηση και όχι την προλεταριοποίηση των τοπικών πληθυσμών.

pek vamvakiΑυτές οι εξελίξεις οδήγησαν στη συσπείρωση αγροτών, εργατών, βιομηχάνων στις αποικιοκρατούμενες χώρες και στη δημιουργία εθνικιστικών κινημάτων. Οι λαοί στην Ινδία, στη Δυτική Αφρική, τη Νοτιοανατολική Ασία μέχρι και την Ιαπωνία καθοδηγούμενοι από εθνικούς στοχαστές πίστεψαν πως «τα ισχυρά εθνικά κράτη μια μέρα θα προστάτευαν τους εγχώριους βιομήχανους, θα κατασκεύαζαν έργα υποδομής, θα κινητοποιούσαν την εργασία και βοηθούσαν τους βιομήχανους να κατακτήσουν τις εξαγωγικές αγορές» (σ. 565). Μετά την αποαποικιοαποίηση η εφαρμογή αυτών των ιδεών στην πράξη φάνηκε ιδιαίτερα δύσκολη. Αλλά η πανουργία της ιστορίας το έφερε έτσι που οι αλλαγές στον Πρώτο Κόσμο, τα εργατικά κινήματα και η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου διευκόλυναν τη μερική εφαρμογή αυτών των ιδεών στον μετααποικιακό κόσμο. Η στηριγμένη στη φτηνή εργασία εκβιομηχάνιση του βαμβακιού οδήγησε στην πτώση των δυτικών αγορών και στην άνοδο του μεριδίου αγορών, αυτού που ο συγγραφέας αποκαλεί Παγκόσμιο Νότο. Έτσι κατά την περίοδο 1880-1940 η Ιαπωνία, η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία, η Κεντροανατολική Ασία (το Ουζμπεκιστάν μπήκε στην πρώτη δεκάδα των εξαγωγέων βαμβακιού) και ο Αμερικανικός Νότος εκτόπισαν σταδιακά την Ευρώπη και τον Αμερικανικό Βορρά από την κυριαρχία τους στις αγορές του βαμβακιού και στην παραγωγή ρούχων, επώνυμων και μη. Η μεγάλη παρακμή όμως της βαμβακοβιομηχανίας στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ μετά το 1970 οδήγησε από τη μια στην κυριαρχία των εταιρικών κολοσσών που συγκέντρωναν τα επώνυμα προϊόντα τους σε παγκόσμιο επίπεδο για να τα πουλήσουν σε καταναλωτές απ’ όλον τον κόσμο και από την άλλη στη μετατόπιση του κέντρου βάρους της βαμβακοκαλλιέργειας αλλά και της βιομηχανικής παραγωγής στον Παγκόσμιο Νότο. Ένα όμως στοιχείο παραμένει ακλόνητο. Παντελώς ελεύθερες αγορές δεν υπήρξαν ποτέ. «Η μεγαλύτερη πηγή ισχύος για τους κεφαλαιούχους υπήρξε διαχρονικά η ικανότητά τους να βασίζονται σε ασυνήθιστα ισχυρά κράτη - και ταυτόχρονα οι μεγαλύτερες αδυναμίες του συνδέονταν επίσης με την εξάρτησή τους από το κράτος» (σ. 622). Και παράλληλα εδώ κατανοούμε πως τουλάχιστον στις απαρχές του ο καπιταλισμός «δεν χαρακτηρίστηκε από τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας αλλά από ένα κύμα σφετερισμού της εργασίας και των γαιών που αποκαλύπτει τις ανελεύθερες καταβολές του» (σ. 74). Ο καπιταλισμός επομένως, συμπεραίνω, δεν ισούται εξαρχής με τη δημοκρατία και την ελευθερία. Αυτά τα δυο προστέθηκαν σ’ αυτόν μετά από ταξικούς αγώνες. Σαν να ξαναδιαβάζω σε εμπλουτισμένη επανέκδοση και με περισσότερα επιχειρήματα και στοιχεία το 24ο Κεφάλαιο με τίτλο «Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση» του Κεφαλαίου του Μαρξ. Πώς να μη το λατρέψω αυτό το βιβλίο;

Όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο, το βιβλίο τιμήθηκε με το Βραβείο Bancroft, το Βραβείο Philip Taft, απέσπασε το Council Recognition for Excellence και ήταν ένας από τους τελικούς διεκδικητές του Βραβείου Pulitzer. Η εφημερίδα New York Times το συμπεριέλαβε στα δέκα σημαντικότερα βιβλία του 2015.

Η μετάφραση της Πελαγίας Μαρκέτου αποδίδει με εντυπωσιακό τρόπο την ατμοσφαιρική ομορφιά του βιβλίου. Μια έκδοση εντυπωσιακή και υπερπολύτιμη. Στα πολλά θετικά της να προσθέσω τις 109 εικόνες και τους 7 χάρτες.

Και κάτι προσωπικό. Το 2022 άρχισε με το εμβληματικό «Κεφάλαιο και Ιδεολογία» του Τομά Πικετί (μτφρ. Σώτη Τριανταφύλλου, εκδ. Πατάκη), συνεχίστηκε με το συγκλονιστικό «Η τυραννία της αξιοκρατίας» (μτφρ. Μιχάλης Μητσός, εκδ. Πόλις) του Μάικλ Σαντέλ και έκλεισε με αυτό εδώ το αριστούργημα. Δεν τη λες και χαμένη χρονιά. 

 * Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και δρ Κοινωνιολογίας. Τελευταίο βιβλίο του, η μελέτη «Το πρωτείο της δημοκρατίας - Σοσιαλδημοκρατία μετά τη σοσιαλδημοκρατία» (εκδ. Αλεξάνδρεια). 

politeia link more

 

 

 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Αστυνομία Πόλεων» του Αχιλλέα Φωτάκη – Τα πρώτα βήματα στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου

«Αστυνομία Πόλεων» του Αχιλλέα Φωτάκη – Τα πρώτα βήματα στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου

Για το βιβλίο του Αχιλλέα Φωτάκη «Αστυνομία Πόλεων. Τα πρώτα βήματα στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θεμέλιο. Φωτογραφία: Πουλίδη, Αρχείο ΕΡΤ

Γράφει ο Ηλίας Καφάογλου

«Απέκτησεν, επιτέλο...

«Η εποχή του λυκόφωτος», της Κάθριν Νίξι (κριτική) – Η καταστροφή του κλασικού κόσμου από τον Χριστιανισμό

«Η εποχή του λυκόφωτος», της Κάθριν Νίξι (κριτική) – Η καταστροφή του κλασικού κόσμου από τον Χριστιανισμό

Για τη μελέτη της Αγγλίδας ιστορικού και δημοσιογράφου Κάθριν Νίξι [Catherine Nixey] «Η εποχή του λυκόφωτος» (μτφρ. Μιχάλης Λαλιώτης, εκδ. Αλεξάνδρεια). 

Γράφει ο Γιώργος Βέης

«Τα δεδομένα είναι ακριβώς αυτό που δεν υπά...

«Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 και η παγκόσμια σημασία της» του Ρόντρικ Μπίτον (κριτική)

«Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 και η παγκόσμια σημασία της» του Ρόντρικ Μπίτον (κριτική)

Για το βιβλίο του Ρόντρικ Μπίτον [Roderick Beaton] «Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 και η παγκόσμια σημασία της» (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδ. Αιώρα).

Γράφει ο Γιώργος Σιακαντάρης

Μετά το εξαιρετικό ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Το πράσινο μίλι» του Στίβεν Κινγκ (προδημοσίευση)

«Το πράσινο μίλι» του Στίβεν Κινγκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ [Stephen King] «Το πράσινο μίλι» (μτφρ. Πητ Κωνσταντέας), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 9 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Δεν υπήρχε καθόλου ζέστη, κα...

«Ρολόι χωρίς δείκτες» της Κάρσον ΜακΚάλερς (προδημοσίευση)

«Ρολόι χωρίς δείκτες» της Κάρσον ΜακΚάλερς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Κάρσον ΜακΚάλερς [Carson McCullers] «Ρολόι χωρίς δείκτες» (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 8 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο θάνατος εί...

Ένας χρόνος χωρίς τη Μαριανίνα Κριεζή + ένα σπάνιο διήγημά της

Ένας χρόνος χωρίς τη Μαριανίνα Κριεζή + ένα σπάνιο διήγημά της

Με αφορμή τη συμπλήρωση σήμερα, 6 Φεβρουαρίου, ενός χρόνου χωρίς τη Μαριανίνα Κριεζή κοντά μας, αναδημοσιεύουμε ένα σπάνιο διήγημά της του 1971 – ίσως το μοναδικό που έχει γράψει.

Γράφει ο Κώστας Αγοραστός

Η ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Το πράσινο μίλι» του Στίβεν Κινγκ (προδημοσίευση)

«Το πράσινο μίλι» του Στίβεν Κινγκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ [Stephen King] «Το πράσινο μίλι» (μτφρ. Πητ Κωνσταντέας), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 9 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Δεν υπήρχε καθόλου ζέστη, κα...

«Ρολόι χωρίς δείκτες» της Κάρσον ΜακΚάλερς (προδημοσίευση)

«Ρολόι χωρίς δείκτες» της Κάρσον ΜακΚάλερς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Κάρσον ΜακΚάλερς [Carson McCullers] «Ρολόι χωρίς δείκτες» (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 8 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο θάνατος εί...

«Ο Βασίλης –ψευδώνυμο Γιάννης– στην αριστερά (1971 - 2008)» του Θόδωρου Σούμα (προδημοσίευση)

«Ο Βασίλης –ψευδώνυμο Γιάννης– στην αριστερά (1971 - 2008)» του Θόδωρου Σούμα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογράφημα - πολιτική μαρτυρία του Θόδωρου Σούμα, «Ο Βασίλης –ψευδώνυμο Γιάννης– στην αριστερά (1971 - 2008)» το οποίο θα κυκλοφορήσει την ερχόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις Επίκεντρο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

7 μυθιστορήματα από όλον τον κόσμο για τους φίλους του φανταστικού

7 μυθιστορήματα από όλον τον κόσμο για τους φίλους του φανταστικού

Πρώτος μήνας του νέου έτους και πριν δούμε τι θα φέρει η φετινή πραγματικότητα ας επιτρέψουμε στον εαυτό μας ένα φανταστικό λογοτεχνικό ταξίδι. Οι εκδόσεις Βακχικόν προτείνουν επτά μυθιστορήματα για τους φίλους του φανταστικού. Γιατί η φαντασία σε πάει παντού...

Επιμέλεια: Book Press

...
Γουίλιαμ Χ. Γκας: «Τα δώδεκα σημαντικότερα βιβλία που διάβασα στη ζωή μου»

Γουίλιαμ Χ. Γκας: «Τα δώδεκα σημαντικότερα βιβλία που διάβασα στη ζωή μου»

Στο βιβλίο του με τίτλο «The William H. Gass Reader», ο Αμερικανός πεζογράφος William H. Gass επέλεξε τα δώδεκα βιβλία που διαμόρφωσαν τη λογοτεχνική ματιά του. Μια λίστα που, όπως σημειώνει και ο ίδιος στην εισαγωγή του, δεν περιλαμβάνει απαραιτήτως τα «δώδεκα καλύτερα βιβλία» που έχει διαβάσει, καθώς «κάθε σπουδαί...

Τα 100 καλύτερα μυθιστορήματα στην αγγλόφωνη πεζογραφία σύμφωνα με τον Γκάρντιαν

Τα 100 καλύτερα μυθιστορήματα στην αγγλόφωνη πεζογραφία σύμφωνα με τον Γκάρντιαν

Ο κριτικός λογοτεχνίας της βρετανικής εφημερίδας, Guardian, Robert McCrum επέλεξε τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία γραμμένα στα αγγλικά. Στη λίστα του εντοπίζουμε έργα που θεωρούνται πλέον κλασικά, από συγγραφείς όπως οι Ντίκενς, Μέλβιλ, κ.ά., καθώς και μυθιστορήματα από τους ΝτεΛίλο, Ισιγκούρο, Ροθ, Κουτσί, κ.ά. ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

13 Δεκεμβρίου 2022 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2022

Έφτασε η στιγμή και φέτος για την καθιερωμένη εδώ και χρόνια επιλογή των εκατό από τα καλύτερα βιβλία λογοτεχνίας της χρονιάς που φτάνει σε λίγες μέρες στο τέλος της. Ε

ΦΑΚΕΛΟΙ