x
Διαφήμιση

10 Απριλιου 2020

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:12:15:30 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ Ο (αντι)διαφωτισμός και η επικίνδυνη γοητεία των Συρακουσών

Ο (αντι)διαφωτισμός και η επικίνδυνη γοητεία των Συρακουσών

E-mail Εκτύπωση

ritornante De ChiricoΓια τα βιβλία των Mark Lilla «Η σαγήνη των Συρακουσών» (μτφρ. Χρυσούλα Μαντζαλίρα, εκδ. The Athens Review of Books) και Richard Wolin «Η γοητεία του ανορθολογισμού» (μτφρ. Μαρία Φιλιππακοπούλου, εκδ. Πόλις).

Του Μύρωνα Ζαχαράκη

Συνήθως οι διανοούμενοι αντιμετωπίζονται, τουλάχιστον θεωρητικά, ως η ομάδα ανθρώπων που κατέχει εκείνα τα εργαλεία που της επιτρέπουν να γνωρίζει και να κατανοεί τον κόσμο καλύτερα από τον μέσο άνθρωπο. Αυτό όμως δεν αποτελεί πάντοτε προτέρημα και το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πολιτική. Διότι, η πολιτική χρειάζεται πίστη σε μύθους και δυνατότητα για δράση, δύο πράγματα που συνήθως οι διανοούμενοι δεν διαθέτουν. Και όμως, αυτό δεν τους εμποδίζει να λαμβάνουν ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή. Τι συμβαίνει όμως όταν οι πολιτικές επιλογές ενός σημαντικού στοχαστή κηλιδώνουν τον ίδιο και το έργο του;

O καθηγητής Ρίτσαρντ Γουόλιν αναλύει ορισμένες πτυχές του αντιδιαφωτιστικού λόγου στον σύγχρονο κόσμο. Η ανάλυσή του επικεντρώνεται στο φιλοσοφικό κίνημα του Μεταμοντερνισμού, εξετάζοντας την επιρροή σε αυτό τριών γερμανόφωνων στοχαστών (Νίτσε, Γιούνγκ, Γκάνταμερ) και δύο Γάλλων (Μπατάιγ, Μπλανσό).

Στο βιβλίο του με τον τίτλο Η γοητεία του ανορθολογισμού, το οποίο γράφτηκε λίγο μετά από Τα παιδιά του Heidegger, ο καθηγητής Ρίτσαρντ Γουόλιν αναλύει ορισμένες πτυχές του αντιδιαφωτιστικού λόγου στον σύγχρονο κόσμο. Η ανάλυσή του επικεντρώνεται στο φιλοσοφικό κίνημα του Μεταμοντερνισμού, εξετάζοντας την επιρροή σε αυτό τριών γερμανόφωνων στοχαστών (Νίτσε, Γιούνγκ, Γκάνταμερ) και δύο Γάλλων (Μπατάιγ, Μπλανσό) και παρεμβάλλοντας ανάμεσα δύο εκτενείς «πολιτικές παρεκβάσεις», όπως τις χαρακτηρίζει, με θέμα την ανάδυση της σύγχρονης Ακροδεξιάς στη Γερμανία και τη Γαλλία των τελευταίων χρόνων. O Γουόλιν ουσιαστικά σχηματίζει μιαν αλυσίδα με τρεις κρίκους: μεταμοντερνισμός, γερμανική Kulturkritik του Μεσοπολέμου (συντηρητική επανάσταση) και τέλος, αντεπαναστατικός συντηρητισμός των Ντε Μεστρ και Γκομπινό. Στο τελευταίο κεφάλαιο εξετάζει μάλιστα τον ιδιαίτερα επικριτικό τρόπο με τον οποίο αυτές οι τρεις τάσεις αντιλαμβάνονταν την Αμερική.

Από πολλές απόψεις, μοιάζει να συνεχίζει ακριβώς από εκεί που είχε σταματήσει στα Παιδιά του Heidegger, κάνοντας συνάμα ένα μεγάλο βήμα: από την κριτική της ακροδεξιάς Kulturkritik στη μεσοπολεμική Γερμανία και της απαξίωσης του ορθού λόγου εκ μέρους της, μεταβαίνει στον γαλλικό Μεταμοντερνισμό της δεκαετίας του 1960 και στο δικό του πρόγραμμα εναντίωσης στον Διαφωτισμό. Υπάρχουν άραγε ομοιότητες ανάμεσα σε αυτά τα δύο προγράμματα; Ο Γουόλιν απαντά καταφατικά και η απόπειρα ανίχνευσης αυτών των ομοιοτήτων συνθέτει την επιχειρηματολογία του βιβλίου του. Αρχικά, η απαξίωση των ιδεών του Διαφωτισμού, μας λέει, δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της Δεξιάς. Αντίθετα, αποτελεί πλέον κοινό τόπο και στην Αριστερή διανόηση. Συγκεκριμένα, πολλοί υπέρμαχοι του Μεταμοντερνισμού και της Αριστεράς αρθρώνουν μια δριμεία κριτική ενάντια στα κορυφαία ιδεώδη του Δυτικού πολιτισμού, υποβιβάζοντας τον ορθό λόγο σε «εργαλειακή ορθολογικότητα» και την αξίωση για την αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας σε μέσο άσκησης εξουσίας. Σύμφωνα με τον Γουόλιν, όλοι οι παραπάνω στοχαστές (Νίτσε, Γιούνγκ, Γκάνταμερ, Μπατάιγ και Μπλανσό) εξέφρασαν τη δυσφορία της εποχής του για την «απομάγευση του κόσμου» και επιδόθηκαν με πάθος στην «επαναμάγευσή» του. Για τον σκοπό αυτόν, δεν δίστασαν να θαυμάσουν και να εγκωμιάσουν, περισσότερο ή λιγότερο ξεκάθαρα, τον γερμανικό ναζισμό και τον Χίτλερ.

richard wolin
O Richard Wolin (γεν. 1952) είναι Αμερικανός
φιλόσοφος με ειδίκευση στην ευρωπαϊκή 
φιλοσοφία του 20ου αιώνα, και ιδιαίτερα
στον Χάιντεγκερ 
και στη Σχολή της
Φρανκφούρτης. 
 
 

Αρχικά, ο Γουόλιν στρέφεται στη Γερμανία και επιχειρεί να μας δείξει πόσο μεγάλη ήταν η απήχηση του Αυστριακού δικτάτορα στη γερμανική διανόηση. Από τον νεοκλασικισμό, που στηριγμένος στον Winckelmann, έβλεπε στην ελληνική Αρχαιότητα ένα «γαλήνιο μεγαλείο», η κλασική φιλολογία στη μεσοπολεμική Γερμανία πέρασε σε ρομαντικές και εθνικιστικές ερμηνείες. Ιδιαίτερα μια (εν πολλοίς επιλεκτική) ερμηνεία των πλατωνικών κειμένων (ιδιαίτερα της Πολιτείας), με πρωτοστάτη τον σημαντικό φιλόλογο Werner Jaeger και τους συνεργάτες του, έβλεπε στη Γερμανία της εποχής όχι μονάχα την αναβίωση του αρχαιοελληνικού πνεύματος αλλά και τη δυνατότητα επιτυχίας εκεί όπου ο Έλληνας στοχαστής είχε αποτύχει: στη διαμόρφωση του τυράννου των Συρακουσών, Διονυσίου. Με τη νίκη του Χίτλερ, ο θαυμασμός του ριζοσπαστικού πλατωνικού οράματος έλαβε τρομακτικές διαστάσεις, με αποκορύφωμα τους εφιαλτικούς ναζιστικούς παραλληλισμούς του Kurt Hildebrandt και τη φράση του Hans Heyse ότι η πλατωνική Πολιτεία ήταν «το αρχέτυπο της ιδέας του [Τρίτου] Ράιχ». Αυτό ήταν το κυρίαρχο πνεύμα της εποχής, και διανοούμενοι όπως ο Γκάνταμερ δεν κατόρθωσαν να αποστασιοποιηθούν από τον θαυμασμό των φυλετικών ιδεών περί γερμανικότητας.

Αντίστοιχα, ο Γιουνγκ δεν δίσταζε να εγκωμιάζει τη μαγική δύναμη του Χίτλερ, ποθώντας την αναβίωση του αρχέγονου παρελθόντος των «Αρίων Γερμανών». Ο Γιουνγκ υπήρξε απλά «ένας αγύρτης» γράφει χαρακτηριστικά ο Γουόλιν. Όσο για τον Νίτσε, αν και προφανώς δεν υπήρξε υποστηρικτής του Χίτλερ (αφού πέθανε το 1900), για τον Γουόλιν ήταν ένας πρωτοφασίστας. Μάλιστα, ήταν η μελέτη εκείνου που έστρεψε τον νεαρό Μουσολίνι από τον σοσιαλισμό και τον συνδικαλισμό στη διαμόρφωση μιας νέας ιεραρχικής, αντινεωτερικής και βίαιης ιδεολογίας, στην οποίο έδωσε το χαρακτηριστικό προσωνύμιο «φασισμός».

Αν και βέβαια δεν μπορούμε να ανιχνεύσουμε παθιασμένο εθνικισμό και αντισημιτισμό στα γραπτά του Νίτσε, είναι αδύνατο να μην λάβουμε υπόψη μας τις σκληρές κριτικές του στη δημοκρατία, στην ισότητα, καθώς και την αδιαφορία του για τις ανθρώπινες «μάζες». Συγκεκριμένα, με τη θεωρία του για τους κυρίους και τους δούλους, ο Νίτσε διαιρεί όλες τις ηθικές διδασκαλίες σε δύο κύρια είδη: η βάση της ηθικής των κυρίων είναι η περηφάνια και η αυτοπεποίθηση, ενώ αντίθετα βάση της ηθικής των δούλων είναι η μνησικακία έναντι των κυρίων. Πρόκειται για δύο αντίθετες ηθικές αξιολογήσεις που μάχονται χιλιετίες τώρα: στην αρχαία Ρώμη κυρίαρχη ήταν η ηθική των κυρίων, ενώ στη σύγχρονη εποχή επικρατεί η πληβεία, ενώ υπάρχουν και ολόκληροι λαοί που είναι κύριοι (Ρωμαίοι) είτε πληβείοι (Εβραίοι). Για τον άνθρωπο που θέλει να ζει, υποστηρίζει ο Νίτσε, ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ο οίκτος. Και το να αποδέχεσαι την πραγματική ζωή σημαίνει να είσαι κατά κάποιον τρόπο «δολοφόνος», να μπορείς δηλαδή να πετάς μακριά οτιδήποτε δεν επιθυμεί να ζει. Τέλος, ο Νίτσε περιέγραψε επίσης την Αμερική ως τη μητρόπολη του υλιστικού Μολώχ, όπου κάθε ιδεώδες συντρίβεται από τη δύναμη του εργαλειακού πνεύματος. Οι κορυφαίοι εκφραστές της συντηρητικής επανάστασης θα προσέθεταν ακόμη περισσότερες μομφές.

Σύμφωνα με τον Γουόλιν, η άνθηση του Μεταμοντερνισμού οφείλει πολλά στο φιλοσοφικό έργο του Νίτσε. Αυτό αποτελεί κοινό στοιχείο με τους Γερμανούς αντιδιαφωτιστές του Μεσοπολέμου.

Σύμφωνα με τον Γουόλιν, η άνθηση του Μεταμοντερνισμού οφείλει πολλά στο φιλοσοφικό έργο του Νίτσε. Αυτό αποτελεί κοινό στοιχείο με τους Γερμανούς αντιδιαφωτιστές του Μεσοπολέμου. Ο Γουόλιν παραβάλλει επανειλημμένα αυτά τα δύο ρεύματα, ισχυριζόμενος ότι παρά τις ιδεολογικές διαφορές τους, είναι όμοια εχθρικές προς τη Δύση και τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές αξίες της. Οι «σπενγκλεριανές προφητείες» για την παρακμή της Δυτικής κουλτούρας, που έπεσαν σε δυσμένεια στην πατρίδα τους, άνθισαν ξανά τη δεκαετία του 1960 στη Γαλλία. Άλλωστε η επιρροή του κατ’ εξοχήν διανοούμενου της Συντηρητικής Επανάστασης, Μάρτιν Χάιντεγκερ, για τους Φουκό και Ντεριντά είναι ένα γεγονός που δύσκολα μπορεί να υποτιμηθεί. Πώς όμως η γαλλική διανόηση στράφηκε –σε μια μόλις δεκαετία– από τον Ντεκάρτ, τον Καντ και τον Μαρξ στον ασπασμό του Νίτσε που περιγράφει ο Γουόλιν; Ύστερα από την εισβολή των Σοβιετικών στην Ουγγαρία και τη γενικότερη χρεοκοπία της μαρξιστικής ιδεολογίας, αλλά και υπό τη σχετικά πρόσφατη επονείδιστη πολιτική μεταβολή, η γαλλική διανόηση εγκατέλειψε την παράδοση του εγελιανού μαρξισμού προς όφελος της «ανακάλυψης» του Νίτσε. Σε αυτό συνέβαλε σημαντικά ένα σχετικό βιβλίο του Pierre Klossowski, το οποίο παρουσίαζε τον Γερμανό στοχαστή ως μια σχεδόν μυστικιστική διάνοια εχθρική απέναντι στον ορθό λόγο και τον πολιτισμό εν γένει, προσέγγιση που ακολούθησαν, καθένας με τον τρόπο του, οι επιφανέστεροι Μεταμοντέρνοι στοχαστές: Ντελέζ, Ντεριντά, Φουκό και Λιοτάρ. Η κριτική των Μπατάιγ και Μπλανσό για το νόημα, την αξία της πολιτικής στράτευσης και τον σύγχρονο κόσμο εν γένει, προδίδει τη συγγένεια των τελευταίων με τον Μεταμοντερνισμό. Τέλος, οι περιγραφές των εκφραστών του (ιδιαίτερα του Μποντριγιάρ) για την Αμερική προδίδουν την υπόγεια συγγένειά τους με τη μεσοπολεμική γερμανική διανόηση.

Ο Γουόλιν προσπαθεί επίμονα να μας πείσει ότι κάθε κοσμοθεωρία ή τάση που αρνείται την οικουμενικότητα του Διαφωτισμού είναι ύποπτη για φιλοφασισμό. Για τον σκοπό αυτό, μάλιστα, δεν διστάζει να συγκρίνει τον υπερασπιστή της ασυμμετρίας και της ίσης αξίας των επιμέρους πολιτισμών, Λεβί Στρος (βλ. το έργο του Φυλή και ιστορία), με τον θεωρητικό του φυλετισμού Γκομπινό. Δεν γίνεται να μην αντιληφθεί κανείς ότι προκειμένου να αντιπαρατεθεί με ένα ευρύ φάσμα στοχαστών, ο Γουόλιν καταφεύγει κάποτε σε επιλεκτική παράθεση δεδομένων: αυτό γίνεται ορατό, λόγου χάρη, στην περίπτωση του Ζορζ Μπατάιγ, τον οποίο μέμφεται για «αριστερό φασισμό», παραβλέποντας ότι ο τελευταίος έχει εκφραστεί με ανησυχία για τον κίνδυνο του φασισμού και είχε εκφράσει την ανάγκη προστασίας του εργατικού κινήματος από αυτόν (βλ. το έργο του Η ψυχολογική δομή του φασισμού).

Tο συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα (και) από αυτό το βιβλίο του Γουόλιν, όπως και από το προηγούμενο για τον Χάιντεγκερ, είναι ότι ταυτίζοντας τον Διαφωτισμό με τον «εργαλειακό λόγο», οι στοχαστές απλώς ανοίγουν τον δρόμο στον αντιδημοκρατικό ανορθολογισμό και στις επικίνδυνες πολιτικές του επιλογές, που τόσο ακριβά πλήρωσε ο κόσμος μας τον 20ό αιώνα. 

Σε τελική ανάλυση, το συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα (και) από αυτό το βιβλίο του Γουόλιν, όπως και από το προηγούμενο για τον Χάιντεγκερ, είναι ότι ταυτίζοντας τον Διαφωτισμό με τον «εργαλειακό λόγο», οι στοχαστές απλώς ανοίγουν τον δρόμο στον αντιδημοκρατικό ανορθολογισμό και στις επικίνδυνες πολιτικές του επιλογές, που τόσο ακριβά πλήρωσε ο κόσμος μας τον 20ό αιώνα. Η επίμονη υπεράσπιση των αξιών του Διαφωτισμού και της οικουμενικότητας από τον Γουόλιν συνιστά και μια πολιτική θέση για το σήμερα: πρόκειται για τον δρόμο της διατήρησης του Ευρωπαϊκού οράματος, αντίθετα με την τάση του απομονωτισμού η οποία όλο και περισσότερο (φαίνεται να) κερδίζει έδαφος. Πώς είναι όμως δυνατόν, αν αποδεχτούμε τα συμπεράσματά του, τόσοι διανοούμενοι να στήριξαν σθεναρά αντιδημοκρατικές (ή ακόμη και φασιστικές) τάσεις; Αν πάρουμε όσα λέει στην ονομαστική τους αξία, προκύπτει ότι οι πλέον επιφανείς στοχαστές του Δυτικού πολιτισμού (ή τουλάχιστον η πλειοψηφία τους) ήταν σε κάποια φάση εναντίον του. Μοιάζει σχεδόν σαν ο Γουόλιν να έχει, άθελά του, συντάξει ένα δριμύ κατηγορητήριο για τον Διαφωτισμό, τη Δύση και τη φιλελεύθερη Δημοκρατία. Στη σχεδόν αγωνιώδη προσπάθειά του να υπεραμυνθεί αυτών των (όντως σημαντικών) αξιών, ο Γουόλιν δίνει υπερβολικά πολλά όπλα στα χέρια των ιδεολογικών του αντιπάλων. Συνδέοντας τόσο στενά (και μερικές φορές επιλεκτικά) σημαντικούς στοχαστές σαν τον Λεβί Στρος, τον Μπατάιγ και τον Νίτσε με ακραίες απόψεις (π.χ. φυλετισμός, φασισμός), άθελά του ενισχύει το κύρος των τελευταίων, προικίζοντάς τις με ένα επίχρισμα στοχαστικότητας. Πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε γενική απογοήτευση με τα κοινά, στην πολιτική απάθεια, και σε τελική ανάλυση ακόμη και στην ενίσχυση των ακραίων τάσεων που τόσο επίμονα επιχειρεί να καταδικάσει στο βιβλίο του. Το ερώτημά μας όμως παραμένει: τι είναι αυτό που ώθησε και ωθεί τόσους πολλούς διανοουμένους σε τόσο ακραίες πολιτικές επιλογές; Διότι υπήρξαν ομολογουμένως αρκετοί που ήταν παραπάνω από πρόθυμοι να προσφέρουν ηθική νομιμοποίηση και θεωρητικό κύρος στα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα. Μήπως λοιπόν οι διανοούμενοι είναι, για κάποιον λόγο, περισσότερο επιρρεπείς στον πολιτικό αυταρχισμό; Σε αυτό το ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει ο Μαρκ Λίλα, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, με το βιβλίο του Η σαγήνη των Συρακουσών.

Mark Lilla
O Mark Lilla (γεν. 1956) είναι Αμερικανός
Πολιτικός Επιστήμονας, ιστορικός των ιδεών,
δημοσιογράφος και καθηγητής ανθρωπιστικών
σπουδών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια
της Νέας Υόρκης.

Η αρχή του προβλήματος είναι φυσικά γνωστή: πρόκειται για το περίφημο ταξίδι του φιλοσόφου Πλάτωνα στις Συρακούσες. Αυτό το «ταξίδι», δηλαδή η απόπειρα να δοθεί στις διανοητικές συλλήψεις πρακτική εφαρμογή, ήταν που άσκησε ιδιαίτερη γοητεία και σε αρκετούς σημαντικούς φιλοσόφους του 20ού αιώνα: το παρόν βιβλίο εξετάζει τους Μάρτιν Χάιντεγκερ, Καρλ Σμιτ, Βάλτερ Μπένγιαμιν, Alexandre Kojeve, Μισέλ Φουκό και Ζακ Ντεριντά, όχι μονάχα διατρέχοντας τα κυριότερα σημεία της σκέψης τους, αλλά και περιγράφοντας τη ζωή τους, καθώς και το ευρύτερο πνευματικό κλίμα της εποχής που έδρασαν. Αξίζει να σημειωθεί ότι και εδώ συμπεριλαμβάνονται ορισμένοι Μεταμοντέρνοι στοχαστές της Αριστεράς. Καθεμιά περίπτωση διαθέτει ιδιότητες που την ξεχωρίζουν από τις άλλες. Στο τέλος του βιβλίου, ο Λίλα σκιαγραφεί τις δύο μορφές «τυράννου» στη Δύση: τον παλιό και γνωστό δικτάτορα, που εμφανίστηκε αρκετές φορές κατά τον 20ό αιώνα με διάφορα ονόματα, και τον φιλοτύραννο διανοούμενο, μια χαρακτηριστική μορφή του σύγχρονου κόσμου. Στο ερώτημα για τη σχέση διανοουμένων και πολιτικής, ο Λίλα παραθέτει τις δύο βασικές εξηγήσεις. Σύμφωνα με την πρώτη, βασική αιτία των απάνθρωπων εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας που σημειώθηκαν στον 20ό αιώνα (π.χ. Άουσβιτς, Χιροσίμα), ήταν η υποχώρηση της λογικής σκέψης που οδήγησε το ανθρώπινο γένος σε έναν «παλιμπαιδισμό». Μια τέτοια προσέγγιση μου φαίνεται ότι εκφράζει παραπάνω ο Γουόλιν. Αντίθετα, η δεύτερη υποστηρίζει ότι για τη φρίκη του 20ού αιώνα υπεύθυνος ήταν κυρίως ο επιστημονικός ορθολογισμός και η εργαλειοποίηση του ανθρώπινου υποκειμένου. Και οι δύο απόψεις έχουν υποστηριχθεί επανειλημμένα από διαφορετικούς συγγραφείς και φιλοσόφους. Ωστόσο, για τον Λίλα καμία από τις δύο ερμηνείες δεν φωτίζει ουσιαστικά το πρόβλημα. Αν θέλουμε πραγματικά να απαντηθεί το ερώτημά μας, καλά θα κάνουμε να επιστρέψουμε στην περίπτωση του Πλάτωνα και των «Συρακουσών» του. Σύμφωνα με αυτόν, ο φιλόσοφος είναι εκείνος που βιώνει τον έρωτα ως «μανία» (τρέλα) και μπορεί να τον μετουσιώσει με τον νου, ώστε εκείνος να υπηρετεί τις ύψιστες αξίες. Στον αντίποδα βρίσκεται ο τύραννος, ο οποίος έχει γίνει δούλος των ενστίκτων του (του κατώτερου μέρους της ψυχής, κατά τον Πλάτωνα) και δημαγωγώντας οδηγεί κατευθείαν προς την καταστροφή.

Η δύναμη που ωθεί κάποιους προς τη φιλοσοφία, ο έρωτας, είναι η ίδια που ωθεί κάποιους προς την τυραννία. «Ο τυραννικός άνθρωπος είναι το είδωλο του φιλοσόφου στον καθρέφτη: δεν ασκεί έλεγχο στις φιλοδοξίες και τις επιθυμίες του, είναι ένας άνθρωπος συνεπαρμένος από την τρέλα του έρωτα, δούλος παρά κύριος των επιδιώξεων και των επιθυμιών του». Ο έρωτας λοιπόν, είτε είναι για έναν άνθρωπο είτε για μια ιδέα, δημιουργεί ένα είδος τρέλας, μια εκστατική παραφορά που δύσκολα μπορούμε να ελέγξουμε (σ. 318), εκτός και αν αποκτήσουμε αυτοκυριαρχία. Πώς όμως αποκτάται η αυτοκυριαρχία;

Σύμφωνα με τον καθηγητή Μαρκ Λίλα, το πλατωνικό ιδεώδες του φιλοσόφου-βασιλιά είναι ένα ακραίο ιδανικό, μια πυξίδα που έχει στόχο να μας υπενθυμίζει διαρκώς πόσο απίθανο είναι να συμπέσουν κάποτε ο φιλοσοφικός βίος και οι απαιτήσεις της πολιτικής.

Τα «πορτρέτα» των στοχαστών που φιλοτεχνεί εδώ ο Λίλα αναδεικνύουν ένα κοινό στοιχείο τους: πρόκειται για την έλλειψη αυτογνωσίας και είναι ακριβώς αυτή η έλλειψη που τους ξεχωρίζει από το πλατωνικό πρότυπο του πολιτικού. Σύμφωνα με τον καθηγητή Μαρκ Λίλα, το πλατωνικό ιδεώδες του φιλοσόφου-βασιλιά είναι ένα ακραίο ιδανικό, μια πυξίδα που έχει στόχο να μας υπενθυμίζει διαρκώς πόσο απίθανο είναι να συμπέσουν κάποτε ο φιλοσοφικός βίος και οι απαιτήσεις της πολιτικής. Γνωρίζουμε επίσης (από την περίφημη Ζ Επιστολή του) ότι ο Πλάτων στα νιάτα του είχε πολιτικές φιλοδοξίες αλλά γρήγορα απογοητεύτηκε αφενός λόγω της τυραννικής εξουσίας των Τριάκοντα τυράννων στην Αθήνα, αφετέρου δε εξαιτίας της καταδίκης του πιστού του φίλου και δασκάλου του Σωκράτη από το δημοκρατικό καθεστώς που διαδέχτηκε τους Τριάκοντα. Αργότερα, όμως, θα επισκεφθεί τρεις φορές τις Συρακούσες, προκειμένου να εκπαιδεύσει τον τύραννο Διονύσιο Α΄ και στη συνέχεια τον διάδοχό του, Διονύσιο Β΄, στην άσκηση της εξουσίας. Και οι τρεις προσπάθειές του θα αποτύχουν. Ο Πλάτων δε θα γίνει ποτέ σύμβουλος τυράννου.

Ο 20ός αιώνας, ιδιαίτερα στο πρόσωπο του Καρλ Πόπερ «αποκαθήλωσε» εν μέρει τον Πλάτωνα, συνδέοντάς τον με τον ολοκληρωτισμό υπό την έννοια της κλειστής κοινωνίας, ενός μοντέλου κοινωνικής συμβίωσης που αντίκειται στα φιλελεύθερα και δημοκρατικά ιδεώδη. Άλλωστε, στον Έλληνα φιλόσοφο χρωστάμε το ισχυρότερο επιχείρημα εναντίον του δημοκρατικού πολιτεύματος, το οποίο ο ίδιος συνοψίζει στην κλασική διατύπωση: «Ἡ γὰρ ἄγαν ἐλευθερία ἔοικεν οὐκ εἰς ἄλλο τι ἢ εἰς ἄγαν δουλείαν μεταβάλλειν καὶ ἰδιώτῃ καὶ πόλει» (Πολιτεία 564a). Πράγματι, ο Πλάτων ήταν ριζικά αντίθετος στις αρχές της πλειοψηφίας και της λαϊκής κυριαρχίας, καθώς θεωρούσε ότι η πολιτική, ως επιστήμη, πρέπει να ασκείται μονάχα από όσους διαθέτουν την έμφυτη κλίση και την κατάλληλη κατάρτιση. Ο ίδιος πρότεινε μάλιστα ένα λεπτομερές πρόγραμμα εκπαίδευσης για μελλοντικούς πολιτικούς ηγέτες.

Στο κλασικό σύγγραμμά του Κοινή γνώμη, που δημοσιεύτηκε το 1922, ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Γουόλτερ Λίπμαν έβαλε ως προμετωπίδα το περίφημο απόσπασμα με την αλληγορία του σπηλαίου από τον Πλάτωνα, με σκοπό να δείξει ότι ο φορέας της εξουσίας στις Δυτικές δημοκρατίες, ο λαός, αγνοεί ουσιαστικά τα περισσότερα ζητήματα για τα οποία καλείται να αποφασίσει, γι’ αυτό και οι αποφάσεις του λαμβάνονται ως επί το πλείστον ανορθολογικά. Σήμερα μέχρι και οι ειδήσεις και η πολιτική προβάλλονται στο κοινό με βάση τους κανόνες των κινηματογραφικών ταινιών: σύγκρουση καλού με κακό, ταύτιση, τελική νίκη. Σύμφωνα με τον Λίπμαν, αυτό που ονομάζουμε «κοινή γνώμη» είναι στην πραγματικότητα μια κωδικοποιημένη και ηθικοποιημένη ερμηνεία των γεγονότων, απαρτιζόμενη από διάφορα στερεότυπα. Το σημαντικότερο πρόβλημα της δημοκρατίας, το οποίο ήδη ο Πλάτων μας υπέδειξε, είναι ότι η δυνατότητα της πλειοψηφίας να παίρνει τις αποφάσεις σε μια κοινωνία δεν συμπορεύεται πάντοτε με μια λελογισμένη συμπεριφορά.

Ο Λίλα επισημαίνει ότι ακόμη και αν όντως έχει επέλθει η παρακμή των μεγάλων ιδεολογιών, ο κίνδυνος υποταγής στη σαγήνη μιας ιδέας παραμένει υπαρκτός.

Αν όμως ο Πλάτων είπε πολλά ενάντια στη δημοκρατία, είπε ακόμη περισσότερα –και εξίσου επίκαιρα– για τον κίνδυνο της τυραννίας. Φαίνεται πως δεν είναι τυχαίο που το παρόν βιβλίο αφιερώνεται στον κοινωνιολόγο Daniel Bell, έναν από τους πρώτους συγγραφείς που ανήγγειλαν το «τέλος των ιδεολογιών». Ο Λίλα επισημαίνει ότι ακόμη και αν όντως έχει επέλθει η παρακμή των μεγάλων ιδεολογιών, ο κίνδυνος υποταγής στη σαγήνη μιας ιδέας παραμένει υπαρκτός. Είναι λοιπόν ανάγκη, λέει, να δαμάσουμε τον τύραννο που βρίσκεται μέσα μας. Διότι, όπως μας έδειξε ο Πλάτων, η ψυχολογία αποτελεί μικρογραφία της κοινωνίας και κάθε άνθρωπος που αφήνει τον πρώτο λόγο στα πάθη του είναι το ισοδύναμο μιας δικτατορικής πολιτικής εξουσίας. Αν πρότεινε το ιδεώδες του φιλοσόφου-βασιλιά, ήταν επειδή γνώριζε μια μεγάλη αλήθεια: η σκέψη των διανοουμένων οφείλει πάντοτε να συμπορεύεται με την (πολιτική) δράση.

Όταν ο Χάιντεγκερ επέστρεφε στη διδασκαλία το 1934, ύστερα από την πρόσφατη υποστήριξη που είχε προσφέρει ως πρύτανης στη ναζιστική εξουσία, κάποιος συνάδελφός του σχολίασε: «Επιστρέψατε, λοιπόν, από τις Συρακούσες;» Ήταν μια ευθεία αναφορά στον Πλάτωνα, που παρά την περιπαικτική της διάθεση, εκφράζει ένα σοβαρό δίλημμα που δεν μπορούμε να παρακάμψουμε ατιμωρητί. Αν θέλουμε να μην επαναληφθούν τα σφάλματα και οι «προδοσίες των διανοουμένων», μας λέει ο Λίλα, πρέπει να επιστρέψουμε στον Πλάτωνα.

* Ο ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Φιλοσοφίας.


sagini syrakoussonΗ σαγήνη των Συρακουσών
Διανοούμενοι στην πολιτική
Mark Lilla
Μτφρ. Χρυσούλα Μαντζαλίρα
The Athens Review of Books 2014
Σελ. 336, τιμή εκδότη €16,90
 
politeia link more

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ MARK LILLA

 

goitia anorhologismou

Η γοητεία του ανορθολογισμού
Το ειδύλλιο της διανόησης με τον φασισμό. Από τον Νίτσε στον μεταμοντερνισμό.
Richard Wolin
Μτφρ. Μαρία Φιλιππακοπούλου
Πόλις 2007
Σελ. 576, τιμή εκδότη €25,50
 
politeia link more

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ RICHARD WOLIN

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ο «αυθεντικός» Χάιντεγκερ: το γκρέμισμα ενός μύθου του 20ού αιώνα

Ο «αυθεντικός» Χάιντεγκερ: το γκρέμισμα ενός μύθου του 20ού αιώνα

Για το βιβλίο του Ρίτσαρντ Γουόλιν «Τα παιδιά του Χάιντεγκερ – Χάνα Άρεντ, Καρλ Λέβιτ, Χανς Γιόνας και Χέρμπερτ Μαρκούζε» (μτφρ. Μάνος Βασιλάκης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης).

Του Μύρωνα Ζαχαράκη...

Τι έφταιξε με τους Γερμανούς

Τι έφταιξε με τους Γερμανούς

Στη μελέτη του Norbert Elias Ναζισμός και γερμανικός χαρακτήρας (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) διερευνάται πώς οδηγήθηκε ο γερμανικός λαός από τον πολιτισμό στη βαρβαρότητα. 

Του Γιώργου Λαμπράκου

...
Η συνωμοσιολογία ως τρόπος σκέψης

Η συνωμοσιολογία ως τρόπος σκέψης

Σκέψεις με αφορμή το βιβλίο του Pierre-André Taguieff Θεωρίες συνωμοσίας (μτφρ. Αναστασία Καραστάθη, εκδ. Πόλις).

Της Σώτης Τριανταφύλλου

Ο Pie...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Κάναμε τόσοι πολλοί τόσο λάθος;

Κάναμε τόσοι πολλοί τόσο λάθος;

Του Χρήστου Τσιόλκα

Αυτός που δεν έχει ζήσει στα χρόνια πριν την Επανάσταση δεν γνωρίζει τη γλύκα της ζωής. (Ταλεϋράνδος).

Διανύου...


Διαβάζοντας το Darling, τότε και τώρα

Διαβάζοντας το Darling, τότε και τώρα

Για το μυθιστόρημα του Φρέντερικ Ράφαελ «Darling» (μτφρ. Πηνελόπη Ζαλώνη, εκδ. Βακχικόν).

Της Διώνης Δημητριάδου

Μακρινό το 1965, όταν παιζόταν στις οθόνες η κινηματογραφική εκδο...

Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, ο συγγραφέας ως αναγνώστης

Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, ο συγγραφέας ως αναγνώστης

Για το βιβλίο του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ «Μαθήματα για τη ρωσική λογοτεχνία» (μτφρ. Ανδρέας Παππάς, εκδ. Πατάκη).

Του Φώτη Καραμπεσίνη

...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube