x
Διαφήμιση

26 Αυγουστου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:02:43:07 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ Στους κόσμους των ταπεινών, των αδικημένων

Στους κόσμους των ταπεινών, των αδικημένων

E-mail Εκτύπωση

osa den ezisan 700Για τη συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Σκιαδαρέση «Όσα δεν έζησαν» (εκδ. Πατάκη).

Του Ανδρέα Μήτσου

Εάν χρειαζόταν να αποδώσω με μια μόνο λέξη και τα τέσσερα διηγήματα του βιβλίου της Μαρίας Σκιαδαρέση, Όσα δεν έζησαν, αυτή θα ήταν η λέξη «συμπόνια». Μια βαθιά, διακριτική συμπόνια διατρέχει όλες σχεδόν τις σελίδες. Και τούτη η συμπόνια, δεν είναι ένα αίσθημα κατανόησης, εκ του ασφαλούς, για τους ήρωές της και τα πάθη τους, η συγγραφέας γλιστράει εκούσα-άκουσα μέσα στις ιστορίες και συμπάσχει. Και δε βγαίνει από καμιά αφήγηση άτρωτη και αλώβητη. Πιο λυπημένη εξέρχεται. Αν εξέρχεται κανείς ποτέ από την πίκρα, αν κατορθώνει να αποσβέσει την όποια δική του ενοχή. 

Μια βαθιά, διακριτική συμπόνια διατρέχει όλες σχεδόν τις σελίδες. Και τούτη η συμπόνια, δεν είναι ένα αίσθημα κατανόησης, εκ του ασφαλούς, για τους ήρωές της και τα πάθη τους, η συγγραφέας γλιστράει εκούσα-άκουσα μέσα στις ιστορίες και συμπάσχει.

Θεωρώ πως η πλοκή όλων των ιστοριών της –συνεπής κατά το εικός πάντα και το αναγκαίο– αποτελεί παρ’ όλα αυτά, μια πρόφαση της αφήγησής της. Είναι ένα ένδυμα της λύπης της συγγραφέως. Μια μάσκα. Γιατί ανάμεσα από τις απαλές γραμμές, τις λαξεμένες λέξεις, εάν στήσει αυτί ο προσεκτικός αναγνώστης, θα ακουρμαστεί σιγανούς αναστεναγμούς για την σκληρή μοίρα που διέπει τη ζωή των κατατρεγμένων, τη δική μας ζωή, αναπότρεπτα. «Δόλια», η αφηγήτρια, μετέρχεται αφηγηματικά τεχνάσματα, λεπτεπίλεπτες και αδιόρατες συγγραφικές μηχανορραφίες, ώστε να μη γίνει φανερός ο στόχος της, της αποπλάνησης του αναγνώστη, της εξαπάτησής του, εννοώ, ώστε να τον ξεγελάσει, να τον βάλει δηλαδή στο παιγνίδι, οπότε θα τον παγιδέψει στο τέλος. Θα τον εμποτίσει με εκείνη τη λύπη και ενοχή που οφείλει να μοιραστεί και να αναλάβει.

Και εξηγούμαι. «Ένας θάνατος σφράγισε τον ερχομό του στην Ελλάδα. Ο θάνατος του Χουσεΐν». Έτσι ξεκινάει το πρώτο διήγημα, με τίτλο «Μια Νύχτα Ολόκληρη Μαζί». Ξεκινά με ένα θάνατο και με θάνατο τελειώνει αυτό το διήγημα, αλλά και το βιβλίο ολάκερο. Ο θάνατος, χωρίς συγγραφικές υπερβολές και μελοδραματισμούς, σφραγίζει τον κάθε πρωταγωνιστή και στις τέσσερις νουβέλες. Ό,τι και να κάνουν οι ήρωες, θα πληρώσουν, αφού ο ξεριζωμός από την πατρίδα συνιστά την ύβρη. «Δεν ήταν της μοίρας του Χουσεΐν να ζήσει στην Ελλάδα μα ούτε και σ’ άλλη χώρα». Η αφηγήτρια εν είδη προφορικού λόγου, με αμεσότητα και απλότητα, «δημιουργεί» τον όμορο, δικό της αναγνώστη, τον αναγορεύει σε φίλο αγαπητό και συνομιλητή της, και του μιλάει με ειλικρίνεια, τηρώντας ωστόσο τη νοητή αναγκαία απόσταση. 

Δυο Τούρκοι, ο Χουσεΐν και ο Κερίμ, αποζητούν τον παράδεισο στην Ελλάδα. Ταξιδεύουν κλεισμένοι στην καρότσα μιας νταλίκας, στοιβαγμένοι ανάμεσα σε δυο τεράστιες κούτες.

Δυο Τούρκοι, ο Χουσεΐν και ο Κερίμ, αποζητούν τον παράδεισο στην Ελλάδα. Ταξιδεύουν κλεισμένοι στην καρότσα μιας νταλίκας, στοιβαγμένοι ανάμεσα σε δυο τεράστιες κούτες. Αλλά ο Χουσεΐν πεθαίνει από δύσπνοια, λίγο πριν φτάσει στον «παράδεισο». Ενδίδει στο φόβο του. Ο παραμυθικός λόγος, εμποτισμένος με βαθύ και ανεπιτήδευτο στοχασμό, χωρίς συναισθηματική εκχείλιση και με εντυπωσιακή γνώση των πραγματικών δεδομένων –ιστορικών, γεωγραφικών, πολιτικών– είτε αφορούν την κατάσταση των τελευταίων χρόνων της Τουρκίας ή και της δικής μας χώρας. 

Ο Κερίμ και ο Κεμάλ, ο οδηγός της νταλίκας, θάβουν σ’ ένα έρημο χωράφι «με θάμνους και ξηράγκαθα», τον σύντροφό τους. Η κορυφαία σκηνή αναφέρεται εν τη ρύμη του λόγου, δήθεν αδιάφορα. «Συμβαίνουν συχνά τέτοια», επισημαίνει ο οδηγός της νταλίκας. Σ’ αυτές τις ελάχιστες γραμμές αναδεικνύεται η συγγραφική μαεστρία της συγγραφέως. Αποφεύγει να σχολιάσει το παραμικρό. Δεν παίρνει θέση στο ανείπωτο, το σέβεται γιατί πενθεί και η ίδια. Φτάνει από μόνη της, η εικόνα. Λίγο να στήσουμε αυτί, θα μας έρθουν αμέτρητοι, πολλαπλασιασμένοι κλιμακωτά, ήχοι, από τσαπί να χτυπά ακατάπαυστα κοντά στους εθνικούς δρόμους και πλάι στις όχθες συνοριακών ποταμιών. Εάν δεν τους ακούμε, δεν καταδέχεται η αφηγήτρια να το υποβάλλει. Ούτε ευθύνεται για τον ανθρωπισμό και την ενσυναίσθηση του καθενός αναγνώστη. Όποιος μπορεί, ακούει. Ακούμε ανάλογα με την οξυμένη ακοή μας ή την κουφαμάρα «ενός προϊστορικού ζώου», έτσι όπως θα ’λεγε ο Γ. Μαρκόπουλος στο ποίημά του «Ερωτικόν». 

Ο Κερίμ έχει χαρακτήρα περήφανο. «Δεν έγραψε ξανά στον θείο Γιασάρ, στη Γερμανία, ήταν πολύ περήφανος για να ζητήσει χάρη δεύτερη φορά». Όποιος αγγίζει τα όριά του, κρατά πολύτιμο αποκούμπι την περηφάνια του. Ο Κερίμ έχει σπουδαία προίκα, την αξιοπρέπειά του. Αυτή που έχει απωλέσει ο αλλοτριωμένος σημερινός άνθρωπος της δυτικής μεταμοντέρνας κοινωνίας. Στην Ελλάδα υπάρχει η συμπαράσταση των ομοεθνών του, όπως του Ορχάν, ωστόσο η ζωή για τον μετανάστη είναι πολύ δύσκολη. «Δος μοι τούτον τον ξένον», αυτήν την προθυμία για φιλοξενία, των αρχαίων Ελλήνων, δεν θα διαπιστώσει, δεν θα την βρει πλέον εδώ. Ανύποπτη και αφελής η αυθεντική ύπαρξη, «πέφτει σεέρωτα». Πέφτει σε γκρεμό. Ερωτεύεται μια Σύλβια, μια κυνική Ελληνίδα. Η ποιητική ψυχή του Κερίμ γνωρίζει την περιφρόνηση και την καταφρόνια, εντέλει και τον θάνατο, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιου είδους ανθρώπους. 

Με τρόπο θαυμαστό, με μια αναδρομική αφηγηματική τεχνική και αβίαστο ρυθμό, η Σκιαδαρέση αποκαλύπτει την τραγική μοίρα του ήρωά της. Προσποιητά αμέτοχη, ένας ψυχρός αφηγητής, εκθέτει μόνο τα καθέκαστα.

Με τρόπο θαυμαστό, με μια αναδρομική αφηγηματική τεχνική και αβίαστο ρυθμό, η Σκιαδαρέση αποκαλύπτει την τραγική μοίρα του ήρωά της. Προσποιητά αμέτοχη, ένας ψυχρός αφηγητής, εκθέτει μόνο τα καθέκαστα. Την αναπότρεπτη μοίρα των πραγμάτων. Εναπόκειται στον αναγνώστη να συγκινηθεί, αν είναι ικανός, να δει πίσω από τις λέξεις και τις πυκνές σιωπές της αφήγησης. Ο επίλογος της ιστορίας, δίκην αστυνομικού μυθιστορήματος. «Πρωί, γύρω στις πέντε, ένας ρακοσυλλέκτης ειδοποίησε την Αστυνομία». 

«Ο πόλεμος μαίνεται», παραθέτω ένα ποίημα του W. Whitman, «κι εγώ κάθομαι εδώ και γράφω ένα ποίημα. Δεν είναι μέσα στις λέξεις το νόημα, μα στην αύρα που φυσάει ανάμεσά τους». Γι’ αυτό σας αποκαλύπτω κι εγώ, σχεδόν όλη την ιστορία του Κερίμ. Ή σχεδόν όλη. Γιατί εσείς μπορείτε να βρείτε, να νιώσετε άλλα πράγματα, πιο σπουδαία, τα οποία εγώ δεν στάθηκα ίσως ικανός να διακρίνω. 

alt
Η Μαρία Σκιαδαρέση

«Όπως οι άπιστοι κι εμείς». Στο δεύτερο διήγημα υπάρχουν δύο παράλληλες αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο. Της Χαμιντέ, κατοίκου Κομοτηνής και του Ιμπράμ, του γιου της, που έφυγε και σπούδασε τελικά γιατρός στη Γερμανία. Η Χαμιντέ, καθώς μιλάει και εκθέτει τη ζωή της, φανερώνει έναν χαρακτήρα βαθύ, μια μάνα που θυμίζει βουβό πρόσωπο χορού αρχαίας τραγωδίας. Ο Ιμπράλ «δε λέει πολλά, όχι μόνο από μακριά, αλλά και από κοντά, μετράει τα λόγια του λες και τα πληρώνει». Έτσι μιλάει για το γιο της, καθρεφτίζοντας πιο πολύ τον εαυτό της η Χαμιντέ. 

Η αφηγήτρια δεν παίρνει θέση, δεν τοποθετείται στα λεγόμενά της, δεν πολιτικολογεί άμεσα, ούτε διατυπώνει ιδέες και απόψεις. Περιγράφει λιτά, ως άτομο ουσιαστικό, με κατακαθισμένη ανθρωπιστική θεώρηση.

Παραμυθικός, ιδιαίτερα σ’ αυτό το διήγημα, ο λόγος, παρουσιάζει μια γυναίκα της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, η οποία με έμμεσο και υπαινικτικό λόγο περιγράφει την κατάστασή της. Η αφηγήτρια δεν παίρνει θέση, δεν τοποθετείται στα λεγόμενά της, δεν πολιτικολογεί άμεσα, ούτε διατυπώνει ιδέες και απόψεις. Περιγράφει λιτά, ως άτομο ουσιαστικό, με κατακαθισμένη ανθρωπιστική θεώρηση. Με καλοσύνη, όχι επιδερμική, παρά μεστή – συνειδητή. Η περιγραφή θεωρείται, κακώς, ως ευκολία της αφήγησης. Αντίθετα, είναι ό,τι πιο δύσκολο, κατά τη γνώμη μου. Η ουσία όλη στην αφήγηση της Χαμιντέ, βρίσκεται στα μικρά. «I can see the world in a grain of sand and the heaven in a wild flower», λέει ο William Blake. Μέσα από τα μικρά δηλαδή, μπορεί να αναχθεί κανείς στα μεγάλα και στο ολικό. Στα φαγητά, στον κουραμπιέ, εκεί σφυρηλατούνται οι ουσιαστικές σχέσεις. Έτσι δένονται οι ανθρώποι. Με μυρωδιές και γεύσεις. 

Οι διάλογοι άψογοι και η μοίρα –ανακύπτει πάλι η ίδια έννοια– της αυθεντικής ύπαρξης, οικτρή. Η αλλοτριωμένη Γερμανίδα νύφη της, παρότι Τουρκάλα στην καταγωγή, θα επιβάλλει τη φρικτή νέα τάξη των πραγμάτων. Τη νέα πραγματικότητα. Ο Ιμπράλ, ανήμπορος, ξεπλένεται από τα αρώματα της παράδοσης, γίνεται, καταντάει ο δυτικός, ο σύγχρονος άνθρωπος. Η Χαμιντέ λέει: «Εμείς οι μουσουλμάνοι, τα φαγώσιμα δεν τα πετάμε στα σκουπίδια, ούτε στο βόθρο». Το ασήμαντο για μας, το χωρίς νόημα, η εμμονή, γι’ αυτήν είναι η ουσία και η αλήθεια της. Έτσι όπως και οι γιαγιάδες μας παλιά δεν πετάγανε ποτέ το ψωμί που περίσσευε, το θάβανε, γιατί είχαν γνωρίσει την πείνα. 

Άνθρωποι γλυκύτατοι και άξιοι του σεβασμού μας, που μπορούν και ακολουθούν, και υποτάσσονται σε έθιμα και παραδόσεις. Έτσι περπατούν στα χνάρια της παράδοσης. Με άκρα ταπεινότητα. Έτσι συμφιλιώνονται με τον εαυτό τους. Γιατί δεν έχουν αποσχιστεί από το συλλογικό κορμό.

Άνθρωποι γλυκύτατοι και άξιοι του σεβασμού μας, που μπορούν και ακολουθούν, και υποτάσσονται σε έθιμα και παραδόσεις. Έτσι περπατούν στα χνάρια της παράδοσης. Με άκρα ταπεινότητα. Έτσι συμφιλιώνονται με τον εαυτό τους. Γιατί δεν έχουν αποσχιστεί από το συλλογικό κορμό. Το συλλογικό Εγώ. Άνθρωποι, θα ’λεγα με ζήλεια, ευτυχισμένοι. Τουλάχιστον πιο ευτυχισμένοι από μας, με συνείδηση της ευθύνης της ύπαρξής τους. 

Ο γιος, ο Ιμπράλ, πονεσιάρης, μα όχι αρκετά, ολίγον πονεσιάρης. Γιατρός βλέπετε πια. Ένας σύγχρονος άντρας. Ένας σκεπτόμενος επιστήμονας. Με γλώσσα που παραμένει λιτή κι ωστόσο χυμώδης, η Σκιαδαρέση παρουσιάζει δύο κόσμους, αυτόν τον νοσταλγικό, που τυλίγεται στην αχλύ του παλιού χρόνου, και τον νέο, τον αναπότρεπτα άδειο, χωρίς νόημα, κόσμο. Η ψυχογράφηση των δύο προσώπων, μάνας και γιου, αξιοζήλευτη. Και γι’ αυτόν τον κόσμο της μειονότητας, ο νέος χρόνος αλλάζει τα δεδομένα. Κι εδώ. 

«Οι παλιές ιδέες, τα παλιά τραγούδια, για πάντα φύγαν», όπως θα ’λεγε ο Σαββόπουλος. Και γι’ αυτόν. Ο καινούργιος άνθρωπος, με την τυπική, συμβατική σκέψη, αντικαθιστά τους ταπεινούς και βιωματικούς. Όσους βρίσκουν καταφύγιο στη μεταφυσική ίσως θεώρηση και στο εξωλογικό. Οι εμμονές του για την ποιητική πρόσληψη του κόσμου, θα εξοστρακιστούν. Τα άτομα που σέβονται τα κοινά σύμβολα, το συλλογικό παρελθόν που τα εμπεριέχει, χάνονται. Και θα αντικατασταθούν από το καινούργιο άτομο, το αδίστακτο ίσως, και κυνικό. Ένα άτομο υποταγμένο στη νέα λογική, χωρίς «παράλογους» φόβους, το φόβο των προγόνων, το φόβο του πανταχού παρόντος Θεού των μικρών πραγμάτων. Αυτό θαρρώ πως υπαινίσσεται η Μαρία Σκιαδαρέση, χωρίς ωστόσο να ξεπέφτει σε καμιά ωραιοποίηση ή ανοίκεια νοσταλγία. Μα ο φόβος είναι συστατικό στοιχείο και γνώρισμα της αγάπης. Έμμεσα δηλώνει η συγγραφέας, καθώς περιγράφει έναν ακόμα ξεριζωμό από την Κομοτηνή στην Ξάνθη. Έναν ακόμα θάνατο. 

Το τρίτο ομότιτλο διήγημα, φαινομενικά διαφορετικό, επικεντρώνεται στην αφόρητη έλλειψη του έρωτα. Υποδόρια ειρωνική, η τριτοπρόσωπη αφηγήτρια εκθέτει με την ίδια θαυμαστή λιτότητα την άνυδρη ζωή μιας ηλικιωμένης γυναίκας που διήγε μια συμβατικά ευτυχισμένη ζωή με τον άντρα της. «Τέτοια ζευγάρια ζουν ήρεμα κι ακύμαντα, όπως τα ψάρια σε μια λίμνη». Η Ελπίδα –χαρακτηριστικό το όνομα– γνωρίζει όμως ένα πρωί τον Χέκματ. Ιρανό πολιτικό πρόσφυγα. Και ζει. Πραγματώνει το όνομά της. Αυτή δεν «πούλησε» τον Κερίμ, αυτή αγαπήθηκε από τον Χέκματ. Με την απόλυτη στήριξη της συμπονετικής κόρης της, της Μυρτώς. Συμπονετική και η αφηγήτρια, επικεντρώνεται, και σε τούτη την τρυφερή ιστορία, στην λεπτομέρεια. «Ας δοκιμάσει τώρα το κόκκινο κραγιόν. Ωραία. Και μια καλογραμμένη μολυβιά για να τονίσει το περίγραμμα. Έτσι». Από το τέλος και μόνο μπορεί να αντιληφθεί κανείς την διακριτική συγκίνηση και τρυφερότητα που εμποτίζει το διήγημα. Γυναικεία σκέψη, μεστή και όχι κραυγάζουσα, φεμινιστική και όχι φεμινίζουσα. Υπαινικτική, καθώς το απαιτεί η τέχνη. 

Είναι ο κόσμος των αδικημένων και η σκληρή μοίρα τους στη χώρα μας. Κι όλοι εμείς, δυνητικά αθώοι, κι ωστόσο με ευθύνες και εύλογες ενοχές.

Θλιβερή και η τέταρτη νουβέλα, «Οι Μαύροι». Ταπεινοί Σομαλοί και η φρικτή μοίρα τους σε τούτον τον «παράδεισο». Που έχει όμως και αγγέλους, την κυρία Ζωή, μα πολύ περισσότερους διαβόλους. Μια νέα ζωή ανάμεσα στα θηρία, δύσκολο να υπάρξει, έμμεσα καταδηλώνει με εμφανή την πίκρα και συγκρατημένη οργή η αφηγήτρια. Οι χαρακτήρες στο διήγημα, η μικρή Αμίνα, η μαμά Γιασμίνα, ο στυγερός ανιψιός Μηνάς και ο αθώος Αχμέτ, ο πατέρας. Το τέλος πάλι με αστυνομικό επίχρισμα, συντελεί στην αποστασιοποίηση της αφηγήτριας και στην απροθυμία της να εξαγάγει αυτή η ίδια συμπεράσματα. Νάτος ο κόσμος μας, διατείνεται. Δικός σας, πάνω σας. Εγώ είπα και ελάλησα, η ευθύνη τώρα δική σας. 

Είναι ο κόσμος των αδικημένων και η σκληρή μοίρα τους στη χώρα μας. Κι όλοι εμείς, δυνητικά αθώοι, κι ωστόσο με ευθύνες και εύλογες ενοχές. Η Μαρία Σκιαδαρέση με τη λιτότητα του ύφους της, τη διακριτική σιωπή και την οικονομία του λόγου της, με τη γλυκιά σοφία και την ελεγχόμενη συγκίνηση, τη σύμφυτη ταπεινότητά της, κατορθώνει να εμποτίσει κι εμάς και να αφυπνίσει την υπνώτουσα συνείδησή μας. 

* Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ είναι συγγραφέας. 
Τελευταίο βιβλίο του, η συλλογή διηγημάτων «Ο Ορφέας και ο Ανδρέας» (εκδ. Καστανιώτη).


altΌσα δεν έζησαν
Μαρία Σκιαδαρέση
Πατάκης 2018
Σελ. 128, τιμή εκδότη €7,90

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
«Μόνος εγώ αυτός ως ήμουν ολόμονος»

«Μόνος εγώ αυτός ως ήμουν ολόμονος»

Για το βιβλίο «Ο συγγραφέας του Ζαά - Δεκαοκτώ άγνωστα κείμενα των ελληνιστικών χρόνων» (μτφρ. – διασκευή – σημειώσεις: Γιώργης Γιατρομανωλάκης, εκδ. Άγρα).

Του Μιχάλη Μακρόπουλου

...
Κουβαλώντας το στίγμα των προγόνων

Κουβαλώντας το στίγμα των προγόνων

Για το μυθιστόρημα του Μιχάλη Πιτένη «Η απόγονος» (εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες).

Της Ελένη Γερούση

Στο οπισθόφυλλο του μυθιστορήματος Η απόγονος ...

Ριζωμένοι κι απότιστοι

Ριζωμένοι κι απότιστοι

Για τη νουβέλα του Μιχάλη Μακρόπουλου «Μαύρο νερό» (εκδ. Κίχλη).

Του Μάνου Κοντολέων

Ο Μιχάλης Μακρόπουλος έχει αποφασίσει στα τελευταία του βιβλία πως ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Αλεξάνδρα Κ* γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Αλεξάνδρα Κ* γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Αλεξάνδρα Κ*.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, ο Δημήτρης Βαρβαρήγος.

Επιμέλεια: Κώστ...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Εύα Μ. Μαθιουδάκη γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Εύα Μ. Μαθιουδάκη γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Εύα Μ. Μαθιουδάκη.

Επιμέλεια: Κώστας...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube