Σημασία έχει να διηγείσαι

Εκτύπωση

altΓια τη νουβέλα του Νίκου Σβέρκου «Το στρατόπεδο της σιωπής» (εκδ. Κέδρος). 

Της Λίλας Κονομάρα

Με το επιστολικό είδος επιλέγει να κάνει τα πρώτα του βήματα στη λογοτεχνία ο Νίκος Σβέρκος, είδος που άνθησε κατά τον 19ο αιώνα και το οποίο, πέρα από την αφήγηση γεγονότων, ευνοεί την έκφραση προσωπικών αισθημάτων και τον αναστοχασμό. Οι δεκατρείς επιστολές που απαρτίζουν τη νουβέλα και τις οποίες απευθύνει ο ήρωάς του Πάνος Δαφνίτης στην Ευγενία, τον ατελέσφορο έρωτά του, εκτείνονται σε μία χρονική περίοδο τεσσάρων μηνών και συγκεκριμένα από τις 6 Σεπτεμβρίου έως τις 30 Δεκεμβρίου του 1966. Καθώς όμως πρόκειται για έναν απολογισμό της ζωής του Πάνου Δαφνίτη, για μια αυτο-βιογραφία, τα όσα εξιστορούνται διαδραματίζονται μεταξύ του 1915, έτος γέννησης του ήρωα, και του 1966, έτος που γράφει τις επιστολές. Έχουμε λοιπόν συνεχείς αναδρομές στο παρελθόν, ένα παρελθόν που μοιάζει όμως να συνδιαλέγεται, αν όχι να θυμίζει το παρόν.

Παρακολουθούμε κατ’ αρχάς την πορεία του ήρωα από τα παιδικά του χρόνια σε ένα ορεινό χωριό της Φθιώτιδας μέχρι την ωριμότητα. Τη μετακόμιση στη Λαμία και στη συνέχεια στην Αθήνα [...] Τη στροφή του στη δημοσιογραφία που θα τον οδηγήσει τo 1939 στο Βερολίνο, όπου θα εργαστεί ως ανταποκριτής. Την αιχμαλωσία του στο στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ και τέλος, την επιστροφή στην Αθήνα, όπου ξαναπροσλαμβάνεται στην εφημερίδα που δούλευε και παλιά.

Όπως και στα μυθιστορήματα μαθητείας, παρακολουθούμε κατ’ αρχάς την πορεία του ήρωα από τα παιδικά του χρόνια σε ένα ορεινό χωριό της Φθιώτιδας μέχρι την ωριμότητα. Τη μετακόμιση στη Λαμία και στη συνέχεια στην Αθήνα προκειμένου να σπουδάσει στη Νομική. Τη μύησή του στις διασκεδάσεις και την ανεμελιά της φοιτητικής ζωής απ’ τη μια, στον κόσμο του βιβλίου απ’ την άλλη, καθώς πιάνει δουλειά σ’ ένα βιβλιοπωλείο και ανακαλύπτει με την καθοδήγηση του συναδέλφου του Γιώργου πλήθος συγγραφέων. Τη στροφή του στη δημοσιογραφία που θα τον οδηγήσει τo 1939 στο Βερολίνο, όπου θα εργαστεί ως ανταποκριτής. Την αιχμαλωσία του στο στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ και τέλος, την επιστροφή στην Αθήνα, όπου ξαναπροσλαμβάνεται στην εφημερίδα που δούλευε και παλιά, ολοκληρώνοντας θα ‘λεγε κανείς έναν κύκλο.

Μέσα από τις επιστολές ξετυλίγεται σιγά σιγά η προσωπικότητα του ήρωα καθώς αυτή διαμορφώθηκε από τις διάφορες εμπειρίες της ζωής του, τις αναζητήσεις του, τις ερωτικές και φιλικές του σχέσεις, αλλά και γενικότερα τις επαφές του με τον κοινωνικό και επαγγελματικό του περίγυρο. Ο νεαρός Πάνος που ενδιαφέρεται μόνο για το παρόν, που θέλει να κάνει «μεγάλη ζωή» και ξεζουμίζει όπως λέει τον αδελφό του σπαταλώντας τα χρήματα σε εκδρομές με φίλους και σε γλέντια ή τρέχοντας πίσω από τον ποδόγυρο, δεν θυμίζει σε τίποτα τον βαρύ, αμίλητο και δύστροπο μεσήλικα που βλέπει τη ζωή χωρίς να τρέφει πλέον κανενός είδους ψευδαίσθηση και παραμένει αμέτοχος σε όσα συμβαίνουν γύρω του. Οι ταραγμένες εποχές στις οποίες έζησε, παρασυρμένος από τη ροή των γεγονότων παρά καθοδηγούμενος από σαφείς επιλογές, σηματοδοτούν αμέτρητες απώλειες: απώλεια σχεδόν όλων του των συγγενών, απώλεια της γυναίκας που αγάπησε και στην οποία απευθύνει τις επιστολές, απώλεια της αθωότητας, της πίστης σε ιδέες ή ιδανικά. Το μόνο που απομένει, μια αίσθηση κενού και δυστοπίας. «Κατέληξα στο συμπέρασμα» γράφει στην Ευγενία «ότι όλες οι διηγήσεις, όλα τα γράμματα περιστρέφονται γύρω από την απουσία μου. Δεν ήμουν ποτέ παρών. Καιγόταν ο κόσμος κι εγώ απουσίαζα στο Βερολίνο, απουσίαζα στο Μπούχενβαλντ. Και τώρα απουσιάζω από τη ζωή σου». Γιατί πώς μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος όταν στη ζωή του έρχεται αντιμέτωπος με τα γεγονότα και τις συγκλονιστικές ανατροπές που επεφύλασσε ο δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο ναζισμός, ο Εμφύλιος; Πώς να φανταστεί εκ των προτέρων τι θα επακολουθούσε; Πώς να αναμετρηθεί με τέτοιας τάξεως μεγέθη που δεν τα χωράει καν ο ανθρώπινος νους;

Εναλλάσσοντας παρελθόν και παρόν και περνώντας από το προσωπικό επίπεδο στο συλλογικό, οι επιστολές ανασυστήνουν μια ολόκληρη εποχή. Οι αναφορές στα πολιτικά γεγονότα ενσωματώνονται οργανικά στην αφήγηση και μια πληθώρα δευτεραγωνιστών συμβάλλει στην πειστική αναπαράσταση της εποχής καθώς ο καθένας τους εμπλουτίζει τη νουβέλα με την ιδιαίτερη οπτική του. Μέσα από την πορεία του Πάνου Δαφνίτη και των ανθρώπων που γνωρίζει στην πορεία της ζωής του, ο συγγραφέας μάς μεταφέρει με αξιοθαύμαστη οικονομία, αλλά και γλαφυρότητα το κλίμα παρακμής του μεσοπολέμου, σ’ ένα Βερολίνο που χορεύει ξέφρενα στους ρυθμούς του σουίνγκ. Παρακολουθούμε τη σταδιακή επέλαση του ναζισμού με την «τρέλα της ομοιομορφίας» που εξαφανίζει από ξένα επώνυμα μέχρι λαούς και ολόκληρες χώρες απ’ τον χάρτη. Αφουγκραζόμαστε τη σιωπή, την τρομακτική σιωπή που γεννάει ο φόβος και η αγωνία και που διακόπτεται άξαφνα από εκρήξεις και πυροβολισμούς. Μαθαίνουμε για την τύχη της Άνεκε, του εβραίου συζύγου της και πλήθους άλλων που χάνονται πάνω στα «τρένα που σε έστελναν σε άγνωστο προορισμό». Γινόμαστε μάρτυρες της αγριότητας και της θηριωδίας του ναζισμού, της ανθρώπινης εξαθλίωσης, των ηθικών διλημμάτων και των επιλογών που καλούνται οι ήρωες να κάνουν, όπως η Λίζα που παντρεύεται έναν υψηλόβαθμο αξιωματικό των ναζί, «που συνθηκολογεί άνευ όρων με ένα κτήνος» μόνο και μόνο για να πάψει να φοβάται.

Αντιμέτωποι με την κόλαση που βιώνουν καθημερινά στο στρατόπεδο, άλλοι οδηγούνται στη συναισθηματική απονέκρωση, στην τρέλα και στον θάνατο και άλλοι καταφεύγουν στη φαντασία προκειμένου να ξεφύγουν από την ανείπωτη φρίκη.

Ο συγγραφέας αναπαριστά την ασύλληπτη καθημερινότητα των αιχμάλωτων στο στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ όπου ο ήρωάς του θα περάσει πέντε ολόκληρα χρόνια μετά την κατάρρευση του Ανατολικού Μετώπου και την επέλαση των Σοβιετικών, κατηγορούμενος αδίκως για κατασκοπεία και συνεργασία με τις ναζιστικές Αρχές. Αποτυπώνονται αδρά οι κακουχίες, οι ατέλειωτες ώρες απραξίας, η βία και η βαρβαρότητα που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη αυτή κοινωνία που σχηματίζεται μέσα στο στρατόπεδο και απαρτίζεται από όλων των λογιών τους ανθρώπους και τις εθνικότητες: πρώην Ναζί όπως ο Άλμπερτ Μίνιγκερ που βεβαιώνει παραληρώντας ότι «θα παράσχει σημαντική βοήθεια στην κατασκευή φωτιστικών από δέρμα Εβραίων», φυγάδες, διπλοί και τριπλοί πράκτορες, ξεπεσμένοι αριστοκράτες ή ασήμαντοι κλητήρες. Αντιμέτωποι με την κόλαση που βιώνουν καθημερινά στο στρατόπεδο, άλλοι οδηγούνται στη συναισθηματική απονέκρωση, στην τρέλα και στον θάνατο και άλλοι καταφεύγουν στη φαντασία προκειμένου να ξεφύγουν από την ανείπωτη φρίκη. Σε μία από τις ωραιότερες ιστορίες του βιβλίου, όπου ο ρεαλισμός αντιδιαστέλλεται με το ονειρικό στοιχείο, μια ομάδα κρατουμένων αποφασίζει να παίξει παντομίμα, υποκρινόμενη κάθε Κυριακή ότι κάθεται γύρω από ένα καλοστρωμένο τραπέζι και τρώει ένα λουκούλλειο γεύμα.

Ο παραλογισμός του κακού όμως δεν έχει τέλος. Όταν ο Πάνος Δαφνίτης θα επιστρέψει στην Ελλάδα, θα έρθει αντιμέτωπος με την καταστροφή που άφησε πίσω του ο Εμφύλιος: ρημαγμένα και ερειπωμένα χωριά, παντού θάνατος, μια χώρα ακρωτηριασμένη. Μα και μεσήλικας πια, όταν αναφέρεται στις επιστολές σε διάφορα πολιτικά γεγονότα, όπως τον πόλεμο του Βιετνάμ, την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, το παρασκήνιο που προηγήθηκε της χούντας των Συνταγματαρχών, ο ήρωας μοιάζει να βρίσκει πολλές αντιστοιχίες ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Αν εξαιρέσεις τα καινούρια λεωφορεία που αγοράστηκαν χάρη στα αμερικάνικα δάνεια, και το παλιό ηρώο του χωριού που έχει αντικατασταθεί από το καινούριο, δεν έχουν αλλάξει και πολλά, φαίνεται να μας λέει ο αφηγητής και alter ego του συγγραφέα. Η ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνεται. Ο παραλογισμός που χαρακτηρίζει το κακό είναι διάχυτος στις επιστολές: η φυλάκισή του ήρωα στο Μπούχενβαλντ οφείλεται σε μια παρεξήγηση, η ιστορία που γράφει στην αναφορά της αποφυλάκισής του είναι πλαστή, όταν δε επιστρέφει στην Ελλάδα, επειδή θεωρείται νεκρός, δεν μπορεί να βγάλει ταυτότητα. «Τελικά όλα είναι μια παρεξήγηση» λέει μια ηρωίδα κι εκείνος της απαντά πως «από μια παρεξήγηση βγαίνουν οι πιο ωραίες ιστορίες», πράγμα που φαίνεται πως αληθεύει αφού ο Νίκος Σβέρκος κατορθώνει να συνθέσει μια νουβέλα που διαβάζεται απνευστί.

Αποφασίζοντας να σπάσει τη σιωπή, αυτή τη σιωπή που φυλακίζει τους ανθρώπους σε στρατόπεδα, ο ήρωας απελευθερώνεται.

Γιατί όμως επιλέγει ο πενηντάχρονος πλέον Πάνος Δαφνίτης να αφηγηθεί τις δικές του ιστορίες γνωρίζοντας μάλιστα πως δεν πρόκειται να λάβει ποτέ καμιά απάντηση στις επιστολές του, πως πρόκειται ουσιαστικά για έναν μονόλογο; Ούτε και διευκρινίζεται άλλωστε αν οι επιστολές επιδόθηκαν στην Ευγενία παρότι η επιθυμία της να μάθει το παρελθόν του αποτέλεσε το αρχικό έναυσμα. Γράφοντάς τις, ο αφηγητής αναρωτιέται αν αυτός είναι ένας τρόπος να διατηρήσει μια επαφή μαζί της. Θέλει άραγε να παραμείνει εγκλωβισμένος ή αντίθετα να λυτρωθεί από τον έρωτά του αφού όπως λέει «από κατεστραμμένος γίνεσαι νικητής. Τα υλικά που σε πλακώνουν είναι τα υλικά που σε σώζουν. Και η αγάπη που σε σώζει ξεκλειδώνει πτυχές του εαυτού σου που ποτέ δεν πίστευες πως κατείχες». Αποφασίζοντας να σπάσει τη σιωπή, αυτή τη σιωπή που φυλακίζει τους ανθρώπους σε στρατόπεδα, ο ήρωας απελευθερώνεται. Κάνοντας τον απολογισμό της ώς τώρα ζωής του βλέπει τα πράγματα πιο καθαρά και αντιλαμβάνεται πως η ιστορία κάθε ανθρώπου πρέπει να λέγεται και να περνάει στους επόμενους. Δεν έχουν σημασία οι ερμηνείες που θα δοθούν, δεν έχει σημασία πόσο σπουδαία ή όχι ήταν η συμβολή του καθενός στα πράγματα. Από μόνη της, η γραφή είναι λύτρωση. Είναι παραμυθία απέναντι στο παράλογο της ύπαρξης. Είναι μνήμη.

* Η ΛΙΛΑ ΚΟΝΟΜΑΡΑ είναι συγγραφέας και μεταφράστρια.
Τελευταίο της βιβλίο, το «Μακάο - Δύο νουβέλες» (εκδ. Κέδρος).


altΤο στρατόπεδο της σιωπής
Νίκος Σβέρκος
Κέδρος 2018
Σελ. 216, τιμή εκδότη €12,50

alt

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Εγκλωβισμένοι στις ζωές τους

Εγκλωβισμένοι στις ζωές τους

Για τη συλλογή διηγημάτων του Μιλτιάδη Σαλβαρλή «Μικρά δωμάτια πανικού» (εκδ. Μετρονόμος).

Της Διώνης Δημητριάδου

«Ζωή. Ζωή μου. Φυλα...

«Η ομορφάσχημη»: εκδοχές της μαρτυρίας, της διαταραχής, του τραύματος

«Η ομορφάσχημη»: εκδοχές της μαρτυρίας, της διαταραχής, του τραύματος

Για την έκδοση του βιβλίου του Νίκου Καχτίτση «Η ομορφάσχημη» (επίμετρο: Γιώτα Κριτσέλη, Ηλίας Γιούρης, εκδ. Κίχλη).

Του Θωμά Συμεωνίδη

Μετά την εξαιρετική επανέκδοση το 2012 του...

Αδικημένοι της καθημερινότητας και της Ιστορίας

Αδικημένοι της καθημερινότητας και της Ιστορίας

Για τη συλλογή διηγημάτων της Αγγελικής Σπανού «Απαρατήρητοι» (εκδ. Πόλις) και της Δήμητρας Λουκά «Κόμπο τον κόμπο» (εκδ. Κίχλη), καθώς και για το μυθιστόρημα του Νίκου Σβέρκου «Το στρατόπεδο της σιωπής» (εκδ. Κέδρος).

...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Φώτος Λαμπρινός: «Η νέα γενιά ονειρεύεται έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό από αυτόν που γνωρίσαμε»

Φώτος Λαμπρινός: «Η νέα γενιά ονειρεύεται έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό από αυτόν που γνωρίσαμε»

Σύντομη συζήτηση με τον Φώτο Λαμπρινό με αφορμή το πρόσφατο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Παλαμηδίου 10» (εκδ. Καστανιώτη).

Της Σώτης Τριανταφύλλου

...

Το φιλοσοφείν, με απλά λόγια

Το φιλοσοφείν, με απλά λόγια

Έξι καλά ή και κλασικά στο είδος τους βιβλία που μας συστήνουν τη φιλοσοφία και το φιλοσοφείν με πρωτότυπους τρόπους, επιζητώντας το ενδιαφέρον του ευρέως κοινού. 

Του Μύρωνα ...

Αυτά είναι τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2018

Αυτά είναι τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2018

Ανακοινώθηκαν από το Υπουργείο Πολιτισμού τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2018 (εκδόσεις 2017), για βιβλία για ενηλίκους όπως και για βιβλία για παιδιά. 

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης 

...