22 Ιανουαριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:13:41:03 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ Μπλαζέ ήρωες εν απογνώσει

Μπλαζέ ήρωες εν απογνώσει

E-mail Εκτύπωση

altΓια το μυθιστόρημα του Μιχάλη Μοδινού «Το πλέγμα – μυθιστόρημα σε είκοσι μονολόγους» (εκδ. Καστανιώτη).

Του Γιώργου Αριστηνού

Με τίτλο Το πλέγμα και υπότιτλο μυθιστόρημα σε είκοσι μονολόγους σκιαγραφείται η ταυτότητα του τελευταίου βιβλίου του Μιχάλη Μοδινού. Μυθιστόρημα με την έννοια ότι τα αυτόνομα και αυτοτελή αφηγήματα που το απαρτίζουν υφαίνονται μεταξύ τους σ’ ένα αδιάφανο πλέγμα, τα πρόσωπα, συγγενή ως προς τους ρόλους τους, διασταυρώνονται ή υποκαθίστανται αλλήλοις, ενώ όλο αυτό το πλήθος πρωταγωνιστών και κομπάρσων συγκλίνει σε μια ενιαία πάνω-κάτω θεματολογική κορνίζα, δηλαδή στις ανθρώπινες σχέσεις οι οποίες είναι υπονομευμένες εξ ορισμού.

Πίσω από την ισορροπία που προβάλλεται ότι διέπει τις ανθρώπινες σχέσεις, υπάρχει κάτι εσωτερικά ασυμμάζευτο, μια κίνηση ας πούμε που οδηγεί στην εντροπία, τη διάλυση και τον κατακερματισμό. Σε μια άλλη γλώσσα πιο εξειδικευμένη φιλοσοφικά, θα μιλούσαμε για μια μεταφυσική αρρώστια (maladie métaphysique), που τις κάνει διαβλητές κι ευάλωτες, έτοιμες να απεκδυθούν τις αξίες και τις αρετές που τους αποδίδει το ηθικό σύστημα.

Αυτό σημαίνει ότι πίσω από την ισορροπία που προβάλλεται ότι τις διέπει, υπάρχει κάτι εσωτερικά ασυμμάζευτο, μια κίνηση ας πούμε που οδηγεί στην εντροπία, τη διάλυση και τον κατακερματισμό. Σε μια άλλη γλώσσα πιο εξειδικευμένη φιλοσοφικά, θα μιλούσαμε για μια μεταφυσική αρρώστια (maladie métaphysique), που κάνει τις ανθρώπινες σχέσεις διαβλητές κι ευάλωτες, έτοιμες να απεκδυθούν τις αξίες και τις αρετές που τους αποδίδει το ηθικό σύστημα, για να καταρρεύσουν εν τέλει μέσα στην εγγενή ανυποληψία τους! Αυτή η πεποίθηση, εν είδει θεωρητικής αρχής, που χαρακτηρίζει το μυθιστόρημα του Μοδινού, θα εκφραστεί λογοτεχνικά με την ειρωνεία, τον σαρκασμό και αυτοσαρκασμό, τη διακωμώδηση κάθε σοβαροφανούς ρητορικής, και τέλος με τον διαβρωτικό κυνισμό, ο οποίος τρυπώνει μέσα στις συστάδες των λέξεων και την πομπή της φράσης.

Παραδείγματα πολλά. Από τον μονόλογο «Φυσικοί κύκλοι», διαβάζω: «Επικράτησε τότε η άποψη ενός ευσταθούς ογδοντάρη από την Άνω Σαβοΐα, κοντινού φίλου του μακαρίτη και άλλοτε συντρόφου του στο κυνήγι και το ψάρεμα, να αποθέσουμε την άδεια μεταλλική τεφροδόχο και την αθλητική τσάντα Αντίντας σε έναν κάδο ανακύκλωσης. Μα κάνει λεφτά αυτός ο σάκος, ψιθύρισε μια εξαδέλφη με άνοια…». Από τον μονόλογο «Ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου» διαβάζω: «Στο μεταξύ ο νευρολόγος ρωτάει τον ΑΜΚΑ του πεθερού μου, γράφει αντικαταθλιπτικά και απευθυνόμενος στον γέροντα λέει αίφνης μ’ ένα είδος, υπόσκαφης τρυφερότητας κ.λπ.». Τέλος, από τις «Χαμένες προσδοκίες»: «Πότε θα γνωρίσω μια γυναίκα που ο πατέρας ή ο παππούς της να ήταν στα τάγματα ασφαλείας; αναρωτήθηκα. Με τόσους αριστερούς στον τόπο πώς και δεν καταλήφθηκε η εξουσία μ’ ένα απλό ντου στα Δεκεμβριανά;» Όλη σχεδόν η έκταση του βιβλίου είναι ναρκοθετημένη από τέτοιους εμπρηστικούς θυλάκους, είτε ως πρωτότυπη ευφυής και αδόκιμη, όμως δραστική χρήση μιας λέξης (υπόσκαφη τρυφερότητα), είτε ως κυνικός διασυρμός μιας θεσμικής εικόνας για την καύση των νεκρών, είτε ακόμη ως ειρωνική αιχμή για την αιχμαλωσία της Δεξιάς στην ιδεολογία του ηθικού πλεονεκτήματος. Όλα αυτά διεκπεραιώνονται στα κείμενα του Μοδινού με τρόπο έμμεσο, υπόκωφο ή υπόσκαφο και δηκτικό, χωρίς ίχνος ρητορικού διδακτισμού.

Θα υποθέσει κανείς από τις εισαγωγικές παρατηρήσεις μου πως ο συγγραφέας έχει υποκύψει στη σαγήνη ενός gay (χαρωπού) μηδενισμού που παίρνει το σύγχρονο όνομα της ώσμωσης ανάμεσα στο καλό και το κακό, καθώς και στην αλληλοπεριχώρησή τους, καθώς ισχυρίζεται ο Ουελμπέκ στο σχετικό απόσπασμα από τα Στοιχειώδη σωματίδια. Ο Μοδινός δεν προσχωρεί σ’ αυτή τη θέση. Αντίθετα με τον Γάλλο συγγραφέα ο οποίος δεν χάνει ούτε στιγμή για να υπογραμμίσει τον απωθητικό αρνητισμό του (τον μισογυνισμό και τον αντικρατισμό του), ο συγγραφέας μας υποχωρεί κάποτε σ’ έναν ελεγχόμενο λυρισμό, που μοιάζει με πένθιμο ισοκράτημα για τον αέναο κύκλο της ζωής και του θανάτου. Μάλιστα ένα απόσπασμα από τους «Φυσικούς κύκλους» αποτελεί μια ευανάγνωστη αλληγορία για την αλλοπρόσαλλη πορεία της ζωής, τις παλινωδίες και αρρυθμίες της, τις συμπτώσεις και τις ανακολουθίες της, που αποδυναμώνουν κάθε έννοια αναγκαιότητας και μαρξιστικής λογικής. Αναφέρεται εκεί στο μυστήριο του νερού, που θυμίζει ένα από τα καλύτερα πεζά του Μπέκετ: «Το μυστήριο του νερού με συνάρπαζε ανέκαθεν. Θα ακολουθήσει εξάτμιση, υδρατμοί, νέφη, χαλάζι, χιόνι και φτου κι απ’ την αρχή, σ’ ένα είδος αέναου κύκλου, με μικρές ή μεγάλες παρεκκλίσεις κάθε φορά, με μετατοπίσεις, τυχαιότητα στον χρόνο και τον χώρο, ποικιλία μορφών, απειρία επιπτώσεων, αδυναμία ταξινόμησης – ένα είδος τραγικής συμπαντικής ευθυμίας». Ευθυμίας γράφει, όχι τραγωδίας, μια δηλαδή ακροτελεύτια λέξη που κλίνει προς το παράλογο της ανθρώπινης κατάστασης.

Ιδού τώρα, κρατώντας πάντα τις αναλογίες, ένα κομμάτι από το Βατ του Μπέκετ. «Τα ρόδα ανθίζουνε στην Πικαρδία και η απαραίτητη λάμπα πετρελαίου και φυσικά το χιόνι και πώς αλλιώς το χαλάζι, και μη μου πεις το λασπόχιονο και κάθε τέσσερα χρόνια η συμφορά του Φλεβάρη και οι ατέλειωτες μπόρες του Απρίλη, και τα κρινάκια και όλη η αέναος μαλακία φτου κι απ’ την αρχή».

Ο Μοδινός γνωρίζει καλά τα μείγματα αυτά της μετάπτωσης από τη λυρική εμπνοή ή νύξη, στον βαρύθυμο μπλαζεδισμό για τον οποίο θα μιλήσω σε λίγο. Πάντως, αν η έννοια του κυρίαρχου παράγοντα (της δεσπόζουσας, the dominant) όπως τον σημασιολόγησε ο Jakobson, του στοιχείου δηλαδή που παίζει τον αποφασιστικό ρόλο μέσα σε μια ποικιλία τάσεων, μορφών και συμπεριφορών έχει ακόμη και σήμερα να παίξει έναν ρόλο στη θεωρία, τότε ο Μοδινός δεν θα γλιστρήσει ποτέ έξω από τη βασική του πρόταση, την κυρίαρχη, δηλαδή υπόθεσή του, ότι οι ανθρώπινες σχέσεις είναι κλονισμένες και πάντως ευπαθείς. Κι αν κάποτε μεμψιμοιρεί για την ατροφία αυτή, αλλά και γενικότερα για την καθίζηση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, δεν το κάνει όπως ο απατημένος οπαδός μιας αισιόδοξης ιδεολογίας, αλλά με έναν τρόπο συγκαταβατικής συμπάθειας ή κουρασμένης ανωτερότητας. Αυτό που υπονοώ σχετίζεται με την οπτική του συγγραφέα, δηλαδή την αποδοχή μιας ανυψωμένης θέσης απ’ όπου παρατηρεί τα πράγματα όχι με συμπάθεια ή, όπως λέει κάπου, με ενσυναίσθηση, αλλά με ειρωνεία και συγκατάβαση.

Η ερωτική σχέση και η σεξουαλική σύμμειξη έχει στον Μοδινό κάτι από την κορεσμένη αίσθηση του blasé, είναι μια πράξη διεκπεραίωσης από έναν κουρασμένο τύπο εν απογνώσει (όπως ο Ρεμπώ ήταν ένας μυστικός σε άγρια κατάσταση), την οποία ωστόσο κρύβει πίσω από μια ψυχρή γραφειοκρατική γλώσσα.

Ένα παράδειγμα είναι οι ερωτικές σχέσεις. Διαβάζω ένα απόσπασμα από τον μονόλογο «Οι τόποι και οι ρόλοι»: «Οι εραστές είναι τελικά για το κρεβάτι – όσο αυτό διαρκεί. Μετά χτυπάει την πόρτα η πλήξη, μια κατάσταση όπου δεν έχεις τίποτα να πεις. Με ένα διαδικαστικό πήδημα πριν κοιμηθούμε, η διαταραχή της μέρας θα έδινε τη θέση της στην κατάσταση της αδιάφορης ισορροπίας που λέγαμε στη φυσική». Εδώ η ερωτική επαφή δεν έχει τον λυρισμό της ρομαντικής παράδοσης, με τις αναγωγές της στη φύση, και τις μεταφορές της να εξατμίζονται και να μετουσιώνονται σε αρώματα εξιδανίκευσης. Δεν έχει τον διονυσιασμό του παγανισμού που συναντάμε σε μια ορισμένη εκδοχή του νεοκλασικισμού. Ούτε τον νατουραλισμό που πριμοδοτεί την αποχαλίνωση της libido όπως στην περίπτωση του Χένρι Μίλερ. Ούτε τέλος συγγενεύει με τον κυνισμό του Ροθ όπου όλα (εσωτερικές και εξωτερικές συγκυρίες) συγκλίνουν και εναρμονίζονται σ’ ένα terminus ad quem, ένα όριο δηλαδή που νομιμοποιεί την αθεμιτουργία. Η ερωτική σχέση και η σεξουαλική σύμμειξη έχει στον Μοδινό κάτι από την κορεσμένη αίσθηση του blasé, είναι μια πράξη διεκπεραίωσης από έναν κουρασμένο τύπο εν απογνώσει (όπως ο Ρεμπώ ήταν ένας μυστικός σε άγρια κατάσταση), την οποία ωστόσο κρύβει πίσω από μια ψυχρή γραφειοκρατική γλώσσα. Το συναίσθημα με τα παραφερνάλια της συγκίνησης, της τρυφερότητας ή της ηδονικής μετοχής σε μια ανιδιοτελή εκστατική εμπειρία, είναι φτηνά ψιμύθια από τσίγκο που λιώνουν στη θερμοκρασία της εκσπερμάτωσης ή, όπως γράφει ο ίδιος, «η ερωτική πράξη εξαντλείται μ’ ένα διαδικαστικό πήδημα». Βρίσκω την πρόταση αυτή του συγγραφέα ανυπόκριτη και γι’ αυτό συναρπαστική. Μακριά από κάθε προσποίηση που στρατεύει ακόμη και τον έρωτα σε μια ιδεολογία, τα ερωτικά πρόσωπα του Μοδινού είναι σαφώς αποχρωματισμένα.

alt
Ο Μιχάλης Μοδινός

Τα πρόσωπα στον Μοδινό παίζουν τον ρόλο τους, αφού είναι στερημένα από αυθεντικό έρμα, έναν ρόλο όμως επίσης διάτρητο από νόημα. Έτσι ο άνθρωπος μετατρέπεται σε φιγούρα και σκιά, ένα άθυρμα σε μια υπερκείμενη βούληση και αυθεντία.

Είναι αποχρωματισμένα αλλά και αποστραγγισμένα συνάμα από κάθε ζείδωρη πνοή. Ιδού μια χαρακτηριστική περίπτωση, από τους «Φυσικούς κύκλους». Διαβάζουμε: «είναι μια αρρωστημένη χειμωνιάτικη μέρα, με το φως δειλό και διάχυτο προς τη μεριά του όρους Αιγάλεω. Πώς είναι το μέλι της Σοφίας; ρωτάει η Βερονίκ». Οι φράσεις αυτές είναι ενταγμένες στα συναφή με το θέμα συμφραζόμενα, έτσι ώστε να συμπεράνει κανείς εύκολα πώς το ενσταντανέ αυτό, με το βλέμμα του πρωταγωνιστή να στρέφεται προς το γνωστό βουνό, αποτελεί μια φαινομενολογική επίσχεση της ροής του λόγου, όπου το έξω, ο περίγυρος, οι εικόνες που τρέχουν, η φύση ας πούμε, απορροφά το μέσα. Στην περίπτωση που εξετάζουμε το έξω τις περισσότερες φορές απομυζά ή σφετερίζεται το μέσα (το υποκείμενο θέλω να πω), που μοιάζει πλέον δευτερεύον και ξοφλημένο. Τα πρόσωπα στον Μοδινό παίζουν τον ρόλο τους, αφού είναι στερημένα από αυθεντικό έρμα, έναν ρόλο όμως επίσης διάτρητο από νόημα. Έτσι ο άνθρωπος μετατρέπεται σε φιγούρα και σκιά, ένα άθυρμα σε μια υπερκείμενη βούληση και αυθεντία.

Αν ερμηνεύω σωστά τη σκέψη του συγγραφέα στο σημείο αυτό, η φύση δείχνει να προβιβάζεται στην κλίμακα της ύπαρξης, να κλέβει την πρωτοκαθεδρία από τον μετανεωτερικό άνθρωπο. Αν η ανθρώπινη ψυχή, σ’ έναν κόσμο καταναλωτικής αφαίμαξης του νοήματος, «απολιθώνεται», στην κυριολεκτική σημασία της λέξης, τότε συμβαίνει κάτι μοναδικό: Το νόημα μεταβαίνει στη φύση, την εμψυχώνει και τη ζωοποιεί. Όμως η φύση δεν έχει συνείδηση, έχει απλώς μια δανεισμένη, από τα λαλούντα όντα, φωνή. Ο άνθρωπος πια, αυτή η ακηδεμόνευτη δύναμη του διαφωτισμού και της λογοκρατίας που αποκαθήλωσε τον Θεό, ετεροκαθορίζεται και πάλι εξαιτίας της παραλυσίας του. Αδιανόητη αντιστροφή, που μαρτυρά το μέγεθος της κρίσης. Τα πρόσωπα στο μυθιστόρημα του Μοδινού είτε υποτονθορύζουν τις ενδόμυχες σκέψεις τους, είτε δηλώνουν στεντόρεια την αμηχανία τους, πάντως ζουν (μάλλον βιώνουν) την αποτυχία τους. Θα ήταν λάθος να εκλάβουμε την επιπολάζουσα διάθεση για χιούμορ του συγγραφέα, σαν μια απόσυρση στην ελαφρότητα ή το ευτράπελο. Αντίθετα, πιστεύω ότι θέλει να πει ένα οριστικό αντίο στην λογοτεχνίζουσα ρητορική ή στην πλαστή ευγλωττία των σχημάτων λόγου. Αντίο που βρίσκει σύμμαχο την ειρωνεία και τον μηχανισμό της αποδραματοποίησης. Νά ένα παράδειγμα: όταν ο Ζακ-Λυκ Ωντουέν, πατέρας της Βερονίκ στον μονόλογο «Φυσικοί κύκλοι», πεθαίνει και αποτεφρώνεται, διαβάζουμε τα εξής: «Μου έκανε εντύπωση, θυμάμαι, πόσο λίγες στάχτες παράγονται από ένα ολόκληρο ανθρώπινο σώμα και πόσο αμφίβολο ήταν αν θα λίπαιναν τις καλαμιές στην όχθη…». Η στάχτη, σαν μακάβρια επιτομή του ανθρώπινου σώματος, όπως το κρανίο του Γιόρικ στον Άμλετ, δεν προκαλεί πένθιμες ελεγειακές σκέψεις για το παράλογο της ζωής, αλλά την κυνική αποστροφή για τη λίπανση των φυτών. Ιδού ο αρνητισμός απέναντι στην ηθική και τελετουργική πρακτική, ο οποίος διασκεδάζει κάθε δραματική υπερέκλυση αισθήματος.

Τα πρόσωπα στο μυθιστόρημα του Μοδινού είτε υποτονθορύζουν τις ενδόμυχες σκέψεις τους, είτε δηλώνουν στεντόρεια την αμηχανία τους, πάντως ζουν (μάλλον βιώνουν) την αποτυχία τους. Θα ήταν λάθος να εκλάβουμε την επιπολάζουσα διάθεση για χιούμορ του συγγραφέα, σαν μια απόσυρση στην ελαφρότητα ή το ευτράπελο.

Κοντά σ’ όλα αυτά και ο χλευασμός του καθωσπρεπισμού ή του ιδανισμού της πολιτικής ορθότητας. «Βυθίζαμε τη λυτρωτική θλίψη μας σε ωκεανούς σαρντονέ. Καληνυχτιζόμασταν μ’ ένα καλό Καλβαντός από την Άνω Νορμανδία». Η θλίψη για να υπερκεραστεί αναζητάει πάντα μια αντιρρόπηση από αντίθετα συναισθήματα. Δεν τα εκδηλώνουμε αλλά τα αποκρύβουμε ή, με τη γλώσσα της ψυχανάλυσης, καταφεύγουμε στη δυναμική της απώθησης και της εξιδανίκευσης. Ο Ραμπελαί, απηχώντας την αμφιθυμία του πένθους, και τους μηχανισμούς για την απορρόφηση της έντασής του, περιγράφει τρόπους λιγότερο υποκριτικούς από τη δόση Σαρντονέ και Καλβαντός. Απλώς υποβιβάζει τον θάνατο και τον θνήσκοντα σ’ ένα ανακυκλώσιμο περίττωμα (totus homo fit excrementum).

O Μοδινός βάζει τους αφηγητές του να υιοθετούν εποπτικές γωνίες, όταν επιχειρεί την ψυχική αποφλοίωση των συμπολιτών του. Πανεπόπτης ο συγγραφέας ή μάλλον το αφηγηματικό του υποκατάστατο, κρίνει τη θλίψη της καθημερινότητας στα σουπερμάρκετ με τον σαρκασμό που ταιριάζει σε παρόμοιες περιπτώσεις: «Διασχίζω καθέτως διαδρόμους αναζητώντας την, ενώ κυρίες με καρότσια και μοχθηροί συνταξιούχοι με κοιτάζουν εχθρικά σαν να θέλω να τους πάρω τα πάμπερ και τις κονσέρβες τους. Μάλλον στον διάδρομο με τα γαλακτοκομικά θα είναι, ως συνήθως, σκέφτομαι. Προσφορές στα γιαούρτια, προσφορές στα γάλατα, τρία παριζάκια Νίκας στην τιμή των δύο. Κεφαλοτύρι Αμφιλοχίας, αλατισμένη μυζήθρα Λασιθίου, στραγγιχτό γιαούρτι Βοημίας - Βεσαραβίας, Μολδοβλαχίας, Άνω Ουραλίων, διαλέγετε και παίρνετε…». Ακολουθώντας το ποιητικό σχήμα της ρητορικής επαύξησης, γνωστό από την αρχαιότητα, επιδιώκει να αυξήσει την ένταση και να επιτείνει τη γελοιοποίηση του καταναλωτικού άγους. Οι σελίδες του Μοδινού είναι διάστικτες από το επικριτικό βλέμμα, που συχνά διπλώνει σε αυτοσαρκασμό. Μάλιστα από το υπερυψωμένο παρατηρητήριό του (το οποίο δεν αποκλείει καθόλου την οξυδέρκεια) δεν θα ξεφύγει ούτε η πολιτική πανουργία της κομμουνιστικής αριστεράς να εγκαταστήσει στη συνείδηση των πολιτικών της αντιπάλων ένα σύστημα μακρόβιων ενοχών.

Συνήθως οι επίλογοι, όπως γράφει ο Ζιράρ, στο ρομαντικό τουλάχιστον μυθιστόρημα κλείνουν με τη μεταμέλεια του ήρωα, την κάθετη δηλαδή υπέρβαση (transcendence vertical) και την απόρριψη της μεταφυσικής επιθυμίας. Ωστόσο αυτές οι σχηματοποιήσεις, οι οποίες απαντούσαν στα αναγνωστικά αιτήματα της εποχής, έχουν εγκαταλειφθεί. Μένει ωστόσο η ανάγκη ενός μυθοπλαστικού τέλους, έστω και άρρητου ή λανθάνοντος, εν είδει συμπεράσματος ή απολογίας. Ο σνομπισμός όμως (εγώ τον ονομάζω μπλαζεδισμό) δεν μπορεί να αιχμαλωτιστεί σε παρόμοιες συνταγές. Οι πρωταγωνιστές των μονολόγων, αγέρωχοι μέσα στον κυνισμό τους, ολοκληρώνουν τις σκέψεις τους ανενδοίαστα και αυτοσαρκαστικά.

«Οι μαλάκες πίσω μου κορνάρουν, από δίπλα μου ένας αρχίδης με κοιτάει με το μίσος της ασφάλτου, να πάνε να γαμηθούνε όλοι τους – εγώ είμαι Τζαίημς Ντην και ξέρω να σηκώνω τον σταυρό μου περιγελώντας το πεπρωμένο». Αλίμονο να μην ήξερε!

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΙΣΤΗΝΟΣ είναι συγγραφέας.
Τελευταίο του βιβλίο, η επανέκδοση του μυθιστορήματός του «Ο δολοφόνος» (εκδ. Κίχλη).

 Στην κεντρική είκονα φωτογραφία © Ricardo Reis.


altΤο πλέγμα
Μυθιστόρημα σε είκοσι μονολόγους
Μιχάλης Μοδινός
Καστανιώτη 2018
Σελ. 242, τιμή εκδότη €16,00

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΜΟΔΙΝΟΥ

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η τραγωδία, η επιφάνεια κι ο βυθός

Η τραγωδία, η επιφάνεια κι ο βυθός

Για το μυθιστόρημα του Μίνου Ευσταθιάδη «Ο δύτης» (εκδ. Ίκαρος).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Τι ζητά ο αναγνώστης από ένα βιβλίο, ώστε να πει ότι το διάβασε με ενδιαφέρον αλλά και...

Tο αίνιγμα του χρόνου και το παλίμψηστο της γραφής

Tο αίνιγμα του χρόνου και το παλίμψηστο της γραφής

Για τη συλλογή διηγημάτων του Αχιλλέα Κυριακίδη «Το μουσείο των τύψεων και άλλες ιστορίες» (εκδ. Πατάκη).

Της Διώνης Δημητριάδου

Στην προμετωπίδα του...

Κάτοπτρα, είδωλα και ψυχικά ορυκτά

Κάτοπτρα, είδωλα και ψυχικά ορυκτά

Για το μυθιστόρημα της Έλενας Μαρούτσου «Δύο» (εκδ. Κίχλη).

Του Μιχάλη Μακρόπουλου

Η σχέση ενός φωτογράφου με τον κόσμο είναι ιδιάζουσα – ενίοτε, ανα...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ημερίδα στην Εθνική Βιβλιοθήκη: «Αρχαία ελληνική τραγωδία και θρησκεία»

Ημερίδα στην Εθνική Βιβλιοθήκη: «Αρχαία ελληνική τραγωδία και θρησκεία»

H Eθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος και το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης συνδιοργανώνουν ημερίδα με θέμα «Αρχαία ελληνική τραγωδία και θρησκεία».

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Ελέφαντας

Ελέφαντας

Προδημοσίευση ενός διηγήματος από τη συλλογή του Ρέιμοντ Κάρβερ «Ελέφαντας» (μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου), που κυκλοφορεί στις 24 Ιανουαρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Για το χατίρι της μάνας

Για το χατίρι της μάνας

Του Γιάννη Δενδρινού

Για την Ελένη, το μικρό τριάρι στην Σκοπέλου ήταν ένα βάσανο. Ανήκε στη μάνα της, μεγάλη γυναίκα πια, και έτσι κάθε φορά που άδειαζε έπρεπε αυτή να βρει νέο ενοικιαστή. Να το δείξει πρώτα σε ενδιαφερόμενου...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube