x
Διαφήμιση

18 Νοεμβριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:12:54:10 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ Τα πεζογραφήματα του Μάρκου Μέσκου

Τα πεζογραφήματα του Μάρκου Μέσκου

E-mail Εκτύπωση

altΓια τη συγκεντρωτική έκδοση των διηγημάτων του Μάρκου Μέσκου «Πεζογραφήματα» (εκδ. Γαβριηλίδης).

Του Παναγιώτη Γούτα

Ο Μάρκος Μέσκος (1935-2019) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Εκτός από το ποιητικό του έργο, εξέχουσα θέση στη συνολική λογοτεχνική του πορεία έχει και το πεζογραφικό του έργο. Το 2013, οι εκδόσεις Γαβριηλίδης, συγκέντρωσαν το σύνολο του πεζογραφικού του έργου (ή τουλάχιστον τη συντριπτική πλειονότητα των πεζών του κειμένων) σε έναν τόμο, κάτω από τον γενικό και ουδέτερο τίτλο Πεζογραφήματα. Τον όρο «πεζογραφήματα» τον χρησιμοποίησε, παλιότερα, πρώτος ο Γιώργος Ιωάννου για να προσδιορίσει το είδος των κειμένων του, και σε εκείνη την περίπτωση ο χαρακτηρισμός λειτούργησε εύστοχα και δραστικά, λόγω του αδιευκρίνιστου και πρωτότυπου χαρακτήρα των ιστοριών του (κάτι μεταξύ δοκιμίου, μαρτυρίας, αφήγησης, χρονικού και διηγήματος, μοναδικό για την εποχή του). Και στον Μέσκο, όμως, αυτός ο ουδέτερος χαρακτηρισμός των κειμένων του εν μέρει ευσταθεί, αφού τα κείμενά του (σύντομα σε έκταση, τα περισσότερα) δεν είναι ακριβώς διηγήματα (λείπει στα περισσότερα η μεγάλη έκταση και η έντονη δράση-πλοκή), ούτε αφηγήματα ή αφηγήσεις (λόγω της πύκνωσής τους και της έλλειψης χαλαρής δομής, που επιβάλει το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος), οπότε το «πεζογραφήματα» δείχνει να προσδιορίζει σε σημαντικό βαθμό το λογοτεχνικό είδος που ο Εδεσσαίος λογοτέχνης ακολούθησε στην πεζογραφία του.

alt

Στα Πεζογραφήματα του Μέσκου υπάρχουν συνολικά 43 πεζά κείμενα, μοιρασμένα σε τέσσερις ενότητες-συλλογές και απλωμένα σε χρονικό εύρος 27 χρόνων (από το 1978 έως το 2005). Η μοιρασιά γίνεται ως εξής: Παιχνίδια στον παράδεισο (15 κείμενα), Κομμένη γλώσσα (8 κείμενα), Μουχαρέμ (8 κείμενα) και Νερό Καρκάγια (22 κείμενα).

Στο Παιχνίδια στον παράδεισο (εκδ. Νεφέλη, 1978) υπάρχει εκ μέρους του αφηγητή έντονη νοσταλγία για την παιδική εποχή και ηλικία, ακρίβεια και λεπτομέρεια στις περιγραφές των παιδικών παιχνιδιών, ντοπιολαλιά, αναλυτικοί κανόνες του παιχνιδιού ή της κατασκευής του. Εντούτοις, σε κανένα σημείο της αφήγησης, τα κείμενα δεν καταντούν μελό, αφού το συναίσθημα που αποπνέουν είναι απολύτως ελεγχόμενο και τιθασεύεται, σχεδόν ολοκληρωτικά, στον επίλογο του κάθε κειμένου, όπου ο συναισθηματικός λόγος γειώνεται στην πραγματικότητα, κάποιες φορές με θυμοσοφία ή με μια μικρή πικρία. Ενδεικτικές απολήξεις κειμένων:  «Βρε, τι σου κάνουν τα παιχνίδια, τι σου θυμίζουν!» (σελ. 25, κείμενο «Σφεντόνα») ή αλλού: «Να γιατί με τη σιάικα δεν στέλναμε γράμμα – σε κανέναν Θεό». (σελ. 13, κείμενο «Χαρταετοί»). Με αυτήν την τεχνική του ουδέτερου και, κάπως, αποστασιοποιημένου τέλους, ο Μέσκος πετυχαίνει να σώσει το γνήσιο συναίσθημα της προηγούμενης ανάμνησης του παιχνιδιού, και, πλούσιος, πλέον, και γεμάτος ο ίδιος, επιστρέφει, δίχως υπερβολές και συναισθηματικές ακρότητες, στην ώριμη γνώση και στην πραγματικότητα. Οι τίτλοι των κειμένων ενδεικτικοί και προσδιοριστικοί του παιχνιδιού, στο οποίο ο αφηγητής κάθε φορά αναφέρεται: «Κότσια», «Κατρακύλια», «Κουρσιούμια», «Τζαμί», «Καράμπομπα», «Κρυφτό», «Τσελίκ τσομάκ», «Κράτη», «Μακριά γαϊδούρα» κ.α.

Ο Μέσκος δεν προβάλει στα κείμενα το προσωπικό στοιχείο με αυτοαναφορικές μνήμες, επιχειρώντας έτσι να εκφράσει μια συλλογική μνήμη της εποχής, της παιδικής ηλικίας των ανθρώπων της γενιάς του και των παιχνιδιών του δρόμου και της αλάνας.

Στο εν λόγω βιβλίο υπάρχει πλήθος αναφορών σε τοπωνύμια της παλιάς Έδεσσας, δρόμους, γειτονιές, πλατείες, υπαρκτά πρόσωπα, παλιούς φίλους και συμμαθητές, γείτονες, συμπαίκτες στα Παιχνίδια του παραδείσου. Η γραφή είναι λιτή και περιεκτική, με κάποια ποιητικότητα στη διατύπωσή της (προφανώς και λόγω της ποιητικής ιδιότητας του Μέσκου). Ωστόσο ο Μέσκος δεν προβάλει στα κείμενα το προσωπικό στοιχείο με αυτοαναφορικές μνήμες, επιχειρώντας έτσι να εκφράσει μια συλλογική μνήμη της εποχής, της παιδικής ηλικίας των ανθρώπων της γενιάς του και των παιχνιδιών του δρόμου και της αλάνας. Σε όλα τα κείμενα φαίνεται πως τα Βοδενά (σημερινή Έδεσσα) ήταν (και παραμένει) τόπος εύφορος κι ευλογημένος, με πολλά νερά, πρασινάδα, ζαρζαβατικά και φρούτα (κεράσια, βερίκοκα, ροδάκινα κτλ.). Λίγοι πεινάσανε στην Κατοχή, όπως λέει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας, γιατί οι περισσότεροι Βοδενιώτες ήσαν μπαξεβάνηδες. Επίσης, σε αρκετές ιστορίες επαναλαμβάνεται η ερώτηση «θυμάσαι;», σαν να την απευθύνει ο αφηγητής σε κάποιον αόρατο φίλο ακροατή του, κεντρίζοντάς του, έτσι, το ενδιαφέρον για να προχωρήσει ο ίδιος στην παρακάτω ανάμνηση. Τέλος, ο Μέσκος τονίζει πως τα παιχνίδια στα οποία αναφέρεται, παίζονταν μόνο από αγόρια, αφού τα κορίτσια είχαν τα δικά τους. Το Σεπτέμβριο του 1978, σε εισαγωγή του συγκεκριμένου βιβλίου, ο Μέσκος, αφού πρώτα μάς διευκρινίζει πως τα παιχνίδια αυτά αφορούν τη δεκαετία 1935-1945, με τόπο τα Βοδενά, καταλήγει ως εξής: «Δάκρυ ψυχής και χαρά μοναδική η αναδρομή τους, αφιερώνονται στους μαχαλάδες των Βοδενών, στους παιδικούς φίλους και στους μετέπειτα και στους άλλους, απανταχού της γης, που διατηρούν ακόμη κάποια όνειρα και στην καρδιά και στο μυαλό τους».

altΑκολουθεί δεύτερη συλλογή αφηγημάτων (πεζογραφημάτων), τυπωμένη ένα χρόνο μετά, με τον τίτλο Κομμένη γλώσσα (εκδ. Νεφέλη, 1979)Τα κείμενα είναι, αυτή τη φορά, λιγότερα σε αριθμό (μόλις 8), όμως η έκτασή τους είναι μεγαλύτερη, υπάρχει σε αρκετά εξ αυτών μια στοιχειώδης έστω πλοκή, και το αφηγηματικό-πεζογραφικό στοιχείο υπερτερεί σαφέστατα του ποιητικού στοιχείου στην εκφορά του λόγου. Τόπος, κατά κανόνα πάντα η Έδεσσα, και το χρονικό πλαίσιό τους η γερμανική κατοχή, η μετά την αποχώρηση των Γερμανών περίοδος και ο Εμφύλιος. Στο «Κομπαρσίτα», έχουμε ένα περιστατικό της Κατοχής, αδρά και ζωντανά αφηγούμενο και ιδωμένο μέσα από τα μάτια ενός παιδιού μιας οικογένειας της Έδεσσας. Με γραφή κοφτή, συχνά ασθματική, και με μικροπερίοδο λόγο αποτυπώνεται ο φόβος του πολέμου, η μετακίνηση των οικογενειών από τα αστικά κέντρα στα χωριά για περισσότερη ασφάλεια, και ο αγώνας των Ελλήνων απέναντι στον κατακτητή. Ένα ατμοσφαιρικό αφήγημα, όπου τα συναισθήματα που κυριαρχούν είναι ο τρόμος, η βουβή σιωπή και η καχυποψία. Στο «Προς Βορράν», με πυκνή, γοργή αφήγηση, έχουμε πάλι ένα κατοχικό σκηνικό. Φόβος, συνθηματικά λόγια, αντίσταση. Ένας μικρός ξεκινά με έναν ενήλικα και ένα γαϊδούρι για να μαζέψουν σιτάρι, έξω από την Έδεσσα, με τη γερμανική συγκατάθεση. Όμως εκείνοι φτάνουν ως την ελεύθερη Αρδέα, που την κατέχουν αντάρτες, και νιώθουν παλικάρια και ήρωες. Κατοχική μνήμη και το «Μελκονίκ». Ήρωας ένα μικρό, κάπως ιδιόρρυθμο παιδί που έπαιζε στην Έδεσσα με τον αφηγητή, και που, μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, έφυγε με τα αδέλφια του για την μακρινή Αρμενία. Στο τέλος του κειμένου ο αφηγητής τον νοσταλγεί και τον αναζητά. Στο «Η Χειμάρα» οι Γερμανοί έχουν φύγει από τη χώρα. Σε μια υπαίθρια ταβέρνα, ένας πρώην πραματευτής και νυν ταβερνιάρης, ο Αποστόλης, με κρασί, σπληνάντερο και κιούναλι, κάνει τους θαμώνες του να αναπολούν παλιές ιστορίες. Το «Ο μπαρμπα Τρύφων» είναι μια σκληρή ιστορία του Εμφυλίου. Ένας μοναχικός άνδρας, όχι πολύ μεγάλος σε ηλικία, αλλά με άσπρα μαλλιά, επιστρατεύεται παίρνοντας ντουφέκι για την ασφάλεια της πόλης. Ένα βράδυ, σε ενέδρα, σκοτώνει τον γιο του τον αντάρτη. Χαρακτηριστικό αυτού του κειμένου (αλλά και της συλλογής) είναι πως ο Μ., στον Εμφύλιο, κάνει λόγο για τους Μπλε και τους Κόκκινους, ενώ αποσιωπά στην αφήγησή του τα ονόματα χωριών της περιοχής, αναφέροντας μόνο τα πρώτα γράμματα των ονομάτων τους. Εμφυλιοπολεμικό σκηνικό και κλίμα και «Στο ποτάμι του Χαλιμά». Η πολιορκία μιας πόλης από αντάρτες, που τελικώς δεν την καταλαμβάνουν, αφού το ποτάμι της λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας. Εντέλει 20 αντάρτες εκτίθενται άταφοι από τις δυνάμεις του Στρατού, προς παραδειγματισμό του πλήθους. Όλοι, εκτός από τον Χρήστο, που πηγαίνει πλυμένος, καθαρός και μυρωμένος, από τα χέρια της γυναίκας του, στον κάτω κόσμο. Στο «Δύο σταγόνες νερό» δυο στενοί φίλοι, όμοιοι σαν δυο σταγόνες νερό, ο Κω… και ο Αμύ…, πολεμούν ως αντάρτες στο πλευρό των Πρασίνων τους Μπλε. Η ιστορία κορυφώνεται με ένα όνειρο που βλέπει ο ένας εκ των δύο και αφορά τον άλλον σε κάποια πολεμική επιχείρηση, ένα όνειρο, μια λεπτομέρεια μόνο, ένα επεισόδιο σαν τόσα άλλα, που όμως ο ίδιος δεν τολμούσε να εξομολογηθεί πουθενά και σε κανέναν. Τέλος στο «Επίλογος» έχουμε ένα σπαραχτικό μικρό κείμενο, σαν μικρό μνημόσυνο για κάποια θύματα του Εμφυλίου, όπου η φύση με τον θάνατο, σε μια αγαστή συμφωνία –μια συμφωνία που παραπέμπει στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού– τους αναγάγει σε αθάνατους ήρωες.

altΕίκοσι ολόκληρα χρόνια μετά τη συλλογή Κομμένη γλώσσα, ακολουθεί νέα συλλογή, οχτώ πάλι πεζογραφημάτων, το Μουχαρέμ (εκδ. Νεφέλη, 1999). Τώρα το τοπίο των ιστοριών γίνεται αστικό (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Έδεσσα), ενώ ο χρόνος αφορά τη δεκαετία του ’70. Αλλάζει σημαντικά και το στιλ γραφής των ιστοριών, αφού ο Μέσκος γίνεται τώρα λιγότερο πυκνός και ποιητικός στη γραφή του και περισσότερο παρατηρητικός και περιγραφικός, δίχως, πάντως, το τελικό αποτέλεσμα να υστερεί σε αναγνωστική απόλαυση, ουσία και ευθυβολία.

Οδός Ιπποκράτους 183 και δεκαετία του ’70. Ο αφηγητής ζει σε διαμέρισμα της πρωτεύουσας, για βιοποριστικούς λόγους. Αφού πρώτα καταδεικνύεται η μοναξιά, η αποξένωση και ο μοναχικός τρόπος ζωής των ανθρώπων στις πολυκατοικίες της πρωτεύουσας, ο αφηγητής λύνει το μυστήριο μιας πρωινής κραυγής ενός κόκορα στην πολυκατοικία του, μετά τον θάνατο από ανακοπή ενός γείτονά του, με τον οποίον ο ίδιος είχε μόνο μια τυπική και απλή «καλημέρα» («Ο κόκκορας»). Στο «Επισκέψεις» γίνεται αναφορά σε παλιούς αγωνιστές του Εμφυλίου, που ο αφηγητής ύστερα από χρόνια συναντάει. Ακολουθεί το «Στο Φανάρι». Εδώ περιγράφεται μια αυγουστιάτικη εκδρομή στην παραθαλάσσια περιοχή Φανάρι της Κομοτηνής, όπου ο αφηγητής παρατηρεί διεξοδικά τις κινήσεις και τις συνήθειες μιας παρέας Μουσουλμάνων, αλλά και την περιπέτεια μιας ηλικιωμένης Μουσουλμάνας που απίστησε στον Μωάμεθ και έγινε επίορκη, αναζητώντας στη θάλασσα λίγη δροσιά. Στο «Το σπίτι με τα σκυλιά» έχουμε περιγραφή ενός παλιού σπιτιού, ακατοίκητου, δίχως νοικοκύρη, που, τα τελευταία χρόνια, ένας γέροντας έκανε απάγκιο τον μπροστινό χώρο του υπογείου και το κατοικούσε. Ο γέρος αυτός ακολουθούνταν πάντα από πολλά αδέσποτα σκυλιά. Το παλιό σπίτι στο αφήγημα του Μέσκου συμβολίζει και αντιπροσωπεύει όλα τα παλιά ερείπια, τα απομεινάρια άλλων εποχών, που συναντούμε στο διάβα μας, νιώθοντας συχνά πως θέλουν να μας εκμυστηρευτούν την ιστορία τους. Στο «Η Μπέση» το τοπίο αλλάζει. Τόπος, τώρα, η Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για ένα τρυφερό ζωοφιλικό διήγημα, που αναφέρεται στην ύπαρξη ενός κουταβιού, που το παίρνει και το μεγαλώνει μια οικογένεια. Από μια αφήγηση του παππού του συγγραφέα για περιστατικά που έζησε στην Αμερική και από την αναφορά του ονόματος μιας νέγρας που τον συμπαθούσε, το κουτάβι της οικογένειας βαφτίζεται τελικώς Μπέση. Στο «Μνήμες ζωής ο θάνατος» τον Μέσκο τον απασχολεί ο θάνατος, οι κηδείες, τα κοιμητήρια, οι επικήδειοι λόγοι, τα δάκρυα των συγγενών για τον αγαπημένο που χάθηκε. Μια ανατομή του ακατανόητου γεγονότος του θανάτου, απέναντι στο οποίο «μόνη διέξοδος το αθέατο κλάμα».  Επιστροφή και πάλι στα Βοδενά, στα μέσα της δεκαετίας του ’50 με την επόμενη ιστορία «Οι καφέδες του Μπαρμπα Γιάννη». Εδώ γίνεται αναφορά σ’ έναν απλησίαστο (σπουδαίο) ταμπή (καφετζή), τον μπαρμπα-Γιάννη, που ήταν Μικρασιάτης και έκανε καφέδες στα Βοδενά. Η διαδρομή του αξιοπρεπούς καφετζή κάνει κύκλο, και η παράγκα του με τους καφέδες κλείνει οριστικά μαζί με τον θάνατό του. Από τη σελ. 179 του αφηγήματος αντιγράφω μια φράση του Μέσκου που δείχνει την αρμονική συνύπαρξη των μικρασιατών προσφύγων με τους ντόπιους των Βοδενών: «Οι άνθρωποι δεν θέλανε πολλά για να συνεννοούνται και να ζούνε εξηγημένοι, το καλό και το κακό από μακριά φωνάζουν ανάλογα». Τελευταίο της συλλογής το «Μουχαρέμ». Το χρονικό μιας οικογένειας της περιοχής της Έδεσσας και του τι τράβηξε από τα τέλη του 1800 μέχρι το 1954, μέσα από την αφήγηση ενός αφανούς ήρωα της ζωής που πεθαίνει στο τέλος από διπλή γεροντική περιπνευμονία. Η ελληνική ιστορία (Βούλγαροι, μακεδονικό ζήτημα, βαλκανικοί πόλεμοι, μικρασιατική εκστρατεία, ανταλλαγή προσφύγων, πόλεμος του ’40, γερμανική κατοχή) ενταγμένη στην μικροϊστορία των απλών ανθρώπων της ζωής. Μετά την σκληρή και ωμή αφήγηση, η τελευταία φράση του αφηγητή εντυπωσιάζει και γαληνεύει την ψυχή του αναγνώστη: «Κι εσύ ν’ αγαπάς· μόνο αυτό μένει».

altΤέλος, η συλλογή Νερό Καρκάγια (εκδ. Ίκαρος, 2005), μάλλον η πιο ώριμη και πιο αντιπροσωπευτική πεζογραφική συλλογή του Μέσκου, με 22 συνολικά σύντομες ιστορίες-αφηγήσεις. Ο ίδιος ο συγγραφέας, εν είδη προλόγου, αναφέρει στη σελ. 219 γι’ αυτήν τη συλλογή: «Μικρές, “προφορικές”, ιστορίες, σχεδόν άγνωστες και μηδέποτε ειπωμένες, ενός κόσμου πέραν από τις ορεσίβιες συγκρούσεις του Εμφυλίου (κυρίως) πολέμου, τα μετόπισθεν της καθημερινής ζωής του άμαχου πληθυσμού που πλαγιάζει, υπερβαίνοντας την Εποχή, σε μια λίμνη αίματος και στον απόηχό του ακόμη».

Εξέλαβα τη συλλογή Νερό Καρκάγια ως ένα ιδιάζον κολάζ ανθρώπινων χαρακτήρων, που αντιπροσωπεύουν και συναποτελούν μια άλλη κρυφή ιστορία, όχι εκείνη των σχολικών εγχειριδίων και των ιστορικών βιβλίων, αλλά ένα σύνολο σιωπηρών και αφανών ζωών, που χάρη στην ευαισθησία και στη μαστοριά του συγγραφέα παίρνουν σάρκα και οστά, λαμβάνουν φωνή και υπόσταση. Νά μερικά από αυτά τα αφανή πρόσωπα της ιστορίας και της ζωής: Ο Μίμης, ο κύριος Μίμης, παλιός βοηθός στα λεωφορεία Κτελ, που, κάποτε, συντετριμμένος, βρήκε σε φορτηγάκι του Ερυθρού Σταυρού διαμελισμένο από νάρκη έναν φίλο του, μην μπορώντας να τον βοηθήσει. («Ο Μίμης, ο κύριος Μίμης») Ο 17χρονος Λάκης, που το 1945, λόγω των συνθηκών της εποχής κοιμούνταν στην κουφάλα ενός πλάτανου, κατόπιν εξορίστηκε σε «σωφρονηστήριον νήσον» και μετά έφυγε μετανάστης στο εξωτερικό, όταν επέστρεψε όμως, από συνήθεια, επισκέπτονταν τη φωλιά και τη συντηρούσε. («Η φωλιά») Ο Ίτσιος, η προσωπογραφία ενός άλλου προσώπου του εμφυλίου, που άφησε την οικογένειά του για να πολεμήσει στα βουνά με τους Δημοκρατικούς. («Ο Ίτσιος») Ο Λιάλια Αχιλλέας που μια νάρκη, κατάλοιπο του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, τον έκανε να χάσει μάτι και χέρι, και να σακατευτεί, όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά. («Η νάρκη») Ο Βάσκος, ένας ανεπιθύμητος στην Ελλάδα, «σημαδεμένος» από το εδώ καθεστώς αλλά και από το αριστερό κόμμα, που, αφού περιπλανήθηκε σε χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, επιστρέφει στην Ελλάδα για να εντοπίσει το σημείο όπου οι Γερμανοί εκτέλεσαν τον αδελφό του Τάσκο. («Ο σημαδεμένος») Ο κυρ Χρήστος ο Ρουσουλέντσης, πρακτικός γιατρός με ικανότητες, που γιατρεύει περιπτώσεις συντοπιτών του στην Άρνισσα. Φυλακίζεται στο Γεντί Κουλέ με την κατηγορία πως ήταν «συμπαθών» με τους αντάρτες, επειδή θεράπευε αρκετούς εξ’ αυτών. («Πρακτικός γιατρός») Η ιστορία 4 αδελφών και μιας κοπέλας (αδελφής τους) που σκόρπισαν σε διάφορα μέρη της γης, οι επιζώντες, όμως συναντιούνται κάποιες φορές και αναλογίζονται τα παλιά. («Τ’ αδέλφια») Ο Παύλος, φίλος του αφηγητή, που πεθαίνει από απλασματική αναιμία, και, στο αντάρτικο, ο πατέρας του, μια φορά που έπεσαν μαζί σε ενέδρα, τον φυγάδευσε, κρατώντας για τον εαυτό του μια τελευταία σφαίρα για να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα. («Νερόμυλοι») Η ιστορία του Βαρύθυμου («Ο βαρύθυμος») αλλά και ένας μεγάλος αριθμός μισότρελων, σαλών ή σαλεμένων της περιοχής, που έρχεται στο μυαλό του αφηγητή, φτιάχνοντας έναν παράδοξο κύκλο της ζωής («Ο κύκλος»), κάποια μόνο από τα πρόσωπα που παρελαύνουν σ’ αυτήν την τελευταία και ενδιαφέρουσα συλλογή πεζών του Μάρκου Μέσκου.

altΓενικές παρατηρήσεις και επισημάνσεις

Ο Μάρκος Μέσκος ακολούθησε τον κανόνα πολλών βορειοελλαδιτών λογοτεχνών της γενιάς του (κάτι που συμβαίνει και με νεότερους λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης), που εκτός από σημαντικοί ποιητές έχουν και αξιόλογο πεζογραφικό έργο (Ιωάννου, Μάρκογλου, Χριστιανόπουλος, Νικηφόρου, Κέντρου-Αγαθοπούλου και αρκετοί άλλοι).

 Ως προς τον ουμανιστικό χαρακτήρα της γραφής του και τη διαφύλαξη μιας συλλογικής μνήμης μέσα από προσωπικά βιώματα, πιστεύω πως «δένει» και ταιριάζει περισσότερο με λογοτέχνες παρόμοιας τάσης και ιδιοσυγκρασίας όπως ο Ιωάννου, ο Μάρκογλου ή ο Σφυρίδης (ιδίως με τη μυθιστορία του τελευταίου Ψυχή μπλε και κόκκινη) και όχι με άλλους, συνομηλίκους του ή πιο σύγχρονούς του, σημαντικούς πεζογράφους της πόλης, που δεν τους απασχολεί τόσο η ιστορία και η επίδρασή της στο συλλογικό βίωμα, όσο η καθημερινότητα με τις απρόσμενες και δυνατές πτυχές της (ζωή-έρωτας-θάνατος) (Καλούτσας, Σκαμπαρδώνης, Αγαθοπούλου), όπως με όλους τους παραπάνω τον συνταίριασε σε κείμενό του ο λογοτέχνης και κριτικός Νίκος Δαββέτας, εντάσσοντάς τον στη «Σχολή της Θεσσαλονίκης», έναν όρο και μια διατύπωση που τη θεωρώ νεφελώδη, σκοτεινή και αδιευκρίνιστη, πιθανότατα ανύπαρκτη, και εφεύρημα των φιλολόγων και των μελετητών της λογοτεχνίας της πόλης, προς ιδίαν κατανάλωση και ευκολία τους.

Ο Μέσκος κατέγραψε ανάγλυφα και πολύ πειστικά το τραύμα της Κατοχής και του Εμφυλίου, σε πολλά του πεζά κείμενα, αρκετά αποστασιοποιημένος από τα γεγονότα, παρότι οι αφηγήσεις των περισσοτέρων ηρώων του ανήκουν στη δημοκρατική πτέρυγα, δηλαδή των ανταρτών, με τη μεριά των οποίων, φαίνεται, πως συμπίπτει ιδεολογικά.

 Ο Μέσκος κατέγραψε ανάγλυφα και πολύ πειστικά το τραύμα της Κατοχής και του Εμφυλίου, σε πολλά του πεζά κείμενα, αρκετά αποστασιοποιημένος από τα γεγονότα, παρότι οι αφηγήσεις των περισσοτέρων ηρώων του ανήκουν στη δημοκρατική πτέρυγα, δηλαδή των ανταρτών, με τη μεριά των οποίων, φαίνεται, πως συμπίπτει ιδεολογικά. Εντούτοις πουθενά, ούτε σε ένα σημείο κάποιου κειμένου του, δεν μας κάνει κήρυγμα ή κατήχηση για το δίκαιο κάποιας μεριάς ή για τις δικές του θέσεις και πεποιθήσεις. Σε κάποια σημεία (ελάχιστα βέβαια) γίνεται αναφορά και για «ανταρτόπληκτους», για παιδιά που οι αντάρτες έκλεψαν και τα φυγάδευσαν στο εξωτερικό με το σκεπτικό σπουδών ή κάποιας εξέλιξής τους και που, τελικώς, κατέληξαν στη Θεσσαλονίκη να κάνουν δουλειές του ποδαριού (κείμενο «Ανταρτόπληκτοι») ή για το σημάδεμα από το αριστερό κόμμα συντρόφων που έδειχναν περίεργο ζήλο σε οράματα και ελπίδες για νέα ζωή δίχως την ακριβή έγκρισή του («κείμενο «Ο σημαδεμένος»). Υπό αυτό το πρίσμα, η αναφορά σε Κατοχή και Εμφύλιο από τη μεριά του συγγραφέα είναι και αντικειμενική και, γενικά, αρκετά αποστασιοποιημένη.

 Ένας ολόκληρος κόσμος αφανών ηρώων, ταπεινών, ταλαιπωρημένων, ξεχασμένων από τη ζωή και τους ανθρώπους της, παρελαύνει από τις σελίδες του Μέσκου. Τραγικές φιγούρες που, μπαινοβγαίνοντας στη σκέψη του συγγραφέα, καταθέτουν τη δική τους αλήθεια, αποδεικνύοντάς μας πως η μικροϊστορία περιοχών και εποχών, είναι συχνά εξ ίσου δραστική, ίσως καμιά φορά και δραστικότερη από τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα, που συχνά οι ιστορικοί γράφουν και καταγράφουν άλλοτε ιδεοληπτικά άλλοτε με εμπάθεια και άλλοτε με σκοπιμότητα.

♦ Παιδική αθωότητα, τρυφερότητα, αλλά και ένα απολύτως ελεγχόμενο συναίσθημα διακρίνει ο αναγνώστης στις ιστορίες του. Ο τόπος της Έδεσσας και των γύρω χωριών μυθοποιείται (κάτι αντίστοιχο κάνει και ο Ιωάννου με την πόλη της Θεσσαλονίκης, σχεδόν στο σύνολο του έργου του), αλλά παράλληλα και τα πρόσωπα, και τα φυσικά στοιχεία ακόμη.

Η γραφή του Μέσκου είναι γυμνή και χαμηλόφωνη, δίχως ιδιαίτερες εξάρσεις και απογειώσεις, ολότελα απαλλαγμένη από βαρύγδουπα και περιττά λογοτεχνικά ψιμύθια. Τον συγγραφέα τον ενδιαφέρει το αυθεντικό και το απλό, και όχι το φορτωμένο και το εξεζητημένο.

 Η γραφή του Μέσκου είναι γυμνή και χαμηλόφωνη, δίχως ιδιαίτερες εξάρσεις και απογειώσεις, ολότελα απαλλαγμένη από βαρύγδουπα και περιττά λογοτεχνικά ψιμύθια. Τον συγγραφέα τον ενδιαφέρει το αυθεντικό και το απλό, και όχι το φορτωμένο και το εξεζητημένο.

♦ Οι τόσες αναφορές σε πρόσωπα υπαρκτά, ωστόσο άγνωστα στο ευρύ κοινό, αποτελούν έναν ύμνο στον αφανή, στον ανώνυμο άνθρωπο της ιστορίας. Χαρακτηριστική η επισήμανση του συγγραφέα στο κείμενο «Τ’ αδέλφια» (σελ. 291, «Νερό Καρκάγια»): «Τι νόημα έχει να πούμε εδώ το επώνυμό τους, οι περισσότεροι ανώνυμοι υπήρξαν». Υπό αυτό το πρίσμα, ο Μέσκος διατήρησε και πρόβαλε ως το τέλος τα ιδεώδη και τις αξίες μιας γνήσιας Αριστεράς που σχετίζεται περισσότερο με αδύναμους, τσακισμένους και ηττημένους της ζωής ανθρώπους, και όχι με κοινοβουλευτικούς θώκους, αξιώματα και μια εξουσία που πάντα διαφθείρει το ανθρώπινο είδος.

 Σε πολλά του κείμενα περιγράφει και αναδεικνύει την πλούσια χλωρίδα της περιοχής της Έδεσσας, την απίθανη ανθοφορία των δέντρων και των λουλουδιών, την οργιώδη βλάστηση (συνηγορούντων και των άφθονων νερών) της πατρίδας του.

 Η μνήμη, η νοσταλγία, το προσωπικό βίωμα που γίνεται συλλογικό, η τοπική ιστορία, αναδεικνύονται θαυμάσια χάρη στον γλωσσικό πλούτο και την πλούσια και χυμώδη γλώσσα του συγγραφέα. Μια γλώσσα μπολιασμένη με το μακεδονίτικο ιδίωμα της περιοχής και τις τούρκικες λέξεις όπως έμειναν στο αυτί των ανθρώπων της και μετά την αποχώρηση των Τούρκων από τα μέρη της Κεντρικής Μακεδονίας, που μαζί με τις λέξεις της ομιλούμενης ελληνικής αποτέλεσαν (και αποτελούν) ένα εύγευστο και δυνατό γλωσσικό χαρμάνι, που συναρπάζει και γοητεύει τον αναγνώστη.

* Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ είναι συγγραφέας και εκπαιδευτικός στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση.
Τελευταίο βιβλίο του, οι νουβέλες «Μποέμ και Ρικάρντο» (εκδ. Κέδρος).


Πηγές
Μάρκος Μέσκος, Πεζογραφήματα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2013
Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Πατάκη,  Αθήνα, 2007
«Η πεζογραφία ενός ποιητή», βιβλιοκριτική του Νίκου Δαββέτα, Εφημερίδα των συντακτών, 2/6/2013
→ Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Θέματα Λογοτεχνίας, «Αφιέρωμα στον Μάρκο Μέσκο», τεύχ. 55, 2016

altΠεζογραφήματα
Παιχνίδια στον Παράδεισο, Κομμένη γλώσσα, Μουχαρέμ, Νερό Καρκάγια
Μάρκος Μέσκος
Γαβριηλίδης 2013
Σελ. 352, τιμή εκδότη €21,20

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΜΕΣΚΟΥ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πορτρέτο του μετανάστη σε νεαρά ηλικία

Πορτρέτο του μετανάστη σε νεαρά ηλικία

Για τη νουβέλα του Μιχάλη Μαλανδράκη «Patriot» (εκδ. Πόλις).

Του Μάνου Κοντολέων

Στα Χανιά, το 1996, γεννήθηκε ο Μιχάλης Μαλανδράκης. Σπούδασε Κινηματογ...

Ζωή τιμωρημένη με τη μνήμη του αίματος

Ζωή τιμωρημένη με τη μνήμη του αίματος

Για τη συλλογή διηγημάτων της Δήμητρας Λουκά «Κόμπο τον κόμπο» (εκδ. Κίχλη).

Της Διώνης Δημητριάδου

Ο μόνος τρόπος για να αποκτήσουν ρεαλιστική μορφή οι...

Σφάλμα πολιτικού συστήματος

Σφάλμα πολιτικού συστήματος

Για το μυθιστόρημα του Νίκου Α. Μάντη «Σφάλμα συστήματος» (εκδ. Καστανιώτη).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Το μυθιστόρημα Οι τυφλοί (2017), που έχ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Μάγια Λούντε: «Υπάρχουν τόσες εκδοχές ενός βιβλίου όσες και οι αναγνώστες του»

Μάγια Λούντε: «Υπάρχουν τόσες εκδοχές ενός βιβλίου όσες και οι αναγνώστες του»

Συνομιλία με τη Νορβηγή συγγραφέα Μάγια Λούντε περί cli-fi, μελισσών, οικογενειακών σχέσεων, σχέσεων αγάπης αλλά και απώλειας με αφορμή το μυθιστόρημα «Η ιστορία των μελισσών» (μτφρ. Σωτήρης Σουλιώτης, εκδ. Κλειδάριθμος).  

...

Διαμαρτυρία για την έκδοση του βιβλίου «Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου»

Διαμαρτυρία για την έκδοση του βιβλίου «Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου»

Έντονη διαμαρτυρία ανθρώπων των γραμμάτων της Θεσσαλονίκης για την πρόσφατη έκδοση βιβλίου με «συνεντεύξεις» του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου.
 
 Θεέ μου, φύλαγ...
Ανοίγοντας τα κουτιά της Πανδώρας του Βασίλη Ζιώγα

Ανοίγοντας τα κουτιά της Πανδώρας του Βασίλη Ζιώγα

Για την παράσταση «Τα 7 κουτιά της Πανδώρας» του Βασίλη Ζιώγα, σε σκηνοθεσία της Φαίης Τζανετοπούλου, με τη Βάνα Πεφάνη και τον Γιώργο Στριφτάρη, η οποία παρουσιάζεται κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στο «Από Κοινού Θέατρο» μέχρι και τις 28 Νοεμβρίου.

...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube