Πατέρες και γιοι, ξανά

Εκτύπωση

altΓια το μυθιστόρημα του Χρήστου Αστερίου «Η θεραπεία των αναμνήσεων» (εκδ. Πόλις) και το αυτοβιογραφικό αφήγημα του Άρη Φιορέτου «Ο μισός ήλιος – Ένα βιβλίο για έναν πατέρα» (μτφρ. Κώστας Κοσμάς, εκδ. Πατάκη).

Του Κώστα Αγοραστού

Η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σ’ έναν πατέρα κι έναν γιο έχει τις ρίζες της σε παρελθόντα χρόνο, πιθανώς ακόμα και πριν από τη γέννηση του γιου. Και εκτείνεται σε μέλλοντα χρόνο –κι αυτό με βεβαιότητα–, ακόμα και μετά τον θάνατο του πατέρα. Θαυμασμός, εμπιστοσύνη, αίσθημα ασφάλειας, αμφισβήτηση, κινήσεις ξεκάθαρης διαφοροποίησης από τις πατρικές συνήθειες, ανταγωνισμός, τονισμός των διαφορών τους, διεκδίκηση και ξεκλείδωμα της προσωπικής ελευθερίας του γιου. Η ανακωχή κρατάει για μια στιγμή. Και αμέσως μετά φοβίες, εμμονές, ευθύνες, λάθη, μικρές παραξενιές, ανεπαίσθητες επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Αρκεί ένα λοξό βλέμμα του γιου στον καθρέφτη, για να δει εκεί «μέσα» τον πατέρα του να του χαμογελά με μια βαθιά –και συχνά ανομολόγητη– αγάπη.

Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις δύο νέα βιβλία, τα οποία προσεγγίζουν τη σχέση πατέρα και γιου από διαφορετικές αφετηρίες, με διαφορετικούς τρόπους αλλά καταλήγουν και τα δύο στο ίδιο σημείο. Στη συμφιλίωση, την αποδοχή και –επιτέλους– στην ομολογημένη αγάπη του γιου προς τον πατέρα.

Ο Χρήστος Αστερίου στο μυθιστόρημά του Η θεραπεία των αναμνήσεων (εκδ. Πόλις) έχει καλύψει την ιδιαίτερη σχέση του πρωταγωνιστή γιου με τον πατέρα του, κάτω από μια πληθώρα –συναισθηματικών, καλλιτεχνικών, οικογενειακών, επαγγελματικών κ.α.– επιστρωματώσεων. Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τρία μέρη, και κλείνει με έναν ολιγοσέλιδο επίλογο.

Στο πρώτο μέρος –«Χρονικό μιας πτώσης»– ο συγγραφέας Μάικ Μπουζιάνης, ο οποίος μένει στη Νέα Υόρκη, έπειτα από αρκετά χρόνια απουσίας από τον «χώρο», και με το πρώτο του βιβλίο να έχει σημειώσει αναπάντεχη επιτυχία, αποδέχεται την πρόσκληση ενός παλιού του φίλου δημοσιογράφου να συμμετάσχει στις βραδιές-αφιερώματα σε συγγραφείς, που ο τελευταίος διοργανώνει. Σ’ αυτές τις βραδιές, παρουσία κοινού, γίνεται μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη με τον συγγραφέα και στο τέλος, ο συγγραφέας διαβάζει αποσπάσματα από τα βιβλία του. Ο Μπουζιάνης, ανεβαίνει στη σκηνή και κατά τη διάρκεια της συνέντευξης καταρρέει ενώπιων όλων. 

Με αναδρομική πρωτοπρόσωπη αφήγηση μαθαίνουμε από τον Μπουζιάνη, ότι τα χρόνια της απουσίας του μέχρι και την κατάρρευσή του, χώρισε επεισοδιακά με τη γυναίκα του, ξεκίνησε ψυχοθεραπεία και εθίστηκε στο αλκοόλ. 

«Αν και παλαιότερα, για παράδειγμα, έπινα μόνο σε κοινωνικές εκδηλώσεις, άρχισα να εξαρτώμαι ολοένα και περισσότερο από το αλκοόλ – άλλες φορές για να ξαναβρώ τη χαμένη εσωτερική μου ισορροπία, άλλες φορές για να χάσω επίτηδες τον έλεγχο».

Έπειτα από την κατάρρευσή του, ο Μπουζιάνης μένει σε μια κλινική, ακολουθώντας ένα σύντομο πρόγραμμα απεξάρτησης και μόλις βγαίνει, αποδέχεται μια πρόταση και ξεκινά ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Εκεί γνωρίζει την Αντιγόνη, μια μαθήτρια του σεμιναρίου, και την ερωτεύεται ακαριαία. Η σχέση τους εξελίσσεται και έπειτα από λίγο καιρό ο Μπουζιάνης νιώθει την ανάγκη να καταγράψει όλα όσα της έχει πει για την οικογένειά του στην Ελλάδα. Η Αντιγόνη τον ενθαρρύνει και έτσι προκύπτει το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος.

Στο δεύτερο μέρος –«Σημειώσεις για τη ζωή μου»– ο Μάικ Μπουζιάνης εξιστορεί και σημειώνει, επεισόδια από την άφιξη του παππού του στην Αμερική, γεγονότα που του έχουν αφηγηθεί οι γονείς του από τον κοινό τους βίο καθώς και αναμνήσεις από την παιδική και εφηβική του ηλικία. Κάπου εδώ κάνει την εμφάνισή του και ο πατέρας του Μπουζιάνη.

«Η πρώτη ανάμνηση που έχω από τους γονείς μου είναι σε μια σεξουαλική τους περίπτυξη στο διπλό κρεβάτι του υπνοδωματίου. Ήμουν οκτώ χρόνων. Θυμάμαι να στέκομαι στη μισάνοιχτη πόρτα απορροφημένος από το επαναλαμβανόμενο βογκητό που έμοιαζε σαν να καλούσε κάποιος σε βοήθεια».

Οι μνήμες και τα επεισόδια που καταγράφει ο Μάικ Μπουζιάνης σκιαγραφούν το πορτρέτο ενός πατέρα επίμονου, φιλόδοξου, εργασιομανή και αποτραβηγμένου από το σπίτι. Η σχέση του πατέρα Μπουζιάνη με τον γιο του, εκείνα τα χρόνια ήταν από τυπική μέχρι και επικίνδυνα τεταμένη. 

«Ήταν φθινόπωρο του 1977. Είχα φύγει από το σπίτι σε μια κίνηση χειραφέτησης και ζούσα με ελάχιστα χρήματα από δω κι από κει. Ύστερα από ένα ακόμα επεισόδιο με τον πατέρα μου, ο οποίος σε μια έκρηξη θυμού με είχε αρπάξει από το πέτο απειλώντας να με πετάξει έξω αν συνέχιζα να ζω “σαν αλήτης, χωρίς στόχους και προορισμό”, είχα αποφασίσει να διακόψω κάθε επαφή με την οικογένεια. Ποτέ μου δεν ξέχασα την εικόνα του αδερφού και της μητέρας μου να παρακολουθούν αμέτοχοι, και ποτέ, όσα χρόνια κι αν πέρασαν, δεν κατάφερα να τους συγχωρήσω γι’ αυτό».

Στο τρίτο μέρος –«Η θεραπεία των αναμνήσεων»– τρεις καρδιακές ανακοπές του πατέρα είναι η αφορμή να δημιουργηθούν και πάλι κάποιες γέφυρες επικοινωνίας του με τον Μάικ, έστω και έμμεσα, μέσω του αδελφού του. Όταν ο Νικ Μπουζιάνης φτάνει στο σημείο της μόνιμης κατάκλισης, ζητά να συναντήσει τον γιο του έπειτα από πολλά χρόνια. Όσο πλησιάζει η συνάντηση του πατέρα με τον γιο, στα γραπτά του ο Μάικ, απευθύνεται πια στον πατέρα του και ζητά να ξεκαθαρίσει όλους τους «λογαριασμούς» από το παρελθόν. Γίνεται σκληρός, απότομος, θυμωμένος. Αντιλαμβάνεται τη θέση ισχύος στην οποία βρίσκεται πια και συγχωρεί, κατανοεί, «μπαίνει επιτέλους στα παπούτσια» του πατέρα του.

«Δυσκολεύομαι ν’ ανακαλέσω κοινές μας στιγμές. Όταν ξυπνούσα τα πρωινά βρισκόσουν ήδη στη δουλειά. Άκουγα τη μητέρα να προφέρει τ’ όνομά σου σε κάποια ενδιάμεσα τηλεφωνήματα που έκανες από το ανθοπωλείο. Η αναφορά στ’ όνομά σου επιβεβαίωνε απλώς την απουσία σου. […] Αν και γεροδεμένος, στα μάτια μου ήσουν μια σκιά χωρίς οστά και σάρκα. Αυτό οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι δεν είχαμε σωματική επαφή, αφού είτε απέφευγες να ασκήσεις βία επάνω μου είτε να εκφράσεις την ευαρέσκειά σου μ’ ένα χάδι. Δεν αγγιζόμασταν, σχεδόν δεν είχαμε συναισθηματική εμπλοκή.

»[…] Γράφω αυτές τις γραμμές γνωρίζοντας πως δεν πρόκειται να τις διαβάσεις. Γράφω περισσότερο για ν’ ακολουθήσω τις σκέψεις μου και να τις βάλω σε μια υποτυπώδη σειρά. Ακόμη και χωρίς πραγματικό παραλήπτη το κείμενο είναι μια παρηγοριά για όποιον γράφει, ίσως γιατί αφαιρεί όλο το βάρος των λέξεων από το μυαλό, που κουρασμένο αρνείται να συγκρατήσει άλλες πληροφορίες. Δεν ξέρω τι θα μπορούσα να ευχηθώ μια τέτοια στιγμή. Αντιλαμβάνομαι πλέον τη σχέση μας σαν μια χαμένη ευκαιρία. Αν ήμασταν αλλιώς, τα πράγματα θα είχαν διαφορετική εξέλιξη. Τώρα πρέπει απλώς να τα αποδεχτούμε όπως είναι».

Ο Νικ Μπουζιάνης θα πεθάνει χωρίς ποτέ να διαβάσει αυτά τα κείμενα του Μάικ, και χωρίς ποτέ να αποχαιρετίσει τον γιο του πρόσωπο με πρόσωπο. Λίγες μέρες μετά, θα παραδοθεί στον Μάικ ένας φάκελος, ο οποίος θα περιλαμβάνει και τρεις φωτογραφίες-στοιχεία που άφησε ο πατέρας στον γιο του. Από αυτές θα αρχίσει να ξετυλίγεται το νήμα ενός προστατευτικού μανδύα που είχε δημιουργήσει ο Νικ Μπουζιάνης για τον εαυτό του και το παρελθόν του. Μια ιστορία καλά κρυμμένη θα σταθεί η αφορμή, να γνωρίσει ο Μάικ Μπουζιάνης από την αρχή τον πατέρα του, και να συμφιλιωθεί με την απουσία του.

Ο Χρήστος Αστερίου σε αυτό το μυθιστόρημα –το καλύτερό του κατά τη γνώμη μας– φτάνει την εκφραστική, θεματική και συναισθηματική ωριμότητα. Ελέγχει το υλικό του (ακόμα και όταν θεματικά «απλώνει» τις ιστορίες του και τους ήρωές του προς σημεία έκκεντρα), διατηρεί τη θερμοκρασία του ήρωά του ανάμεσα σε μια ζωηρή εκφραστική παλέτα (χωρίς να ξεπερνάει τα όρια), και υποτάσσει τις ειδολογικές επιλογές των επιμέρους κειμένων (πρωτοπρόσωπη αφήγηση, επιστολή, διάλογος, απομνημονεύματα) στο ευρύτερο στόχο τού να αναδείξει την ιστορία του και τους ήρωές του.

alt
Χρήστος Αστερίου - Άρης Φιορέτος

Ο Άρης Φιορέτος στο βιβλίο του Ο μισός ήλιος (μτφρ. Κώστας Κοσμάς, εκδ. Πατάκη) ακολουθεί διαφορετικό δρόμο κάνοντας γνωστές τις προθέσεις του από τον υπότιτλο: Ένα βιβλίο για έναν πατέρα. Ο συγγραφέας αναστοχάζεται τη σχέση του με τον πατέρα του και αφηγείται χαρακτηριστικά γεγονότα, μέσω των οποίων χτίζεται η προσωπικότητα του πατέρα, η επιρροή που αυτός του άσκησε, καθώς και η ελευθερία που του παρείχε για να διαμορφώσει την προσωπικότητά του. Τα στιγμιότυπα που αφηγείται ο Φιορέτος ξεκινούν από τη στιγμή όπου, μέσω ενός τηλεφωνήματος, μαθαίνει από τη μητέρα του πως «Τώρα… Τώρα τελείωσε».

Ακολουθώντας αντίστροφη χρονολογικά πορεία, παρακολουθούμε τον γιο την ημέρα της κηδείας του πατέρα, να τον «αποχαιρετά» μένοντας για τελευταία φορά μαζί του κι από εκεί μεταφερόμαστε στα δύσκολα, και μαζί γενναία, χρόνια της αρρώστιας του πατέρα, στα πρώτα συμπτώματα του Αλτσχάιμερ, στην επιστροφή τους στην Ελλάδα, στα φωτεινά και ξέγνοιαστα χρόνια της ζωής τους στη Σουηδία, στα χρόνια της δικτατορίας και του εγκλωβισμού τους στη Σουηδία, για να καταλήξουμε σε λίγες και θαμπές αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια και σε αφηγήσεις για την άτακτη φυγή του πατέρα στο εξωτερικό –όταν ήταν έφηβος–, με σκοπό να συγκαλυφθεί για πάντα ένα γεγονός καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του πατέρα. 

Για να κλείσει απολύτως ο κύκλος της σχέσης τους, ο Φιορέτος επιστρατεύει τη φαντασία του (και πιθανώς τη μαρτυρία της μητέρας του) και αφηγείται τη στιγμή όπου έσπασαν τα νερά της μητέρας του, και ο σύζυγός της άγγιξε την κοιλιά της και «δραπέτευσε» από το παρόν. Εκείνες τις στιγμές φανταζόταν το έμβρυο τη μια στιγμή να ετοιμάζεται να εγκαταλείψει το μυστικό του σύμπαν και την άλλη ότι ήταν ένας ιδιόμορφος κοσμοναύτης με μια ουρά (ο ομφάλιος λώρος) να τον ακολουθεί στην έξοδό του.

«“Μου φαίνεται” βογκά η σύζυγός του, που δεν έχει καιρό να σκέφτεται μικροσκοπικούς εσωτερικούς κόσμους ή διαστημόπλοια από δέρμα και τρίχες, πιασμένα μεταξύ τους με φλέβες, τα οποία ετοιμάζονται να εγκαταλείψουν το μητρικό σκάφος. Αντί για όλα αυτά, βάζει το χέρι της στον ώμο του άντρα της και ανασηκώνεται. “Μου φαίνεται” ξαναλέει, πολύ σιγά, σαν να προσεύχεται, “ότι έφτασε η στιγμή να γίνεις πατέρας”».

Ο συγγραφέας επιλέγει την τριτοπρόσωπη αφήγηση, παίρνει αποστάσεις, λέει: 

«Ο πατέρας παίρνει δώρο και ένα βιβλίο. Τα χρόνια περνούν. Μερικές φορές ο γιος αναρωτιέται αν το έχει διαβάσει. […] ο γιος ανακαλύπτει το βιβλίο σε κάποιο ράφι. Μέσα είναι υπογραμμισμένη μία και μοναδική φράση. Στη σελίδα 100: “Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας πατέρας”. Αιφνιδιασμένος, αναγνωρίζει τι είναι αυτό που πρέπει να κάνει». 

Και ο Φιορέτος το κάνει. Με πολλές μικρές ψηφίδες μνήμης, φτιάχνει το ολόγραμμα του πατέρα. Ένα ολόγραμμα τρισδιάστατο και κινούμενο μέσα στον χρόνο. 

Προχωρώντας αντίθετα στον χρόνο, συναντούμε μια σχέση δυναμική και πάντα ισορροπημένη. Ο πατέρας πλέον αφήνεται στη φροντίδα του γιου, απολαμβάνει τις μικρές τους βόλτες (χωρίς να ξέρει ότι θα είναι και οι τελευταίες), αστειεύεται με τα πρώτα συμπτώματα της επάρατου (χωρίς να ξέρει πόσο σοβαρά είναι).

Σε όλο το βιβλίο ο τριτοπρόσωπος αφηγητής μιλάει για τον πατέρα με θαυμασμό και λατρεία, ίδια με αυτή δεκάχρονου αγοριού προς τον πατέρα του. Καταφέρνει να είναι λυρικός (αλλά όχι μελοδραματικός), να σχολιάζει με ωριμότητα και να στοχάζεται με πρωτοτυπία. Η μετάφραση του Κώστα Κοσμά μετέφερε όμορφα το προσωπικό ύφος του συγγραφέα.

«Για τους ξένους είναι ο “far”, στις κουβέντες με τους συγγενείς ο “πατέρας”, μερικές φορές “Vater”. Στις υπόλοιπες όμως, στις σοβαρές περιπτώσεις, είναι πάντοτε ο “μπαμπάς”. Ο γιος είναι αδύνατον να χρησιμοποιήσει τη λέξη έξω από το οικογενειακό πλαίσιο. Του φαντάζει εύθραυστη, σχεδόν παιδική, σαν να ορίζει την περιοχή που δεν αφορά τους απέξω. Το “μπαμπάς” είναι μια λέξη που σε οδηγεί από έξω προς τα μέσα. Σε ποιον θα ερχόταν η ιδέα να καλύψει την πρόσοψη του σπιτιού του με ταπετσαρία; Παρ’ όλα αυτά, μετά τον θάνατό του είναι αδύνατον να χρησιμοποιήσει άλλη λέξη. “Πατέρας” μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε άντρας, “μπαμπάς” όμως, μόνο ένας. Η λέξη είναι μια επιβεβαίωση ότι εξακολουθεί να υπάρχει, τουλάχιστον ως “μπαμπάς”».

Ο Χρήστος Αστερίου και ο Άρης Φιορέτος έγραψαν δύο βαθιά συγκινητικά και απαιτητικά –ως προς διαχείριση του υλικού τους– βιβλία. Αναμετρήθηκαν με τους φόβους τους, το κενό που αφήνει η απώλεια του πατέρα και τις μνήμες τους, και δουλεύοντάς τα, ο καθένας με την τεχνοτροπία του, όπως ένας τεχνίτης το μάρμαρο, φιλοτέχνησαν δύο μοναδικές πατρικές φιγούρες. 

* Ο ΚΩΣΤΑΣ ΑΓΟΡΑΣΤΟΣ είναι δημοσιογράφος.

 Στην κεντρική εικόνα, πίνακας του © Olli Boehm.


altΗ θεραπεία των αναμνήσεων
Χρήστος Αστερίου
Πόλις 2019
Σελ. 312, τιμή εκδότη €15,00

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΑΣΤΕΡΙΟΥ

 

 

altΟ μισός ήλιος
Ένα βιβλίο για έναν πατέρα
Άρης Φιορέτος
Μτφρ. Κώστας Κοσμάς
Πατάκης 2019
Σελ. 256, τιμή εκδότη €13,30

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΑΡΗ ΦΙΟΡΕΤΟΥ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η τιμή, το χρήμα και η αγάπη

Η τιμή, το χρήμα και η αγάπη

Για το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη «Η τιμή και το χρήμα» και τη μελέτη της Έρης Σταυροπούλου «Οι ερωτευμένες ηρωίδες του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και οι λογοτεχνικές αδελφές τους: παραλλαγές μιας τυπολογίας», τα οποία συνυπάρχουν στον καλαίσθητο τόμο των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρ...

Η επικράτεια της παραίτησης

Η επικράτεια της παραίτησης

Τρία τουλάχιστον κείμενα των τελευταίων μηνών αναδεικνύουν όχι ένα κοινό θέμα, το οποίο προσεγγίζουν από άλλη σκοπιά, αλλά ένα κοινό αίσθημα, το οποίο διαπνέει τη γραφή των δημιουργών και φτάνει ώς τον αναγνώστη.

Του...

Τέσσερα ελληνικά νουάρ

Τέσσερα ελληνικά νουάρ

Για τα αστυνομικά μυθιστορήματα της Ελένης Φυσέκη «Το φόρεμα στο υπόγειο» (εκδ. Πικραμένος), του Πολυχρόνη Κουτσάκη «Το ομορφότερο τέλος στον κόσμο» (εκδ. Πατάκη), της Μιμής Φιλιππίδη «Έγκλημα στη Φωκυλίδου» (εκδ. Καστανιώτη) και του Γιώργου Μαρτινίδη «Φυγή κεφαλαίων» (εκδ. Bell)....

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Είδα το παρελθόν να επιστρέφει»

«Είδα το παρελθόν να επιστρέφει»

Για την ποιητική συλλογή του Διονύση Στεργιούλα «Καθόλου ποιήματα» (εκδ. Νησίδες) και την επανέκδοση της μοναδικής ποιητικής συλλογής της Ανθούλας Σταθοπούλου «Νύχτες αγρύπνιας» (εκδ. Οδός Πανός), με εισαγωγή του Διονύση Στεργιούλα.

...
Βιογραφίες, αυτοβιογραφίες, μαρτυρίες: στο μυαλό ξεχωριστών ανθρώπων

Βιογραφίες, αυτοβιογραφίες, μαρτυρίες: στο μυαλό ξεχωριστών ανθρώπων

14 βιογραφίες, αυτοβιογραφίες και μαρτυρίες από την πρόσφατη βιβλιοπαραγωγή + 1 βιβλίο με συνεντεύξεις ξεχωριστών προσώπων. 

Επιμέλεια: Στεφανία Τζακώστα

Β...

«Δημιουργώντας ένα ελληνογερμανικό διαπολιτισμικό δίκτυο»

«Δημιουργώντας ένα ελληνογερμανικό διαπολιτισμικό δίκτυο»

Η Έλενα Χουζούρη συνομίλησε με τον Τέο Βότσος και τη Μιχαέλα Πρίντσινγκερ, τους συντονιστές του 1ου Ελληνογερμανικού Εργαστηρίου, το οποίο πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της 16η Δ.Ε.Β.Θ.

Της ...