x
Διαφήμιση

19 Ιανουαριου 2020

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:02:55:45 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα

Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα

E-mail Εκτύπωση

alt

Της Έλενας Μαρούτσου*

Λένε πως οι φίλοι είναι η συγγνώμη του Θεού για τους συγγενείς. Στη νουβέλα του Νίκου Ξένιου, «Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα», συγγνώμη δεν υπάρχει. Ο Θεός, εξόριστος σαν τον Οιδίποδα, μοιράζει τα χαρτιά του πεπρωμένου όπως πρέπει, δηλαδή στα τυφλά.

Ο Λεωνίδας, ο κεντρικός ήρωας, κρατάει στα χέρια τα χαρτιά που του έλαχαν, μια γυναίκα πρόσφατα εκλιπούσα, μια στοίβα συγγενείς που τον έχουν κυκλώσει σαν πεινασμένα σκυλιά, έναν ρόλο, αυτόν του Οιδίποδα επί Κολωνώ, που τον απαγγέλει με τις ώρες στο μπαλκόνι, και τη Βέρα, μια νεότερή του γυναίκα που κρατάει τα δικά της χαρτιά χαμηλωμένα καθώς ακούει τον Λεωνίδα να της αφηγείται τη ζωή του σε συνέχειες κάθε φορά που τον επισκέπτεται. Χάρη στη Βέρα τον ακούμε κι εμείς. Φλας μπακ ονομάζεται αυτή η τεχνική, αν κι εμένα η λέξη φλας μου θυμίζει πιο πολύ φωτογραφία, μια σειρά από ενσταντανέ, που μας αποκαλύπτει μία μία ο Λεωνίδας, αυτά είναι τα χαρτιά του πεπρωμένου του, που έχει πλέον σχεδόν ολόκληρο παρέλθει.

Κάθε κεφάλαιο της νουβέλας είναι στα μάτια μου και μια φωτογραφία. Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, ξεφυλλίζεις αυτό το παράδοξο, περιπετειώδες και τραγικό οικογενειακό άλμπουμ. Η κάθε φωτογραφία βρίθει προσώπων. Ο Νίκος Ξένιος κάνει ζουμ σε καθένα από αυτά και αναδεικνύει τα παραμορφωμένα, γκροτέσκα τους χαρακτηριστικά, αλλοιωμένα από τη μικροπρέπεια, τον εγωισμό, την απληστία, την κακοήθεια, το ψέμα. Το πρόσωπο του Λεωνίδα, υποφωτισμένο στις περισσότερες από αυτές, παίρνει το νόημά του απ’ τη δραματική αντίθεσή του με τον υπόλοιπο χορό των έξαλλων συγγενών. Πρόκειται για έναν άντρα που τη ζωή του έχει σημαδέψει η αγάπη του μέτρου και μια παλαιάς κοπής κομμουνιστική ηθική. 

Ήρωας εξ αγχιστείας

Ως λογοτεχνικός ήρωας, ο Λεωνίδας παρουσιάζει κατά τη γνώμη μου το εξής ενδιαφέρον: δεν υπηρετεί τα αριστερά του ιδεώδη με την παραφορά και το πάθος που έχουμε συνηθίσει σε ανάλογους λογοτεχνικούς ήρωες της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ο Λεωνίδας σπούδασε λογιστής, και κάτι απ’ την ταπεινή στάμπα του λογιστή σφραγίζει όλες του τις κινήσεις. Ο Νίκος Ξένιος αντί να τον επιχρωματίσει με τις δραματικές πινελιές των βασανιστηρίων ή της εξορίας, μας τον παραδίδει ασπρόμαυρο, να διεκδικεί ένσημα, να τα μετράει, να τα εξασφαλίζει για το σωματείο του. Παλαίμαχος πια σήμερα ακολουθεί μια αυστηρή ρουτίνα, παίρνοντας ευλαβικά τα χάπια και τις βιταμίνες του. Κανένα τραγικό μεγαλείο δεν βαραίνει τις πλάτες του. Δεν σκότωσε τον πατέρα του όπως ο Οιδίποδας, δεν πλάγιασε με τη μάνα του, δεν έβγαλε τα μάτια του με τα ίδια του τα χέρια. Γι' αυτό φρόντισαν άλλοι. Τα πλήγματα που έχει δεχθεί, δεν τα έχει δεχθεί από την αναμέτρησή του με το θείο, όπως στις αρχαίες τραγωδίες, αλλά από την πάλη του με το περιβάλλον, όπως στις σύγχρονες.

Και ποιο είναι το περιβάλλον του Λεωνίδα; Το ευρύτερο είναι η μετεμφυλιακή Ελλάδα και μάλιστα η μικροαστική εκδοχή της. Το στενό περιβάλλον του είναι η Μαγδαληνή, μια καλοκάγαθη κι εύπιστη σύζυγος κι οι συγγενείς που κουβαλάει μαζί της, συγγενείς πλέον και του Λεωνίδα, εξ αγχιστείας, με την λέξη εδώ να θυμίζει αγχόνη και άγχος μάλλον, μια που τον έχουν πιάσει απ’ το λαιμό και του κλέβουν την ανάσα.

Μπορεί λοιπόν, ο Λεωνίδας να μην έχει αναμετρηθεί με τη Σφίγγα και να μην έχει γίνει πατροκτόνος κι αιμομίκτης, όμως προς το τέλος της ζωής του, το στήθος του έχει βαρύνει από όσα δεν έχει τόσα χρόνια εξομολογηθεί. Αν όχι τυφλό, ο Νίκος Ξένιος μας τον θέλει με μειωμένη πια όραση, να θυμίζει τον Οιδίποδα. Και συγκεκριμένα τον Οιδίποδα επί Κολωνώ, τον ήρωα που πρόκειται να υποδυθεί στην τελευταία του παράσταση, τον ήρωα της τελευταίας τραγωδίας που έγραψε υπέργηρος πια ο Σοφοκλής. Και τι είναι ο Οιδίποδας επί Κολωνώ; Ένας τυφλός γέρος μετανάστης που, εξαγριωμένος με την εξουσία και τα αρσενικά παιδιά του, τον Πολυνείκη και τον Ετεοκλή, ψάχνει καθοδηγούμενος απ’ την κόρη του την Αντιγόνη τον τόπο όπου θα πεθάνει.

Εδώ, ο συγγραφέας έχει την ωριμότητα να βάλει τον Λεωνίδα όχι να καθρεφτίζεται, αλλά μάλλον να συνομιλεί με τον ήρωα του Σοφοκλή, κρατώντας και φωτίζοντας εκείνες τις πλευρές που θα του χρησιμεύσουν για το πορτρέτο του ήρωά του. Και ποιες είναι αυτές; Πρώτα απ’ όλα η πικρία. Οι γιοι του Οιδίποδα ερίζουν για το θρόνο και την εξουσία, τα δυο παιδιά του Λεωνίδα παλεύουν να του φάνε οικόπεδα και περιουσία. Ενδιαφέρουσα απόκλιση και σε αυτό το σημείο: τα παιδιά του Λεωνίδα είναι υιοθετημένα. Προέρχονται από τον πρώτο γάμο της γυναίκας του της Μαγδαληνής με τον Θάνο, έναν πρώην νταβατζή και κατά συρροή απατεώνα. Από ένα μίγμα αισθήματος καθήκοντος και οίκτου, ο Λεωνίδας τα υιοθετεί για να αποσύρει στο τέλος της νουβέλας την υιοθεσία, ως πράξη θυμού αλλά και δικαιοσύνης, σε συστοιχία με την εξαγριωμένη κατάρα που ρίχνει ο Οιδίποδας στους γιους του στο τέλος της τραγωδίας.

Ο Σοφοκλής και το τέλος

Ενδιαφέρον έχει σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε πως ο Σοφοκλής στα τελευταία του ήταν κι αυτός στα δικαστήρια με το γιο του, κι ίσως ο ήρωάς του να έχει μπολιαστεί και με τα δικά του συναισθήματα θυμού και πικρίας. Ίσως λοιπόν ο Λεωνίδας να συνομιλεί εκτός απ’ τον Οιδίποδα και με τον Σοφοκλή, πολλαπλασιάζοντας έτσι το είδωλο του Λεωνίδα μέσα στο άδειο τριάρι του στα Εξάρχεια, πολλαπλασιάζοντας και την ηχώ των στίχων που απαγγέλλει στεντόρεια σαν να τις φωνάζει πάνω από ένα πηγάδι. Γιατί ο Λεωνίδας στο τριάρι του είναι μόνος. Η Μαγδαληνή, αφού χρόνια τη φρόντισε σαν μωρό από τότε που έπαθε Αλτσχάιμερ, έχει φύγει πια απ’ τη ζωή, αφήνοντάς τον με μόνη συντροφιά αυτή της φίλης του της Βέρας που τον επισκέπτεται πού και πού και στην οποία αφηγείται τη ζωή του. Πρόκειται όμως για παρουσία ή για απουσία; Κι εδώ ο συγγραφέας μας επιφυλλάσσει μια έκπληξη, σκάβοντας και βαθαίνοντας ακόμη περισσότερο το χαντάκι που έχει ανοίξει ανάμεσα στον ήρωά του και τον κόσμο. Σκάβοντας και βαθαίνοντας ακόμη περισσότερο το κενό που χωρίζει τη σκηνή απ’ τους θεατές, σαν να είναι αδύνατο αυτοί να συναντηθούν, κι ο μίτος της αφήγησης να κυλάει στο πάτωμα, χωρίς την Αριάδνη και χωρίς τον Θησέα ίσως και χωρίς τον Μινώταυρο, μόνο αυτός ο μίτος, αυτό το κόκκινο κουβάρι που κυλάει στο πάτωμα όπως η ζωή ενός ανθρώπου που φτάνει στο τέλος της.

Άλλωστε κι η τραγωδία του Σοφοκλή για το τέλος μιλάει, για την επικείμενη τελευτή κι ο πιο ισχυρός δεσμός ανάμεσα στον Οιδίποδα και το Λεωνίδα είναι νομίζω αυτός: τα γηρατειά. Όσο ασυμβίβαστοι, δίκαιοι, υπεύθυνοι για τα δεινά τους ή παιχνίδια στα χέρια της Τύχης κι αν είναι οι δυο ήρωες, τους ενώνει η άχαρη ηλικία τους που μυρίζει φθορά και το αναπόδραστο του τέλους. Το τρίτο στάσιμο του Οιδίποδα επί Κολωνώ είναι ίσως ό,τι πιο σκοτεινό έχει γραφτεί στην ελληνική αρχαιότητα για τα γερατειά. Θα σας διαβάσω ένα απόσπασμα σε μετάφραση Δ. Μαρωνίτη.

Όποιος ορέγεται να ζήσει/ κι άλλο, κι άλλο, και δεν του φτάνει/ η μετρημένη του ζωή,/ αυτόν εγώ, μα την αλήθεια,/ τον έχω για πολύ μωρό./ Γιατί οι πολλές ημέρες που μακραίνουν/ φέρνουν τις λύπες πιο κοντά∙/ χαρές δεν πρόκειται να δεις/ όπου η ζωή τραβάει σε μάκρος,/ πέρα απ’ το θεμιτό της μέτρο./ Λυτρωτικός, μ’ όλους ισότιμους,/ όταν σημάνει η ώρα του Άδη,/ προβάλλει ο θάνατος,/ και γράφει τέλος σε γάμους,/ μουσικές, χορούς.

Το να μην έχεις γεννηθεί,/ αυτό είναι το καλύτερο∙/ το δεύτερο καλό, αν έχεις/ γεννηθεί, να πας το γρηγορότερο/ εκεί απ’ όπου βγήκες./ Γιατί, μόλις περάσει η πρώτη νιότη,/ με την ανέμελή της αφροσύνη,/ ποιος, πες μου ποιος μόχθος απέξω μένει;/ ποιος κάματος δεν μπαίνει στη ζωή μας;/ Φθόνος και στάσεις, μαλώματα και μάχες,/ φόνοι∙ και τελευταίο εκείνο το επονείδιστο, /τα γηρατειά∙ άνευρα, άφιλα, ασυντρόφευτα,/ όλου του κόσμου τα χειρότερα/ κακά συγκατοικούν.

Μοίρα κι αυτού του δύστυχου/ τα γηρατειά, όχι δική μου μόνο.

Θα σταθώ σ’ αυτόν τον τελευταίο στίχο: όχι δική μου μόνο. Όχι μόνο του Οιδίποδα. Όχι μόνο του Σοφοκλή. Όχι μόνο του Λεωνίδα. Σ’ αυτό το «όχι δική μου μόνο», βρίσκεται η τραγική ουσία της ύπαρξης αλλά και η παρηγοριά της. Από εκεί παίρνει το νόημά του όχι μόνο αυτό το πολύ ανθρώπινο βιβλίο αλλά και η λογοτεχνία γενικότερα. Κι αν απέναντι στον Λεωνίδα που θυμάται φωναχτά δεν βρίσκεται κανείς, απέναντι απ’ τις σελίδες του βιβλίου είναι πάντα κάποιος ν’ ακούσει για τη ζωή του, την «όχι δική του μόνο».

*Η Έλενα Μαρούτσου είναι συγγραφέας. Το τελευταίο της βιβλίο, η νουβέλα "Το νόημα", κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Το παραπάνω κείμενο είναι μια συντομευμένη εκδοχή του κειμένου που διαβάστηκε κατά την παρουσίαση του βιβλίου σε εκδήλωση στο Polis Art Cafe, στις 25 Μαΐου 2013.


altΈνα τριάρι για τον Οιδίποδα
Νίκος Ξένιος
Φαρφουλάς 2012
Σελ. 128, τιμή € 11,00

alt

 

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΞΕΝΙΟΥ

 

 


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ποίος ήτο ο φονεύς του παππού μου

Ποίος ήτο ο φονεύς του παππού μου

Για το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» (εκδ. Μεταίχμιο).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Στο τελευταίο μυθιστόρημα (;) του Ηλία Μαγκλίνη συν...

Δυο ώριμοι πρωτοεμφανιζόμενοι με θετικό αποτύπωμα

Δυο ώριμοι πρωτοεμφανιζόμενοι με θετικό αποτύπωμα

Για τις συλλογές διηγημάτων των: Κώστα Κουτρουμπάκη «Ο μαραγκός» (εκδ. Ενύπνιο) & Γιάννη Νταουλτζή «Τατουάζ στον παράμεσο» (εκδ. Momentum).

Του Κώστα Δρουγαλά

...
Με τα «Φαντάσματα του Γιορκ», είκοσι χρόνια μετά

Με τα «Φαντάσματα του Γιορκ», είκοσι χρόνια μετά

Σκέψεις για τη βραβευμένη συλλογή διηγημάτων του Χριστόφορου Μηλιώνη «Τα φαντάσματα του Γιορκ» (εκδ. Κέδρος), είκοσι χρόνια έπειτα από την πρώτη κυκλοφορία της.

Του Δημήτρη Χριστόπουλου

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Νταβίντ Γκρόσμαν: «Όταν διαβάζουμε ένα καλό βιβλίο επανακτούμε το πρόσωπό μας»

Νταβίντ Γκρόσμαν: «Όταν διαβάζουμε ένα καλό βιβλίο επανακτούμε το πρόσωπό μας»

Συνέντευξη με τον Iσραηλινό συγγραφέα Νταβίντ Γκρόσμαν (David Grossman) με αφορμή την κυκλοφορία του βραβευμένου με Booker International μυθιστορήματός του «Ένα άλογο μπαίνει σ' ένα μπαρ» (μτφρ. Λουίζα Μιζάν, εκδ. Ψυχογιός) και την επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα για την παρ...

Λε Κλεζιό: Ο ερημωμένος παράδεισος αναγεννάται

Λε Κλεζιό: Ο ερημωμένος παράδεισος αναγεννάται

Για το μυθιστόρημα του νομπελίστα J.M.G. Le Clézio «Άλμα» (μτφρ. Γιώργος Ξενάριος, εκδ. Κλειδάριθμος).

Του Νίκου Ξένιου

Ο Ζερεμί Φέλσεν αναζητά τις ρίζες της οικογένειάς του στο ...

«Το ροκ πέθανε… Ζήτω το ροκ!»

«Το ροκ πέθανε… Ζήτω το ροκ!»

Για τον συλλογικό τόμο «Το ροκ πέθανε… Ζήτω το ροκ!» σε επιμέλεια Γιάννη Ν. Κολοβού και Νικόλα Χρηστάκη (εκδ. Απρόβλεπτες).

Του Νίκου Πουλάκη

Στα τέλη τ...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube