Από τον συγκλονισμό στην κάθαρση

Εκτύπωση

altΓια το μυθιστόρημα του Κώστα Χατζηαντωνίου «Ο κύκλος του χώματος» (εκδ. Καστανιώτη).

Του Βασίλη Ζηλάκου

H τουρκική εισβολή του ’74 στη Μεγαλόνησο είναι η βασική συνιστώσα της αφήγησης στο τελευταίο βιβλίο του Κώστα Χατζηαντωνίου. Η ιστορική βαρύτητα του γεγονότος, η θέση του μέσα στον ελληνικό χρόνο της Ιστορίας, έγκειται στο ότι κατάφερε το τελευταίο και πιο εύθετο πλήγμα στο κάστρο του Ελληνισμού, προoικονομώντας τον μαρασμό των επερχόμενων δεκαετιών.

Το β' μέρος του βιβλίου ξεκινά με το κεφάλαιο «Ο κόσμος αλλάζει». Μόλις εφτά χρόνια μετά την εισβολή και βρίσκουμε τον εαυτό μας να περνάει το κατώφλι ενός άγνωστου σπιτιού! Χρόνια ύστερα, στην σελίδα 264 της έκδοσης, ο αφηγητής ανακαλεί ένα ακόμα στιγμιότυπο από τη ζωή του βασικού ήρωα, του Μιχαήλ, και χρησιμοποιεί τη φράση, «το χρηματιστήριο ανθούσε ακόμα», για να δείξει τον συγχρονισμό της αφήγησης με τον παρόντα χρόνο. Το βιβλίο μάς απευθύνεται μέσα από τις στάχτες του σήμερα.

Μία βασική προϋπόθεση για την πληρέστερη κατανόηση του μυθιστορήματος είναι το ενιαίο της ελληνικού έθνους ως υπόθεση που συνέχεται με την αναδρομική αφήγηση του συγγραφέα, καθιστώντας την δυνατή.

Μία βασική προϋπόθεση για την πληρέστερη κατανόηση του μυθιστορήματος είναι το ενιαίο της ελληνικού έθνους ως υπόθεση που συνέχεται με την αναδρομική αφήγηση του συγγραφέα, καθιστώντας την δυνατή. Η «υπόμνηση» είναι σημαντική για τους νεότερους ελλαδίτες που «ρουφήχτηκαν», στην πλειονότητά τους αμετακλήτως, από την κρατική πραγματικότητα που στελεχώνουν, αν όχι από την ίδια, σίγουρα από την αμορφία της μετανεωτερικότητας. «Η Κύπρος σε λίγο θα ξεχαστεί, όσες αφίσες κι αν κολλήσουν, όσα τραγούδια κι αν πουν. Η μόνη της χρησιμότητα θα είναι πια για να σταδιοδρομούν πατριδοκάπηλοι ή για να προκηρύσσονται πρόωρες εκλογές» διαβάζουμε σε μια σελίδα. Η Κύπρος όντως ξεχάστηκε.

Για την ηθογράφηση των χαρακτήρων χρησιμοποιείται το παράδειγμα της οικογένειας των Γαβαλάδων. Η οικογένεια αυτή είναι μια παλαιά, με βυζαντινές μάλλον καταβολές, αρχοντική οικογένεια ενός νησιού των Δωδεκανήσων. Τα μέλη της παρακολουθούν τη σταδιακή εξασθένηση και τον μαρασμό της νεοελληνικής κοινωνίας από το 1974 ώς τις μέρες μας. Είναι μια οικογένεια που έχει προσφέρει πολλά στους αγώνες του έθνους, όμως η τελευταία της θυσία, ο Αλέξανδρος, που «αγνοείται» στην Κύπρο, είναι μια θυσία που έγινε... για το τίποτα. Οι «τόποι» της οικογένειας συγκεντρώνουν τις σκέψεις και τα αισθήματά της. Κι αντηχούν! Άλλοτε σαν ριπές πολυβόλου κι άλλοτε σαν προσευχές ή στοχαστικές συνόψεις που διατυπώνονται με σαφήνεια και πάντοτε σε σταθερή αντιπαλότητα προς μια πραγματικότητα που προδίδει διαρκώς τις ιερότερες προσδοκίες του έθνους.

Ο παλαιός πύργος των Γαβαλάδων στις ρίζες του σκοτεινού λόφου του Έρημου, οι κρυμμένες και ανομολόγητες αναμνήσεις της θείας Μαρίας από τον χαμένο στη Μικρασία αρραβωνιαστικό, οι αφηγήσεις του γερο-Πρόδρομου από τη μεγάλη Εκστρατεία, οι περιγραφές των Βασίλη και Ιακώβου Γαβαλά από το αλβανικό Έπος, το κιτάπι με τα χειρόγραφα ημερολόγια του πρώτου Αλέξανδρου, του Ιερολοχίτη, οι διαλέξεις του Παύλου στο Πανεπιστήμιο για την οικονομική αναμόρφωση του Βενιζέλου, η γυναίκα του καημού και της προσδοκίας, η μητέρα του χαμένου ανθυπολοχαγού Αλέξανδρου Γαβαλά, η άλλη γυναίκα, η Βέρα, που μαραζώνει χρόνο με τον χρόνο προσμένοντας τον αδελφό της, ο Αντρέας από τη Χειμάρρα, που δεν γλεντά τις μέρες της ζωής του στην κόψη του κεραυνού τη φλογισμένη αλλά ψωμοζεί στο μεταπρατικό κράτος της Αθήνας, και κυρίως ο Μιχαήλ, «ο τελευταίος των Γαβαλάδων», κατά την κρίση του Βασίλη Γαβαλά, με τον οποίο κορυφώνεται ο θρήνος για το κατάντημα του Ελληνισμού με τέτοια ισχύ και αγωνία ώστε καταργεί τον παθητικό χαρακτήρας του κοπετού.

Διατρέχοντας προσεκτικά τις αφηγήσεις που σχηματίζουν και εδραιώνουν τους αφηγηματικούς σταθμούς και περάσματα, κατέληξα στο να αντιλαμβάνομαι ολόκληρο τον χορό προσώπων ως κάποιο ενιαίο ψηφιδωτό που μεταδιδεί –από μέσα προς τα έξω– το κλίμα της καταστροφής και της σταδιακής παρακμής.

Διατρέχοντας προσεκτικά τις αφηγήσεις που σχηματίζουν και εδραιώνουν τους αφηγηματικούς σταθμούς και περάσματα, κατέληξα στο να αντιλαμβάνομαι ολόκληρο τον χορό προσώπων ως κάποιο ενιαίο ψηφιδωτό που μεταδιδεί –από μέσα προς τα έξω– το κλίμα της καταστροφής και της σταδιακής παρακμής. Έτσι, η γεωγραφία του βιβλίου δεν είναι μια γεωγραφία εμπορική κι αγοραία, μια γεωγραφία που φωνασκεί. Είναι οι ήσυχες, σκιερές δενδροστοιχίες ενός κόσμου που δύει, ενός κόσμου που δεν προσβλέπει προς τις φωταγωγημένες λεωφόρους των μαζικών εξάρσεων. Συνεπώς υπάρχει στην αφήγηση κάτι το χαμηλόφωνο, κάτι το σκιασμένο, το απόμακρο και κεντρικό συνάμα, που κόβει διαγωνίως τη μοίρα της σύγχρονης νεοελληνικής ιστορίας.

Πρώτιστο κέρδος: ο συγγραφέας καταφέρνει να γίνει αντι-κειμενικός, μοιράζοντας τη στάση του ανάμεσα σε ένα πριν και σε ένα τώρα, ανάμεσα στο εδώ της θέσης και στο εκεί της θέασης. Με αυτό τον τρόπο κρατά αποστάσεις από ό,τι δευτερεύον (ελάσσον) θα μπορούσε να συσκοτίσει την καθαρότητα της λογοτεχνικής επόπτευσης. Πώς η αφήγηση και οι επιμέρους διηγήσεις προσπερνάνε αυτό το χωροχρονικό διάκενο;

Το όχημα με το οποίο μεταβαίνουμε στο άλλο σημείο, στο έτερον τι του κόσμου της ιστορίας, μας το παρέχει εξ ολοκλήρου η σύλληψη του χαρακτήρα του Μιχαήλ. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση, δίχως την παρουσία του, θα ήταν κλαδί δίχως δέντρο, κι έτσι ξεμοναχιασμένη, θα αποτελούσε μια φυγόκεντρη διαδοχή εξιστορήσεων δίχως σκοπό, ζώσα μορφή και εξάρτηση. Μπορεί στον Αλέξανδρο να βρίσκουμε μια αφετηρία, αφού με τον θάνατό του η ιστορία αποκτά ξανά για τους Γαβαλάδες σάρκα και μιλιά, μα είναι ο Μιχαήλ που οδηγεί την αδυσώπητη ροή των γεγονότων σ’ ένα νόημα. Με τον Μιχαήλ εκφέρεται η ελευθερία της στοχασμού. Η ελευθερία που δεν εγκαταλείπει τα οχυρά της στον ολοφυρμό και ούτε παραπαίει πάνω από τα σκοτεινά χάσματα που άφησε πίσω της η κατατεμαχισμένη νεοελληνική πραγματικότητα μετά την τραγωδία του ’74.

Ο Μιχαήλ είναι ο μόνος από τους Γαβαλάδες που ξανοίγεται στο θρασεμένο πέλαγος της εποχής του· επιλέγει, δηλαδή, να βγει έξω από την αυλόπορτα του πατρογονικού του και να περπατήσει στον κόσμο δίχως εγκεφαλικά δεκανίκια και ιδεοληψίες, με μοναδικό αρωγό το εσώτατο αίσθημα και το πιο μεταφυσικό οπλοστάσιο του ανθρώπου, το κορμί του. Ο Μιχαήλ δεν απομονώνεται μες στον θάνατο ή τη θλίψη, αλλά συνενώνει. Και για να το κάνει αυτό, καταστρέφει ενώ συγχρόνως διασώζει. Καίτοι «αισθάνεται» την εποχή, στο τέλος την ξεπερνά! Ίσως γιατί σ’ αυτόν επιβιώνουν, μεταμορφωμένα, τα ιδανικά που όρισαν το πεπρωμένου του Αλέξανδρου.

alt

Ο προσδιορισμός της δύναμης που θέτει σε κίνηση αυτούς τους μικρούς και μεγαλύτερους κύκλους είναι η ιστορία και οι συγκλονισμοί της, που τοποθετούν τον άνθρωπο μπροστά στο αίνιγμα του εαυτού του, γιατί «ιστορία» δεν είναι μόνο τα ιστορικά γεγονότα, είναι κυρίως η ορμή που εμβολίζει τα όρια του οικείου και του ανοίκειου. Το χάσιμο της ελπίδας. Η αναγκαία συσκότιση.

Οι δύο λέξεις, «κύκλος» και «χώμα» εμφανίζονται μόνο τέσσερις φορές, στις σελίδες 94, 168, 278 και 291, το δε επίθετο «χωματένιος» στη σελίδα 132. Κι όμως, αυτές οι λέξεις ορίζουν την ταυτότητα του βιβλίου, τυπικώς και ουσιαστικώς.

Υπάρχει ο κύκλος του ανθυπολοχαγού Αλέξανδρου Γαβαλά, που σκοτώθηκε στην Κύπρο το 1974· υπάρχει ο κύκλος των παλαιότερων Γαβαλάδων, του Βασίλη, πατέρα του Αλέξανδρου και του Ιάκωβου, πατέρα του Μιχαήλ, και ο κύκλος των προγόνων τους· υπάρχει ο κύκλος του Μιχαήλ, ο οποίος απελευθερώνεται από όλους τους προηγούμενος κύκλους, σαν βουδιστικό κάρμα, και γίνεται γραμμή, βέλος που στοχεύει να πλήξει τις συνειδήσεις μας· υπάρχει, τέλος, ο άγνωστος κύκλος του γιου του Μιχαήλ και της Εύας, ο οποίος φέρει το όνομα του θείου του: Αλέξανδρος. Ο ένας μπαίνει μέσα στον άλλον και συγχρόνως όλοι είναι ομόκεντροι, γιατί ενώ είναι κύκλοι χωμάτων, ο κάθε κύκλος, σε συνάφεια με τον επόμενο ή τον προηγούμενο, υπάγεται στον κύκλο του χώματος του έθνους αλλά και του Χρόνου. Τελικά του Κόσμου.

Ο προσδιορισμός της δύναμης που θέτει σε κίνηση αυτούς τους μικρούς και μεγαλύτερους κύκλους είναι η ιστορία και οι συγκλονισμοί της, που τοποθετούν τον άνθρωπο μπροστά στο αίνιγμα του εαυτού του, γιατί «ιστορία» δεν είναι μόνο τα ιστορικά γεγονότα, είναι κυρίως η ορμή που εμβολίζει τα όρια του οικείου και του ανοίκειου. Το χάσιμο της ελπίδας. Η αναγκαία συσκότιση.

Η Ιστορία, λοιπόν, με γιώτα κεφαλαίο, ως κινητήρια δύναμη της αφήγησης, είναι ο λόγος που οι αφηγηματικοί-ιστορικοί κύκλοι του βιβλίου εφάπτονται και συγχέονται, ο λόγος που τα επιμέρους μέρη της αφήγησής του δεν είναι στατικά αυτοαναφορικά σύνολα κλεισμένα στον εαυτό τους, αλλά υποτάσσονται σε ένα καθεστώς αλληλοπεριχώρησης, όπως τα πράγματα στον χώρο και τον χρόνο.

Το ερμάρι που λέγεται «ιστορία/ιστορικό γεγονός» δεν ανοίγει ποτέ μ’ ένα κλειδί. Όμως η εγκυρότητα της θέασης εξαρτάται από δύο συγκεκριμένους παράγοντες. Από τη θέληση να αναγνωρίζουμε την πολλαπλότητα των πρισμάτων, διαβάζοντας με ικανότητα το παλίμψηστο του χρόνου, και από το ταλέντο να ξεγλιστράμε μέσα από τα χέρια του, γιατί αυτός, ο χρόνος, έχει μεγάλα και παχιά χέρια, τόσο παχιά που μέσα τους κλείνεται καμιά φορά η ύπαρξη του ατόμου. Τότε εκείνο αδυνατεί ν’ αντιληφθεί εύκολα το Εκείθεν του φωτός, που έρχεται απευθείας στον καθένα μέσα από παλαιούς βωμούς και τάφους χορταριασμένους.

Το αρχικό σημείο της ρωγμής μπορεί να προσδιορίζεται χρονικώς, μα το καίριο πλήγμα δίνεται από αλλού, ίσως από την ίδια τη φύση, που απηχεί τον ρυθμό του χρόνου, το γίγνεσθαι. Η φύση (μάς) γερνά. Αυτή η μυστική επιβουλή (ή απονομή δικαιοσύνης;) θέτει την ιστορία στην τροχιά του παράλογου στοιχείου της μέσω συγκλονισμών που χωρίζουν ή διασπάνε τις ζωές των ανθρώπων. Και τότε το πλησίασμα στο ερμάρι, η εκλογή των τελικών κλειδιών, γίνεται στοίχημα δύσκολο να επιτευχθεί.

Πώς και με τι δύναμη, με τι βιρτουοζιτέ να πατήσει κανείς και με τα δυο πέλματα συγχρόνως στους αναβολείς του ίππου της ιστορίας; Πόση ανυστεροβουλία χρειάζεται για να αρνηθούμε τις πιο οικείες και πιο βατές εξηγήσεις της δικής μας εποχής, για να μιλήσουμε την γλώσσα του δια-χρονικού;

Ακόμα και στα τμήματα του βιβλίου όπου ο ίδιος ή οι χαρακτήρες του απασχολούνται με τα γεγονότα που οδήγησαν στη διχοτόμηση της Κύπρου, το βάρος δεν μετατίθεται στην πραξικοπηματική κυβέρνηση Ιωαννίδη ή στον σαλτιμπάγκο Νικόλαο Σαμψών, ο αφηγητής δεν μπαίνει καν στον κόπο να μιλήσει για τις περίφημες συνομιλίες Μακαρίου-Παπαδόπουλου γύρω από την ανεδαφικότητα της Κηρύξεως Ενώσεως με την Ελλάδα.

Είναι εμφανές πως ο Κώστας Χατζηαντωνίου γνωρίζει αυτούς τους κανόνες, γιατί χρησιμοποιεί την ιστορία για να γράψει ένα μυθιστόρημα, κάτω βέβαια από τον μεγεθυντικό φακό της ιστορικής επιστήμης, δίχως όμως να μεταβιβάζει στον αναγνώστη κρίσεις ειδικού ιστορικού βάρους. Άλλωστε, μόνο υπό αυτούς τους όρους γεννιέται το ιστορικό μυθιστόρημα, που ως είδος παραμένει κοντά στην ιστορική επιστήμη, αλλά ανήκει ολοκληρωτικά στον ελεύθερο φιλοσοφικό ή/και ποιητικό στοχασμό. Ακόμα και στα τμήματα του βιβλίου όπου ο ίδιος ή οι χαρακτήρες του απασχολούνται με τα γεγονότα που οδήγησαν στη διχοτόμηση της Κύπρου, το βάρος δεν μετατίθεται στην πραξικοπηματική κυβέρνηση Ιωαννίδη ή στον σαλτιμπάγκο Νικόλαο Σαμψών, ο αφηγητής δεν μπαίνει καν στον κόπο να μιλήσει για τις περίφημες συνομιλίες Μακαρίου-Παπαδόπουλου γύρω από την ανεδαφικότητα της Κηρύξεως Ενώσεως με την Ελλάδα, τη στιγμή που η Τουρκία είχε ως εγγυήτρια δύναμη στρατό στην Κύπρο, κι εφόσον απέναντι στην Κιλικία είχε τόσο πολύ στρατό, ο δε τρόπος που προσεγγίζεται η ΕΟΚΑ Β΄ ή ο Γεώργιος Γρίβας δεν είναι ακριβώς ούτε απολογητικός ούτε πολεμικός. Το ύφος της γραφής μαρτυρά μιαν άλλη λεπταισθησία: τη διάψευση των καθαρότερων πόθων του γένους για εθνική ολοκλήρωση.

Έτσι ο συγγραφέας μας, χαλκεύοντας τους κρίκους της αλυσίδας των γεγονότων-κύκλων προ του ’74, συμπεραίνει επαγωγικά μέσω αξιωματικών παρατηρήσεων και διαδοχών τον νεοελληνικό μηδενισμό με άξονα την κυπριακή τραγωδία.

Τόσο στο Άγκριντζεντο (2009) όσο και στον Κύκλο του χώματος, ο μηδενισμός σχετίζεται με τη σταδιακή γεωγραφική συρρίκνωση του ελληνισμού, καθώς και με την απώλεια της ικανότητας του έθνους να αυτονοηματοδοτείται και να νοηματοδοτεί τον καθημερινό βίο του. Στην περίπτωση του τελευταίου μυθιστορήματος, βρισκόμαστε μπροστά και σε μια άλλη θεώρηση, κατά την οποία αυτός ο μηδενισμός αποτελεί απόρροια του μετασχηματισμού της Μεγάλης Ιδέας από πόθο σε χίμαιρα, μετασχηματισμός που εξοβέλισε τα προτάγματά της στην σφαίρα του εξωιστορικού ιδεαλισμού.

Στον Κύκλο του χώματος υπάρχει ειλικρίνεια και κυνισμός μα καθόλου ρομαντισμός. Η ειλικρίνεια αυτή και ο κυνισμός αυτός δεν είναι συνέπειες μιας ηθικής δίχως ηθική· είναι τα πνευματικά τέκνα μιας απόφασης και ενός θάρρους. Του θάρρους μιας ολόκληρης οικογένειας, των Γαβαλάδων, να μην υποκύψει στην ευτέλεια της εποχής, και της απόφασης του βασικού ήρωα, του Μιχαήλ, να αντισταθεί. Ωστόσο, η βασικότερη αιτία για τις δύο κυρίαρχες «ηθικές» στάσεις του μυθιστορήματος είναι η ιστορική αναγκαιότητά τους.

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου μοιάζει αναγκασμένος από την (Ι/ι)στορία να τις ακολουθήσει. Το μυθιστόρημά του γεννιέται μορφικά μέσα από την ανάγκη να δοθεί μια απόκριση στο τέλος της διαδρομής που αποδείχθηκε άκαρπη.

Εντέλει, ο μεγάλος περιέχον κύκλος του Χρόνου, η μεταμορφωτική δύναμή του με και μέσα στην (Ι/ι)στορία, είναι ο πυρήνας που συνέλκει τους επάλληλους κύκλους για να τους παρατάξει σαν στρατιώτες στο πεδίο της μάχης. Τελικά μετατρέπει τις τρεις διαστάσεις του ανθρώπινου (εδώ εθνικού) χώρου και χρόνου σε δύο! Με αυτό κατά νου, βλέπουμε πώς η κατάρρευση ως βίωμα είναι ετούτη ακριβώς η επιπεδότητα που μοιάζει τόσο με εκείνη της βυζαντινής εικονοποιίας. Έτσι, ο συγκλονισμός δεν είναι το περιέχον του βιβλίου αλλά περιεχόμενό του. Αυτό που επείγει είναι η κατάκτηση της αρμόζουσας στάσης, η επιδίωξη μιας ηθικής. Αυτή την ηθική την επωμίζονται συνειδητά ή ασυνείδητα οι χαρακτήρες του βιβλίου, των οποίων οι ζωές, τα βιώματα και οι μνήμες σφραγίζονται ανεξίτηλα από τη μοίρα του νεοελληνικού έθνους. Για όλους τους παραπάνω λόγους, ο ρόλος του Μιχαήλ αποδεικνύεται καταλυτικός.

alt

Ο Μιχαήλ δεν αντιστέκεται με όπλο την ειρωνεία, που παγιδεύει τον άνθρωπο μέσα στο αντικείμενό που περιγελά. Αντιστέκεται με όπλο την αλήθεια που του την φανερώνει η ηθική τάξη του σώματός του. Αντιστέκεται με την άρνησή του να δεχτεί ως ζωντανό κάτι που έχει πεθάνει, μα και με την άρνησή του να περιχαρακωθεί πίσω από έτοιμες λύσεις, όταν ξέρει πως όλες δοκιμάστηκαν και απέτυχαν. Παραδείγματος χάριν, είναι Έλλην ορθόδοξος, αλλά περισσότερο με τον τρόπο του Καβάφη και του Παπαδιαμάντη –σημειώνω εδώ ότι ο Χριστιανισμός των δύο είναι ιδιότυπος αλλά με διαφορετικό τρόπο– και όχι με τον τρόπο των στενόμυαλων επιγόνων του Πατροκοσμά. Ωστόσο, ζει τον Θεό, την παρουσία Του και την απουσία Του, μέσα στα πράγματα και στον τρόπο που τα αντιλαμβάνεται.

Οι αξίες όσο κι οι ρίζες του είχαν τεράστια σημασία ακριβώς διότι τον ευκόλυναν να εισχωρήσει στο νόημα του εαυτού του. Δεν ήταν καταφύγιο το νόημα αυτό, δεν φυλάκιζε, το αντίθετο: τον ελευθέρωνε, του χάριζε άφατη απόλαυση με τη γεύση της γης, τη μυρωδιά του αέρα, την μπόχα της καπνιάς των μηχανοκίνητων.

Η αυθεντικότητα του Μιχαήλ δεν είναι αρνησικοσμία. Επειδή είναι ο πιο φιλοσοφικός, ο πιο εσωτερικός και μυστικοπαθής χαρακτήρας του βιβλίου, από τη μία «θεάται» το Εξαίφνης του ιστορικού συγκλονισμού, που διαπιστώνεται μέσω της επίγνωσης του θανάτου, του βιολογικού τέλους που πρέπει να νοηθεί ως μία αδυσώπητη διαδικασία αλλαγής, η οποία δεν τείνει κατ’ ανάγκη σε κανένα Απόλυτο, υλικό ή πνευματικό, αλλά οδηγεί στη μεταμόρφωση, μα από την άλλη πιστεύει στην –παρωχημένη για πολλούς– Ιδέα του Εθνικού. Σ’ αυτή θέλει να συμπαρασταθεί εξαιτίας της ανάγκης του να μάθει «τον μυστικό μηχανισμό της ασθένειας, το γενετικό λάθος μιας δημιουργίας» (σελ. 268). Μια πρόφαση, θα λέγαμε, αληθινής αγάπης και πίστης. Γιατί το φάντασμα του χαμένου στη μαρτυρική Μεγαλόνησο εξαδέλφου, του Αλέξανδρου, τον ακολουθεί παντού και πάντοτε. Ιδού πώς συνοψίζεται ο τρόπος του Αλέξανδρου: «Η καταγωγή... δεν ήταν τίποτε άλλο από μια ιδέα αυτογνωσίας. Η ιδέα αυτή άπλωνε τον εαυτό, τον στερέωνε στον χρόνο και στον χώρο, σ’ ένα χώμα άυλο, σ’ έναν κύκλο έγχρωμου χώματος. Πάσχιζε να ισορροπήσει μέσα του την πειθαρχία που επέλεξε με την απόλυτη ανάγκη της ψυχής του για ελευθερία. Οι αξίες όσο κι οι ρίζες του είχαν τεράστια σημασία ακριβώς διότι τον ευκόλυναν να εισχωρήσει στο νόημα του εαυτού του. Δεν ήταν καταφύγιο το νόημα αυτό, δεν φυλάκιζε, το αντίθετο: τον ελευθέρωνε, του χάριζε άφατη απόλαυση με τη γεύση της γης, τη μυρωδιά του αέρα, την μπόχα της καπνιάς των μηχανοκίνητων. Ένιωθε πως ήταν αυτός ο ίδιος που πατούσε τούτο το χώμα, πριν εκατό, πριν τετρακόσια, πριν χίλια χρόνια με το ίδιο αίμα, πολύτιμο πλέγμα, φλέβες και ρίζες που δέθηκαν σιγά-σιγά, γενιά τη γενιά, από διάφορους τόπους και ανθρώπους, ώσπου να φτιάξουν τούτο τον ζεστό χτύπο στα μηλίγγια, τούτη την έξαψη στα μάτια, τούτη την αγρύπνια».

Έτσι, ο μεγάλος περιέχον κύκλος του Χρόνου και των μεταμορφώσεων, η ιστορία ως συγκλονισμός, δεν είναι κάτι το αόριστο και γενικό, αλλά το ίδιο το Εθνικό ως βίωμα και εμπειρία, που διαπερνά τα πάντα, όλους τους χαρακτήρες του βιβλίου του Κώστα Χατζηαντωνίου και τις διηγήσεις τους, άλλοτε ως παρακμή κι άλλοτε ως θέληση για ζωή. Οι χαρακτήρες αυτοί είναι αποσπάσματα μιας ολότητας που κυριολεκτικά κατέρρευσε μέσα στην κατατεμαχισμένη επιφάνεια της σύγχρονης συγκυρίας με τον θάνατο του ανθυπολοχαγού Γαβαλά. Το όλον αυτό είναι ο Αλέξανδρος, ένας πλανήτης που εξερράγη, δημιουργώντας τον Μιχαήλ και τα επίλοιπα αστέρια. Η τελευταία αναλαμπή του γένους των Ελλήνων;

Ο συγκλονισμός, το σημείο μηδέν της ιστορίας, όταν αποκόπτεται από το χώμα, γίνεται κρίση, μα όταν μένει προσκολλημένη σε αυτή σαν το δέντρο στις ρίζες του γίνεται συνείδηση, του αγέρα που ακόμα φυσά ολούθε με ορίζοντα τον Κόσμο.

Πρέπει λοιπόν να προσδιορίσουμε, όσο μπορούμε, κι εμμένοντας στο κειμενικό σώμα του βιβλίου, δηλαδή με όριο και κριτήριο λογοτεχνικό, δύο δυνάμεις, που καθοδηγούν την αφήγηση και την αποτύπωση, μέσω αυτής, των χαρακτήρων.

Η πρώτη είναι μια δύναμη αρνητική και η δεύτερη είναι μια δύναμη θετική, γιατί ο συγκλονισμός, το σημείο μηδέν της ιστορίας, όταν αποκόπτεται από το χώμα, γίνεται κρίση, μα όταν μένει προσκολλημένη σε αυτή σαν το δέντρο στις ρίζες του γίνεται συνείδηση, του αγέρα που ακόμα φυσά ολούθε με ορίζοντα τον Κόσμο. Μπορεί ακόμα-ακόμα να γίνει μιας νέας αυγής το αγιάζι, όπως στην περίπτωση του δικού μας πια Μιχαήλ, που απολυτρώνεται από όλα τα δεσμά και ετοιμάζει τη νέα σοδειά στη μορφή του άλλου Αλέξανδρου, του τρίτου των Γαβαλάδων, που «θα καθαρίσει της ζωής τον καθρέφτη από κάθε χωματιά για να ανοίξει ένας νέος κύκλος του χώματος».

Για τον Αλέξανδρο και τον Μιχαήλ (το alter ego του;) το ύπατο διακύβευμα είναι το Εθνικό. Μα αυτό ακριβώς είναι που διασώζει την παγκοσμιότητα του κόσμου. Ο Μιχαήλ έρχεται να επιβεβαιώσει την καίρια τομή.

alt

Το έθνος γίνεται κάτι το συγκεκριμένο, το χώμα όπου πατάμε, πότε στέρφο και πότε έτοιμο να αναδώσει καρπούς· που η τελική εγγύηση της αξίας του δεν εδραιώνεται σε καμιά ιδέα περί εθνικής υπεροχής, εντέλει σε καμιά ιδέα περί πολιτικής ορθότητας, αλλά στο ότι είναι –αυτό το ίδιο, ως έννοια και βίωμα– ο μόνος κραταιός προμαχώνας του αγώνα του ανθρώπου να υπάρξει πέραν του θανάτου του.

Συγκεφαλαιώνοντας, καταλήγουμε σε τρεις όρους που, αν τους αποδεχθούμε, συμπεραίνουν τόσο την εξατομικευμένη ταυτότητα του κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος όσο και τον λόγο για τον οποίο ο ρόλος του μέσα σε αυτό γίνεται στηθαίο άμυνας και αντίστασης στην ιστορική περιδίνησή μας γύρω από το μηδέν.

Ο πρώτος όρος είναι η εμπειρία του συγκλονισμού που τοποθετεί τον Μιχαήλ (και τους υπόλοιπους χαρακτήρες) ενώπιον της ιστορίας, η οποία εξωθεί τα ανθρώπινα όντα στο να βλέπουν τον κόσμο ως ενέργεια θανάτου.

Ο δεύτερος όρος, ως συνέπεια του πρώτου, αποκαθαίρει την ύπαρξη από την πίστη της σε απόλυτα μεγέθη έξω από τη φύση· μεταθέτοντας το κέντρο βάρους σε αυτή την ίδια, γίνεται ο βίος του ανθρώπου άθλημα ελευθερίας.

Από τούδε και στο εξής, το Εθνικό αναβαπτίζεται μέσα στα καθαρά νερά της ύπαρξης και του αγώνα μας· αυτός ο αγώνας δεν καθοδηγείται από τα περίκλειστα σχήματα αξιών που η Ιστορία έχει ξεπεράσει. Έτσι, το έθνος γίνεται κάτι το συγκεκριμένο, το χώμα όπου πατάμε, πότε στέρφο και πότε έτοιμο να αναδώσει καρπούς· που η τελική εγγύηση της αξίας του δεν εδραιώνεται σε καμιά ιδέα περί εθνικής υπεροχής, εντέλει σε καμιά ιδέα περί πολιτικής ορθότητας, αλλά στο ότι είναι –αυτό το ίδιο, ως έννοια και βίωμα– ο μόνος κραταιός προμαχώνας του αγώνα του ανθρώπου να υπάρξει πέραν του θανάτου του.

Η ελευθερία του Μιχαήλ μας τρομάζει. Είναι ελευθεριότητα; διερωτόμαστε οι πειθήνιοι πολίτες του ελλαδικού κρατιδίου. Είναι ο Μιχαήλ ένας ήρωας ή κάποιος τυχαίος αντιήρωας; Η απάντηση είναι πως δεν είναι ούτε ένα το άλλο, γιατί με την στάση του γίνεται ο ίδιος ένα πρόβλημα, που προλογίζει την είσοδό μας σε έναν καινούργιο κόσμο.

Θα ανοίξει τελικά αυτή η στάση τον τέταρτο κύκλο της ιστορίας μας; Η ερώτηση μένει δίχως απάντηση. Και η γλώσσα της αφήγησης δεν εκφέρει μήτε την ελπίδα του συγγραφέα μήτε την απελπισία του.

Ο Μιχαήλ είναι ένας Πρωτοέλληνας. Στέκεται απέναντί μας δίχως μεταφυσική, αλλά είναι εξ ολοκλήρου μεταφυσικός, ομηρικός σχεδόν, με μπροστάρη στον μοναχικό χορό του τον Ήλιο. Γεμάτος είναι από θάνατο και ζωή. Γι’ αυτό αποτίει πρώτα φόρο τιμής στην ελευθερία. Θείο για κείνον είναι η πάλη του ανθρώπου με τον Θεό, η ζωή, αυτό το τέλειο πεδίο δράσης, όπου Θεός και άνθρωπος συνταυτίζονται και συνωνυμούν, για να δανειστώ την έκφραση του Διονυσίου Αεροπαγίτη. Αγώνας. Ο Μιχαήλ είναι σεμνός αλλά όχι ταπεινός, είναι ταπεινός αλλά όχι ηττοπαθής. O κύκλος που σχηματίζεται αργά και πειθήνια με τη ζωή του Αλέξανδρου του νεότερου δεν είναι ένας κύκλος μάταιος.

alt

Το κατεξοχήν γνώρισμα του βιβλίου που μας γοητεύει είναι η γλώσσα και οι λεπτομέρειες γύρω από τα πραγματολογικά στοιχεία. Πολύ συχνά αισθανόμαστε πως δεν διαβάζουμε μυθιστόρημα αλλά σωστό ποίημα.

Η ανάγνωση του βιβλίου που έγραψε ο Κώστας Χατζηαντωνίου διευκολύνεται από τη γρήγορη αφήγηση. Αυτή η αφήγηση είναι κατανεμημένη σε 37 σύντομα και ισομεγέθη κεφάλαια, τα οποία συνθέτουν τρία εναρμονισμένα, ως προς την έκταση και την πυκνότητά τους, μέρη, και διευκολύνεται από μια ακριβοδίκαιη ισορροπία στον τονισμό των πορτρέτων των χαρακτήρων του.

Το κατεξοχήν γνώρισμα του βιβλίου που μας γοητεύει είναι η γλώσσα και οι λεπτομέρειες γύρω από τα πραγματολογικά στοιχεία. Πολύ συχνά αισθανόμαστε πως δεν διαβάζουμε μυθιστόρημα αλλά σωστό ποίημα. Ο δόκιμος συγγραφέας ξέρει το χωράφι που οργώνει τόσο καλά που δεν χρειάζεται να φέρει σπόρους εξωτικούς για να μας εντυπωσιάσει με την απότομη βλάστησή τους. Πράγματι, μας εντυπωσιάζουν πολλές σελίδες. Μέτρησα ογδόντα λαμπρά μνημεία της ελληνικής γλώσσας. Ξεχωρίζω ολόκληρο το κεφάλαιο «Εσένα ενθυμούνται ακόμη». Σας καλώ να το διαβάσετε και να το μελετήσετε προσεκτικά. Ξεχωρίζω επίσης τα εδάφια εκείνα στα οποία ο συγγραφέας επιβραδύνει την αφήγηση για να παρεμβάλει εικόνες και ήχους της φύσης προκειμένου να εντείνει την τραγικότητα των στιγμών που έπονται.

Από την ανάγκη να συντονίσει ο άξιος συγγραφέας το ρήμα με τη μεταφυσική του σκοπιά, κληρονομούμε μια γλώσσα σωματική και γεμάτη, σαν βυζαντινή εικόνα.

Η αρχή που διέπει το πνεύμα του μυθιστορήματος, γιατί η γλώσσα είναι ψυχή και η ψυχή είναι αλήθεια, είναι μια ψυχή χωματένια, πρωτοελληνική, και σάρκινη – στο μυθιστόρημα του Κώστα Χατζηαντωνίου δεν κυριαρχούν οι σκέψεις, τα εγκεφαλήματα διόλου, αλλά το κορμί που δίνεται στον θάνατο, στον έρωτα και στην ελευθερία. Από την ανάγκη να συντονίσει ο άξιος συγγραφέας το ρήμα με τη μεταφυσική του σκοπιά, κληρονομούμε μια γλώσσα σωματική και γεμάτη, σαν βυζαντινή εικόνα.

Τέλος, το βιβλίο του Κώστα Χατζηαντωνίου μας αναγκάζει με ευχάριστο τρόπο να ερμηνεύσουμε εκ νέου το κύριο χαρακτηριστικό των νεοελλήνων. Ετούτο είναι η μωρία, η εθνοκτόνα βλακεία των Ρωμιών, που από το 1071, από τη μάχη του Ματζικερτιού και μετά , όπου χάσαμε σταδιακά όλη τη Μικρασία, επενεργεί εις βάρος των πιο συνετών.

Η μωρία είναι γενικευμένη. Είναι του Κράτους, είναι των πολιτών, είναι της Εκκλησίας. Για να κάνει το χούι της μπορεί να θυσιάσει τα πάντα· τα σύνορά της, τη μοναδική μορφολογία της ελληνικής γλώσσας, το αρχαιοελληνικό βάθος της ορθοδοξίας υπέρ ενός στείρου ελωχιμισμού και ηθικισμού.

* Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΗΛΑΚΟΣ είναι ποιητής.

altΟ κύκλος του χώματος
Κώστας Χατζηαντωνίου
Καστανιώτης 2017
Σελ. 302, τιμή εκδότη €15,90

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Όταν τα σώματα πενθούν

Όταν τα σώματα πενθούν

Για το μυθιστόρημα της Ευσταθίας Ματζαρίδου «Τα ρούχα» (εκδ. Σμίλη).

Της Ιφιγένειας Σιαφάκα

Οι ήρωες δεν έχουν ονόματα, είναι απλώς ο άν...

Ζωντανεύοντας με ρεαλισμό έναν κόσμο που έχει παρέλθει

Ζωντανεύοντας με ρεαλισμό έναν κόσμο που έχει παρέλθει

Για το βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Στ' αμπέλια» (εκδ. Πόλις).

Της Διώνης Δημητριάδου

Ίσως αν είχα την τύχη (ή την ατυχία άραγε;) να έχω μεγαλώσει σε μια επαρχιακή γωνιά της Ε...

Αταξίες για την επαναφορά της τάξης

Αταξίες για την επαναφορά της τάξης

Για τη συλλογή διηγημάτων του Μόδη Γούναρη «Αταξίες» (εκδ. Πανοπτικόν).

Του Κώστα Δρουγαλά

Οι Αταξίες είναι το έκτο βιβλίο του ψυχιάτρου, συ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Λειτουργώ σαν παλμογράφος των αισθημάτων των ηρώων μου»

«Λειτουργώ σαν παλμογράφος των αισθημάτων των ηρώων μου»

Η Αργυρώ Μποζώνη συνομίλησε με την Ιωάννα Καρυστιάνη, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της «Χίλιες Ανάσες» (εκδ. Καστανιώτη).

Της Αργυρώς Μποζώνη

...
Σαβουάρ Βιβρ, ξανά στο θέατρο

Σαβουάρ Βιβρ, ξανά στο θέατρο

Μια παράσταση σε σύλληψη, δραματουργία και ερμηνεία της Χριστίνας Ροκαδάκη και του Νεκτάριου Σμυρνάκη.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Ένα πλήθος εκστατικό, κι απόψε στη Στέγη

Ένα πλήθος εκστατικό, κι απόψε στη Στέγη

Για την παράσταση «Crowd» σε σύλληψη, χορογραφία και σκηνογραφία της Gisèle Vienne, η οποία παρουσιάζεται και απόψε στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.

Του Νίκου Ξένιου

...