
Για το μυθιστόρημα του Κώστα Φασουλόπουλου «Ψηλά τα χέρια, σύντροφε» (εκδ. Κυψέλη). Εικόνα: Από τη σειρά «Ριφιφί» (2025-26) του Σωτήρη Τσαφούλια.
Γράφει ο Ηλίας Μπιστολάς
Στο μυθιστόρημα του Κώστα Φασουλόπουλου Ψηλά τα χέρια, σύντροφε (εκδ. Κυψέλη), δύο σαρανταπεντάρηδες μηχανικοί, πρώην αντεξουσιαστές, οργανώνουν ληστείες χρηματοποστολών στα τέλη του ’90. Στην ομάδα τους συμμετέχουν άλλοι δύο μικροπαραβάτες, οι οποίοι τους υποστηρίζουν στις κλοπές. Ο Πρέκας, ένας πετυχημένος εργολάβος, είναι αυτός που εντοπίζει τους στόχους και καταστρώνει τα σχέδια δράσης, χωρίς να έχει πραγματική ανάγκη από χρήματα, ενώ ο Καραγιάννης, ένας πανέξυπνος μηχανικός που αναλαμβάνει δουλειές σε μικρές βιομηχανίες, καταπιάνεται με την υλοποίηση των σχεδίων του Πρέκα, ενώ παράλληλα συνεχίζει να φαντασιώνεται την ένοπλη πάλη. Αφού ο Πρέκας γνωρίζει την ηθοποιό Χριστίνα Μωραΐτη, χαρακτηριστική femme fatale, αποφασίζει να αξιοποιήσει τις γνώσεις της γύρω από την τράπεζα που διευθύνει ο σύζυγός της, ώστε να κατορθώσει το πιο δύσκολο -ως τώρα- εγχείρημά τους, καθώς αποφασίζουν να τη διαρρήξουν μέσω ενός τούνελ.
Το ριφιφί που ετοιμάζουν οι δύο μηχανικοί λειτουργεί ως μια φαντασιακή μικρογραφία του «Greek Dream» του τέλους του 20ού αιώνα. Έχοντας πια την απαραίτητη απόσταση από την εποχή της ευημερίας, ο συγγραφέας μπορεί να αξιολογήσει και να κατασκευάσει τον μύθο του με τέτοιον τρόπο, ώστε να καταδείξει αφηγηματικά την ιστορική κατάπτωση που ακολούθησε. Το 1999, οπότε και διαδραματίζεται το μυθιστόρημα, υπήρξε μια χρονιά προθαλάμια. Λίγο πριν την ΟΝΕ, λίγο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες, με το Χρηματιστήριο να ανεβαίνει διαρκώς, η επόμενη δεκαετία προμήνυε κέρδη και επιτυχίες. Ήμασταν στο τούνελ που θα έβγαζε στον θησαυρό – όπως λοιπόν και στο πάλπ μυθιστόρημα του Φασουλόπουλου, έτσι και η ελληνική κοινωνία βρισκόταν σε αναμονή για κάτι το μεγάλο, χωρίς ακόμα να υποψιάζεται πως ήδη ζει το «μεγάλο».
Η πορεία του βασικού πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος, του Πρέκα, απεικονίζει ακριβώς αυτή την αμοραλιστική προσδοκία, την αύξηση για την αύξηση. Πετυχημένος μηχανικός, με ακριβό αυτοκίνητο, σπίτι με πισίνα και άνετος οικονομικά, συνεχίζει να παρανομεί, μόνο και μόνο για να διατηρήσει ένα αφήγημα ανάπτυξης, περίπου σαν το 4% που μεγεθυνόταν το ΑΕΠ της χώρας εκείνη την περίοδο. «Μάλιστα. Όλα γίνονται με κάποιο πλάνο. Τίποτα για ευχαρίστηση», τον σαρκάζει Χριστίνα Μωραΐτη, το αντικείμενο του πόθου του, όταν κάποια στιγμή τον ρωτά γιατί έχει πισίνα και εκείνος της εξηγεί πως απλά έτσι θα μπορούσε να πουλήσει πιο εύκολα το σπίτι του, αν το επιθυμούσε.
Σε γενικές γραμμές, αν και ο Πρέκας δείχνει να διαπράττει τις ληστείες μόνο και μόνο για την ένταση της στιγμής, εντούτοις δεν φαίνεται παθιασμένος. Δεν δικαιολογεί τη στάση του ούτε πολιτικά, ούτε κοινωνικά. Μοιάζει τον γεμίζει περισσότερο η οργάνωση, το «πλάνο», παρά το αποτέλεσμα, δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως χαρακτηρίζεται ως ο «εγκέφαλος» των χτυπημάτων. Στην αντίπερα όχθη, ο σύντροφός του Καραγιάννης λειτουργεί με ακόμα πιο θολά κριτήρια. Στρατευμένος ακόμα στα παλιά του ιδανικά, αν και όπως υποστηρίζει ο ίδιος απομακρυσμένος πια από τον ένοπλο αγώνα, ενθουσιάζεται περισσότερο με την ιδέα του ριφιφί, ακόμα και όταν τα πράγματα στραβώνουν.
Θα ήταν πολύ εύκολο να αντιπαραβληθούν αυτοί οι δυο χαρακτήρες ως ανθρωπότυποι μιας εποχής, όμως ο Φασουλόπουλος δεν πέφτει στην παγίδα της ευκολίας. Το μυθιστόρημα δεν συγκρίνει «τάσεις», αλλά τις συγχέει, τις βάζει να κινούνται μαζί σαν κύμα και όχι σαν παράλληλες γραμμές. Ο Πρέκας, παρά την άνετη μεσοαστική του ζωή, αγαπά το σινεμά, ειδικά τα παλιά φιλμ, και συχνάζει στον κινηματογράφο Ααβόρα, όπου περνά την ώρα του βλέποντας ταινίες και συζητώντας με τον ξεπεσμένο ηθοποιό-ιδιοκτήτη της αίθουσας. Ο Καραγιάννης θυμίζει έντονα τον μεταπολιτευτικό χαρακτήρα που ζει με το όνειρο της επανάστασης, αν και -φαινομενικά- συμβιβασμένος, όμως είναι τόσο πειστικός και αυθεντικός, που ποτέ δεν αυτογελοιοποιείται. Η επιτυχία του συγγραφέα βρίσκεται στο γεγονός πως αν και παίζει με τις συμβάσεις του είδους -δεν θα γινόταν και διαφορετικά, άλλωστε- ποτέ δεν αφήνει τους χαρακτήρες του να γίνουν καρικατούρες. Κάθε ένας έχει μια «ιδιαιτερότητα» που τον κάνει ξεχωριστό και εν τέλει πιο ανθρώπινο.
Ένα γνήσιο, αθηναϊκό παλπ μυθιστόρημα
Ωστόσο, αυτό για το οποίο κυρίως κρίνεται ένα πάλπ μυθιστόρημα, είναι η πλοκή του. Η λογοτεχνικότητά του αναδύεται από το ύφος και την εξέλιξη του σεναρίου, και εδώ ο συγγραφέας πετυχαίνει απόλυτα τον στόχο του. Το βιβλίο είναι κλασικό page turner, με διαρκείς κορυφώσεις και ανατροπές και αναπολόγητη πάλπ αίσθηση. Εκεί ειδικά που διαπρέπει ο Φασουλόπουλος, είναι στη μεταφύτευση των προτύπων του είδους στο ελληνικό zeitgeist και γίγνεσθαι:
«Κατηφόρισε στην Πατησίων, πέρασε μπροστά από το σινεμά “Αελλώ” και βρέθηκε μπροστά από το “Au Revoir”… Φοιτητές και πλούσιοι εικοσάρηδες, που ήθελαν να ακολουθούν τη μόδα, σύχναζαν στο “Au Revoir”, για να νιώσουν ότι βρίσκονται στην παλιά, αριστοκρατική Πατησίων των θεάτρων και των νυχτερινών κέντρων διασκέδασης».
Σε γενικές γραμμές, ο συγγραφέας μπαίνει σε μεγάλο κόπο ώστε να μην παρουσιάσει μια Αθήνα πλαστή, ένα νουάρ κακέκτυπο άλλων πιο «σκοτεινών» πόλεων, αλλά αξιοποιεί επαρκώς το δυναμικό της για να αναδείξει την εναλλακτική σκοπιά της:
«Σουρωμένος αλλά ζωντανός, ο Πρέκας οδηγούσε τη Μαζεράτι του στα σκοτεινά στενά της Γλυφάδας… Η Μωραΐτη τού έκανε νόημα ότι είχε φτάσει. Το μαγαζί λεγόταν “Escape”, όπως διάβαζε ο Πρέκας πάνω από τη φιμέ τζαμένια είσοδο, με κίτρινα γράμματα από φως νέον… Έξω από το μαγαζί υπήρχαν αρκετά εικοσάχρονα, αγοράκια με μαλλί πρόκα και κορίτσια με τον κώλο και το στήθος έξω και σκουλαρίκια στα φρύδια που κάπνιζαν και μιλούσαν. Ένας τεράστιος μαύρος πορτιέρης, που θα μπορούσε να έπαιζε κάποτε μπάσκετ, έφραζε την πόρτα. Η Μωραΐτη τού μίλησε πολύ φιλικά και χαμογελαστά σαν να τον ήξερε, κι εκείνος άνοιξε την πόρτα».
Ένας ιδιαίτερος συγγραφικός φακός
Αυτή η λογοτεχνική μετατόπιση των χαρακτήρων και των τοπίων από τη γνωστή πλαισίωσή τους, σε ένα τελείως διαφορετικό και μη συνηθισμένο -στην εποχή μας, τουλάχιστον- σκηνικό αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα του βιβλίου. Η Κυψέλη, η Γλυφάδα, οι σκοτεινές αίθουσες του κινηματογράφου, τα αυτοκίνητα, οι ερωτικές σχέσεις, τα πάντα είναι φωτισμένα από τον ιδιαίτερο φακό του συγγραφέα. Μέρη και δρόμοι που τα γνωρίζουμε μετατοπίζονται και «παραξενίζουν» μέσω της ιδιοτυπίας που επιβάλλει το είδος.
Κάθε χώρος και κάθε συζήτηση έχουν την αίσθηση του αγωνιώδους κατ’ επείγοντος, μαζί με μια κατά τόπους επιβράδυνση, η οποία μας επιτρέπει να βυθιστούμε υπνωτιστικά στον κίνδυνο. Ενώ σχεδιάζουν τη ληστεία, για παράδειγμα, ο μέχρι τότε απολύτως σοβαρός Καραγιάννης, αφηγείται στον Πρέκα ένα ανέκδοτο με τον Χόνεκερ. Αυτή η τεχνητή «μείωση» της ταχύτητας των εξελίξεων, όπου αξιοποιείται, λειτουργεί υπέρ του σασπένς και σε αντιδιαστολή, η εγρήγορση που προκύπτει ακόμα και στη διάρκεια ενός απλού δείπνου ανάμεσα στη Μωραϊτη και στον Πρέκα, δημιουργεί την απαιτούμενη από τον αναγνώστη επιφυλακτικότητα, ώστε να αναρωτιέται συνέχεια «τι δεν πάει καλά;». Χωρίς να χρειάζονται περισσότερες λεπτομέρειες και επειδή ο Φασουλόπουλος συνειδητά αναπτύσσει όλο το γονιδίωμα του ειδολογικού κώδικα, μπορεί εύκολα ο αναγνώστης να υποθέσει πως η εξέλιξη του εγχειρήματος του ριφιφί δεν θα είναι απρόσκοπτη, αλλά περιπετειώδης. Και αυτό είναι που αναμένει ο αναγνώστης από το βιβλίο.
✳︎Ο ΗΛΙΑΣ ΜΠΙΣΤΟΛΑΣ είναι συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Τόπος κυκλοφορεί η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του, «Η κορυφή του κόσμου».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Κώστας Φασουλόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1984. Σπούδασε μηχανολόγος-μηχανικός στο ΕΜΠ και παράλληλα με τις σπουδές του εργάστηκε σαν δημοσιογράφος σε έντυπα και ιστοσελίδες για πολιτιστικά θέματα (μουσική, κινηματογράφος, κόμικς) και για θέματα μηχανοκίνητου αθλητισμού. Πέρασε περίπου ένα χρόνο ταξιδεύοντας σαν πλήρωμα μηχανής σε ποντοπόρο καράβι και από το 2014 δραστηριοποιείται στο χώρο της ναυτιλίας.

Το 2013 κυκλοφόρησε το κόμικ Σαμουράι, βασισμένο σε δική του ιστορία ντυμένη με σκίτσα του Τάσου Συνερλή. Το 2018 κυκλοφόρησε το πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα με τίτλο Εξευγενισμός (εκδ. Εύμαρος), που μεταφράστηκε στα γαλλικά και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Monemvassia, και το 2022 δημοσιεύτηκε το βιβλίο του Τρεις μύγες σε κόκκινο βελούδο (εκδ. Αλεξάνδρεια).























