
Για το πεζογράφημα του Παναγιώτη Αγγελόπουλου «Ιστορία των ρευμάτων» (εκδ. Ίκαρος). ©Andrew Lvov/Unsplash
Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης
Πολλά βιβλία επιδιώκουν να κατακτήσουν αμέσως τον αναγνώστη, να εγκαθιδρύσουν από τις πρώτες σελίδες το εύρος της αφηγηματικής τους δύναμης. Η Ιστορία των ρευμάτων (εκδ. Ίκαρος) του Παναγιώτη Αγγελόπουλου ακολουθεί άλλη διαδρομή. Προχωρεί με την υπομονή ενός βλέμματος που έμαθε να παραμένει πάνω στα πράγματα ώσπου αυτά να αρχίσουν να αποκαλύπτουν τις εσωτερικές τους κινήσεις. Κάθε περίοδος μοιάζει προηγουμένως κατοικημένη επί μακρόν από τον συγγραφέα, προϊόν παρατεταμένης συνομιλίας με το τοπίο, τη μνήμη, τις εικόνες που επιμένουν να επιστρέφουν.
Στη σελίδα 63 ο Αγγελόπουλος γράφει πως «κάθε επιφάνεια είναι ένα εκμαγείο που ακινητοποιώντας το φως, το μορφοποιεί». Πρόταση με δομική, σχεδόν κατασκευαστική αφετηρία, αφορά τον αστικό ιστό της πόλης, συμπυκνώνει ωστόσο ολόκληρη την ποιητική μηχανική του βιβλίου, εκμαγείο η ίδια η γραφή, πράξη που αποτυπώνει τη ρευστότητα ακριβώς τη στιγμή όπου εκείνη παύει προσωρινά να ρέει. Το νερό, επιφάνεια πρώτη σε όσες ακινητοποιούν το φως, θεμελιώνει εδώ την αρχή σύνταξης, προηγείται της μορφής αντί να την υπηρετεί, υπαγορεύει τον ρυθμό της πρότασης πριν καν φανεί το αντικείμενό της. Σπάνια συναντά κανείς πεζογράφημα όπου αυτή η κίνηση ασκείται πάνω στη γλώσσα την ίδια, σμιλεύοντας τη σύνταξη από μέσα. Το βλέμμα του αφηγητή δεν στέκεται απέναντι στον κόσμο, ανήκει σε αυτόν, κινείται με τους ίδιους νόμους που κινείται το κύμα, επιστρέφει, ξαναγυρίζει στο ίδιο σημείο με ελαφρώς διαφορετική γωνία φωτός, χωρίς ποτέ να ολοκληρώνει μια περιγραφή με την απόσταση ασφαλείας κάποιου παρατηρητή.
Η επιλογή αυτή έχει τίμημα, και το βιβλίο το πληρώνει στην ίδια τη συνεκτικότητά του. Αρνείται την ένταση της πλοκής, προτιμά τη συναρμογή τοπίων, προσωπικών ανακλήσεων και στοχαστικών θραυσμάτων, εμπιστεύεται τον αναγνώστη να συγκρατήσει μόνος του τις συνδέσεις που η αφήγηση αφήνει υπαινικτικές. Λίγοι δημιουργοί δείχνουν τέτοια εμπιστοσύνη στο υλικό τους. Η αποφυγή των ευκολιών μιας τεχνητής συνοχής μπορεί, ασφαλώς, να δοκιμάσει την υπομονή του ανυπόμονου αναγνώστη. Απαιτεί, αντίθετα, έναν διαθέσιμο συνομιλητή, εκείνον που το ίδιο το κείμενο προϋποθέτει και διαμορφώνει καθώς προσχωρεί, διδάσκοντάς τον πώς να το διαβάσει. Είναι όμως η μόνη που το προστατεύει από την αδράνεια, διατηρώντας ανοιχτή τη ροή του ως το τέλος.
Η σύνταξη της τρικυμίας
Η μνήμη κινείται εδώ με διαθλάσεις, απώλειες, θραύσματα, αιφνίδιες αναλαμπές, όπως επιστρέφει το φως πάνω στη θάλασσα, ποτέ γραμμικά. Στην ανάλυση ενός θαλασσινού τοπίου ζωγραφικής η γραφή διακρίνει «την ανάμειξη χθόνιων τόνων στην υδάτινη μάζα», εκεί όπου «ο σάλαγος γίνεται εκκωφαντικός» (σελ. 69). Η γαλήνη της Μεσογείου αποδεικνύεται συνθήκη ασταθής, πάντα στα πρόθυρα της αναταραχής, και εδώ ο Αγγελόπουλος πετυχαίνει κάτι δύσκολο. Γράφει για την ηρεμία με τη σύνταξη της τρικυμίας, αφήνει τη φράση να κουβαλά μέσα της την απειλή αντί να τη σχολιάζει απλώς από απόσταση.
Υπάρχει ένα σημείο, ωστόσο, όπου η μέθοδος αυτή δοκιμάζεται. Κάπου στο μέσο του βιβλίου η επίμονη επιστροφή στο ίδιο σημείο κουράζει, και το κείμενο φαίνεται να το γνωρίζει, να το επιτρέπει σχεδόν επίτηδες. Ίσως πρόκειται για συνειδητό ρίσκο, την κόπωση ως τμήμα του σχεδίου. Ίσως, πιθανότερα, για μια στιγμή όπου η γραφή παρασύρθηκε από τον δικό της ρυθμό, και η εκ των υστέρων ερμηνευτική δικαιολόγηση να μην είναι παρά ένας ελιγμός για να συγκαλυφθεί η αμηχανία της ανάγνωσης. Η διάκριση δεν αναιρεί την αξία της επιλογής, την κάνει πιο ανθρώπινη, λιγότερο θωρακισμένη πίσω από πρόθεση.
Η αφή του νερού και το βάρος του φωτός στο δέρμα γίνονται υλικό ανάμνησης εξίσου έγκυρο με την εικόνα.
Το «μαρμάρινο παλίμψηστο» των πλακόστρωτων (σελ. 62) είναι μια τέτοια στιγμή. Η μεγάλη εικόνα των ρευμάτων σταματά απότομα και παραχωρεί τη θέση στη σκόνη πάνω στα μάρμαρα, σε μια λεπτομέρεια τόσο συγκεκριμένη, ώστε να διαπερνά την επιφάνεια της παρατήρησης και να επιμένει στην ίδια την υλικότητά της. Είναι μια χειρονομία που δεν ζητά ερμηνεία, μόνο προσοχή, και ακριβώς γι’ αυτό συγκρατεί τη γραφή στην υλικότητά της, προτού εκείνη καταφύγει στην ευκολία της αφαίρεσης. Το σώμα εισέρχεται τότε στο κείμενο ως τρίτος όρος, ισότιμος με το τοπίο και τη μνήμη. Η αφή του νερού και το βάρος του φωτός στο δέρμα γίνονται υλικό ανάμνησης εξίσου έγκυρο με την εικόνα.
Στη φράση «να μετράς ώς την άκρη των αριθμών, δίχως να βιάζεσαι να ξεχωρίσεις ποιο κύμα φέρνει τη χαρά και ποιο τη συμφορά» η σύνταξη κάνει κάτι πιο συγκεκριμένο από το να δηλώνει μια στάση απέναντι στο βίωμα. Αναβάλλει το ρήμα της διάκρισης («ξεχωρίσεις») ως το τέλος της περιόδου, έτσι που ο αναγνώστης περνά πρώτα από τη μέτρηση, μετά από την άκρη, μετά από το κύμα, και μόνο στο τέλος φτάνει στην κρίση, αν φτάνει καν. Η χαρά και η συμφορά εναλλάσσονται μέσα στην ίδια ανάσα, χωρίς άνω τελεία, χωρίς παύση που να τις χωρίζει. Είναι από τις λίγες στιγμές στο βιβλίο όπου ο Αγγελόπουλος αφήνει τη σύνταξη να μιμηθεί κυριολεκτικά αυτό που περιγράφει. Μια αναβολή της κρίσης, όχι δήλωσή της.
Η καθυστέρηση αυτή είναι η ίδια η στάση της πρότασης απέναντι στο βίωμα. Αρνείται τη βιασύνη να μοιραστεί ο κόσμος σε κατηγορίες πριν προλάβει να αποκαλυφθεί. Η γλώσσα υπακούει σε αυτή την ηθική με συνέπεια σχεδόν ασκητική. «Καθώς νυχτώνει, οι θρήνοι διυλίζουν τη σιωπή, τα κύματα θα φέρουν δάκρυα, τα δάκρυα θα τα στεγνώσει η πρωινή αύρα, η γεύση τους θα γίνει φυλακτό» (σελ. 77), φράση όπου κάθε λέξη κουβαλά ακριβώς το βάρος που της αναλογεί, τίποτα περισσότερο.
Μια ζώνη σιωπηλής ακτινοβολίας
Η ουσιαστικότερη αρετή του βιβλίου βρίσκεται ίσως στον τρόπο με τον οποίο αφήνει ορισμένες στιγμές να κρατούν γύρω τους κάτι που η αφήγηση δεν εξηγεί. Γύρω από τις εικόνες του μένει μια ζώνη σιωπηλής ακτινοβολίας, εκεί όπου η μνήμη πλησιάζει κάτι που δεν κατονομάζεται πλήρως. Στην ανάμνηση του Λιβόρνο, «η αρχέτυπη εικόνα παραμένει αυτή της αποχαλίνωσης των κυμάτων» (σελ. 25), και η γραφή πλησιάζει κάτι που μοιάζει με τραύμα χωρίς ποτέ να το κατονομάζει, αφήνει τη σιωπή γύρω από τη λέξη «αρχέτυπη» να κουβαλήσει το περιεχόμενο η ίδια. Είναι η στιγμή που ο στοχαστικός παρατηρητής παραδίδεται. Τότε η αναφορά στο φως της Αττικής παύει να είναι εικόνα και γίνεται σχεδόν αβάσταχτη σωματική ανάμνηση, κάτι που ο αναγνώστης αναγνωρίζει πριν προλάβει να το καταλάβει. Σε αυτό το σημείο η φόρμα αναπνέει έξω από τον εαυτό της, χάνει για μια στιγμή τον έλεγχο που την κρατά όρθια σε όλο το υπόλοιπο βιβλίο. Και είναι αυτή η απώλεια ελέγχου που μένει περισσότερο, πολύ περισσότερο από κάθε φορά που ο συγγραφέας δείχνει να ξέρει με σιγουριά τι κάνει. Εκεί βρίσκεται και το βαθύτερο παράδοξο της γραφής του. Η δύναμή της γεννιέται από τον έλεγχο της μορφής, η πιο έντονη συγκίνησή της όμως εμφανίζεται τη στιγμή που αυτός ο έλεγχος χαλαρώνει.
Στο βάθος, αυτό που μένει από την Ιστορία των ρευμάτων είναι μια σπάνια τρυφερότητα του βλέμματος. Η ικανότητα να παραμένει κανείς κοντά στα πράγματα, να αφουγκράζεται τις πιο ανεπαίσθητες μεταβολές τους, να διασώζει ό,τι θα μπορούσε εύκολα να χαθεί.
Η συνέπεια που κρατά τη γραφή σε αυτή την ένταση μοιάζει κάποτε να αποκαλύπτει και μια εσωτερική της επιφύλαξη. Οι εικόνες σπάνια μένουν εντελώς γυμνές, απαλλαγμένες από το συνοδευτικό υλικό της αφής, του τοπίου, της μνήμης που συνήθως τις περιβάλλει. Εδώ βρίσκεται και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εντάσεις του βιβλίου, ανάμεσα στην ανάγκη της μορφής να οργανώνει την εμπειρία και στην άλλη δυνατότητα, εκείνη της στιγμής όπου η εικόνα μπορεί να σταθεί μόνη της και να κρατήσει ανοιχτό το μυστήριό της. Στην αναφορά στο Λιβόρνο και στο φως της Αττικής, η εικόνα αποκτά αυτή την αυτονομία και στέκεται για λίγο απέναντι στον αναγνώστη. Το υπόλοιπο βιβλίο επιστρέφει στην πυκνότητά του, τη γύμνια όμως αυτής της στιγμής δεν την ξεχνά ως το τέλος. Γι’ αυτό η συγκεκριμένη στιγμή παραμένει τόσο έντονα στη μνήμη. Η γραφή μοιάζει εκεί να χαλαρώνει για λίγο την πειθαρχία της και να αφήνει το βίωμα να προηγηθεί της τάξης που συνήθως του επιβάλλει. Πρόκειται περισσότερο για μια αίσθηση της ανάγνωσης παρά για ασφαλές συμπέρασμα, όμως η αίσθηση αυτή επιμένει. Οι στιγμές όπου η μορφή μοιάζει να υποχωρεί ελάχιστα μπροστά στη δύναμη της εικόνας είναι εκείνες που, τουλάχιστον για τον παρόντα αναγνώστη, αποκτούν τη μεγαλύτερη διάρκεια.
Στο βάθος, αυτό που μένει από την Ιστορία των ρευμάτων είναι μια σπάνια τρυφερότητα του βλέμματος. Η ικανότητα να παραμένει κανείς κοντά στα πράγματα, να αφουγκράζεται τις πιο ανεπαίσθητες μεταβολές τους, να διασώζει ό,τι θα μπορούσε εύκολα να χαθεί. Ο Αγγελόπουλος κοιτάζει ξανά, επιστρέφει, καθυστερεί πριν αφήσει κάτι να περάσει, σαν να γνωρίζει πως ό,τι χάνεται από το βλέμμα δύσκολα επιστρέφει ίδιο. Γράφει από την αδυναμία να αποχαιρετήσει εύκολα όσα περνούν, να τα αφήσει να φύγουν χωρίς μια τελευταία επιστροφή. Αυτή η τελευταία επιστροφή είναι η επαγρύπνηση του βιβλίου.
* Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. To 2021 δημιουργήθηκαν υπό την αιγίδα του οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία. Έχει εκδώσει τις συλλογές πεζογραφίας Είδωλα (2021) και Επικράτειες (2024).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Παναγιώτης Αγγελόπουλος γεννήθηκε το 1991.

Σπούδασε στο Χάρβαρντ, το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Πανεπιστήμιο του Σικάγο. Εργάζεται στην Αθήνα.























