Για το μυθιστόρημα του Μιχάλη Αλμπάτη «Η νόσος των ουρητηρίων» (εκδ. Νήσος). Εικόνα: Από την ταινία «Adaptation» (2002) του Σπάικ Τζόνζι. 

Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός 

Η νόσος των ουρητηρίων είναι το τρίτο μυθιστόρημα του Μιχάλη Αλμπάτη, o οποίος έχει παρουσιάσει αξιόλογα δείγματα γραφής τόσο στη μικρή όσο και στη μεγάλη φόρμα. Ο συγγραφέας στην αρχή του βιβλίου σημειώνει ορισμένες «οδηγίες ανάγνωσης», γνωστοποιόντας πως το πόνημα που κρατάμε στα χέρια μας αποτελούσε αρχικά μια μικρότερης έκτασης νουβέλα. Ο πρωταρχικός αυτός κειμενικός όγκος εμπεριέχεται αυτουσίως στο βιβλίο σε εμβόλιμα κεφάλαια διαφορετικής γραμματοσειράς, τα οποία, όπως συμβουλεύει ο συγγραφέας, δύνανται να διαβαστούν ξέχωρα. Ύστερα, προχωρά προτείνοντας διάφορους συνδυασμούς ανάγνωσης.

Η πολυτροπική και αναδιατασσόμενη ανάγνωση υπό τις οδηγίες του συγγραφέα δεν αποτελεί καινοφανές φαινόμενο στη λογοτεχνία και διατηρεί σίγουρα ενδιαφέρον. Ωστόσο, στην παρούσα περίπτωση, σε δεύτερη ανάγνωση, εγείρει κάποιους προβληματισμούς σε σχέση με την οικονομία της αφηγούμενης μυθιστορίας. Τα κεφάλαια του μυθιστορηματος θα μπορούσαν να σταθούν από μόνα τους λογοτεχνικώς, το ίδιο και η νουβέλα, συνεπώς το πάντρεμά τους φανερώνει έναν βαθμό συγγραφικής αναποφασιστικότητας σε σχέση με την οριστική μορφή του κειμένου. Εφόσον η νουβέλα είχε τα φόντα να γίνει μυθιστόρημα, τότε θα έπρεπε η πρότερη αφήγηση είτε να ενσωματωθεί οργανικά στα πρόσθετα κεφάλαια, είτε να εξέλειπε εντελώς από το νέο σύνολο. Με τον τρόπο που επιλέγει ο Αλμπάτης να στοιχειοθετήσει τα κεφάλαια, το αναγνωστικό υποκείμενο παραμένει σε επαγρύπνηση, όμως τα δύο κείμενα δεν ενώνονται πλήρως οργανικά και η ιστορία μένει μερικώς ασχημάτιστη.

Η υπόθεση αφορά στη γοργή μετάδοση και πληθωρική διασπορά ενός ιού που μετατρέπει τους νοσούντες σε Καλλιτέχνες. Ο συγγραφέας ονομάζει με κάππα κεφάλαιο τους Καλλιτέχνες που προκύπτουν από τον ιό, ενώ τους καλλιτέχνες που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα από πριν, με μικρό καππα, ως καλλιτέχνες. Ο ιός, λοιπόν, ξεσπά συμβολικά στην Ελλάδα και σύντομα εξαπλώνεται πανδημικά σε όλον τον κόσμο.

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τα κομμάτια της αρχικής νουβέλας σχεδόν ως θεατρικές οδηγίες, ως περιγραφικά ιντερλουδια που εισάγουν τον αναγνώστη στο αντίστοιχο μυθιστορηματικό κεφάλαιο ή τον εξάγουν από αυτό. Η διήγηση επικεντρώνεται κυρίως σε έξι βασικούς ήρωες: τη «νοικοκυρά» Αριστέα, τον Μπάμπη τον ταξιτζή, τον ήδη συγγραφέα πριν από τον ιό, Άγη, και τη σύζυγό του Κλυταιμνήστρα, καθώς και τα παιδιά των δύο οικογενειών, Άννα-Ιοκάστη και Σωτήρη.

Μια «καλλιτεχνική» πανδημία

Τα θετικά του βιβλίου είναι αρκετά, ωστόσο εμφατικά παρίστανται και τα μειονεκτήματά του. Ας ξεκινήσουμε από τα θετικά. Το βιβλίο εκκινεί με μια υποσχόμενη σατιρική διήγηση. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας σε συνέντευξή του, το εύρημα μιας «καλλιτεχνικής» πανδημίας το δούλευε από το 2017, αλλά την περίοδο της έξαρσης του Covid-19, η ιδέα μορφοποιήθηκε στιβαρότερα.

Κατά τη γνώμη μου, παρά την πρόδηλη συσχέτιση που κάνουν οι περισσότερες κριτικογραφίες, κατατάσσοντας το βιβλίο στη λογοτεχνία της πανδημίας που προέκυψε από τον Covid-19, ο βασικός νοηματικός πυρήνας του βιβλίου, καθώς και η δομική του στοίχιση γύρω από την εξέλιξη μιας πνευματικής πανδημίας, ταιριάζουν περισσότερο σε σάτιρα πολιτιστικών φαινομένων που προέκυψαν στους καλλιτεχνικούς χώρους κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο στην Ελλάδα μέχρι και την αμιγώς μετανεωτερική εποχή. Παραλλήλως, υπάρχει μια εμφανώς φροϋδική διαλεκτική, που αφορμάται τόσο από τον Πολιτισμό ως πηγή δυστυχίας, που αποτελεί και τον κεντρικό πυρήνα της νοηματικής διαστρωμάτωσης του βιβλίου, όσο και από την υιοθέτηση ορισμένων φροϋδικών θέσεων για τη σεξουαλικότητα που αφορούν στους ήρωες.

Υπό αυτή τη σκοπιά, η πνευματική πανδημία δεν αποτελεί μια δυστοπική πραγματικότητα του μέλλοντος, αλλά μια σατιρική μεταφορά για φαινόμενα που σημειώνονται αφειδώς στο σήμερα.

Ο ναρκισσισμός, ο εγωτισμός, το κυνήγι της εμπορικότητας, είναι χαρακτηριστικά που υπήρχαν και πριν από την πανδημία του Covid-19 και εντάθηκαν ιδιαιτέρως με την ευρύτερη πληθυσμιακά χρησιμοποίηση των σόσιαλ μίντια και της αδόκητης άνθησης του ψηφιακού καπιταλισμού. Προσφάτως, εγκαθιδρύθηκε άλλωστε ακόμα ένας δυσμενής παράγοντας, αυτός της τεχνητής νοημοσύνης και της ευρείας χρήσης της.

Η μιντιακή κουλτούρα και η εμπορευματοποίηση, η ευκολία του σφετερισμού της συγγραφικής ιδιότητας και δραστηριότητας, οδηγούν σε μια, ήδη στις μέρες μας, κορεστική παραγωγή πολιτιστικού περιεχομένου χαμηλής ποιότητας. Υπό αυτή τη σκοπιά, η πνευματική πανδημία δεν αποτελεί μια δυστοπική πραγματικότητα του μέλλοντος, αλλά μια σατιρική μεταφορά για φαινόμενα που σημειώνονται αφειδώς στο σήμερα. Πρόκειται συνεπώς για μια πολιτιστική κριτική με λογοτεχνικό προσωπείο. Η ψηφιακότητα, ειδικά με την έλευση της τεχνητής νοημοσύνης, προσφέρεται ως μέσο εμπορικών μιμήσεων της συγγραφής, μιας και τα κείμενα από την τεχνητή νοημοσύνη, όσο και αν θαμπώνουν αυτούς που τα παρουσιάζουν ως δικά τους, αποτελούν χαμηλής ποιότητας στατιστικές αντιγραφές της ανθρώπινης γραφής. Παρόλο δηλαδή που αναδεικνύουν ως ψηφιακές μικροδιασημότητες κάποιους από τους ναρκισσιστές που παρουσιάζουν αυτά τα κείμενα ως δικά τους, το νοηματικό υπόβαθρο παραμένει ανεπαρκές, ασαφές και γεμάτο κούφιες μεγαλοστομίες. Αυτή η λοξοδρόμηση της κουλτούρας είναι βεβαίως χαρακτηριστική όσον αφορά στην παραγωγή τέχνης κατά τη μετανεωτερικότητα και τον τρόπο που καλλιτεχνούν τα υποκείμενα στον ύστερο καπιταλισμό και τις ψηφιακές εκφάνσεις του.

Με βάση αυτά, πιστεύω πως το βιβλίο του Μιχάλη Αλμπάτη θα ωφελούνταν αν είχε παραμείνει στην έκταση της νουβέλας, καθώς από ένα σημείο και μετά, αραιώνει το νοηματικό πλέγμα και καταλήγουμε σε φλυαρίες που ρέπουν προς την πολιτικοποιημένη αφήγηση, την κοινωνική ηθικολογία και τον διδακτισμό.

Εξετάζοντας τους χαρακτήρες 

Η συνθήκη της πλοκής βασίζεται εξαρχής σε στερεότυπα. Πως, δηλαδή, μια καθαρίστρια δεν θα μπορούσε να διαβάζει Χάιντεγκερ. Αν λάβουμε, ωστόσο, υπόψη τα μεγάλα ποσοστά πτυχιούχων ανθρωπιστικών σπουδών οι οποίοι απασχολούνται εργασιακά ως χαμηλόμισθοι εκτός του κλάδου τους υπάλληλοι, τότε η καθαρίστρια, που τυγχάνει να είναι η «ασθενής μηδέν», δεν δημιουργεί μια πετυχημένη κωμική συνθήκη, καθώς θα μπορούσε κάλλιστα να μην ευσταθεί, όχι ως μειοψηφικό πιθανολογικό δεδομένο, αλλά ως απότοκος της κοινωνικής πραγματικότητας σήμερα.

Το πλήθος των «νοικοκυρών» που «παθιάστηκαν με την υποκριτική ονειρευόμενες να ενσαρκώσουν καινούργιες Αντιγόνες, Οφιλίες, και Δυσδαιμόνες», δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα. Ο όρος «νοικοκυρά» είναι άλλωστε παρωχημένος, καθώς οι περισσότερες γυναίκες εργάζονται. Ο κοινωνικός σχολιασμός που επιχειρείται καταλήγει, κατά αυτόν τον τρόπο, αδόκιμος και παρωχημένος.

Οι χαρακτήρες που μας συστήνει ο συγγραφέας θυμίζουν, επίσης, αρκετά καρικατούρες. Αυτό δεν θα ήταν προβληματικό σε μια φαρσική αφήγηση όπως η συγκεκριμένη, ωστόσο καταλήγει προβληματικό όταν τα χρησιμοποιούμενα κλισέ δεν ανατρέπονται ποτέ, αντιθέτως επιβεβαιώνονται.

Έτσι, η Αριστέα η προσφάτως χειραφετημένη λεσβία, σύζυγος του Μπάμπη, αφού έχει εγκαταλείψει την οικιακή εστία, εισέρχεται τάχα σε έναν ΛΟΑΤΚΙ+ αριστερό χώρο ελευθεριότητας, ο οποίος βρίθει από ευκαιριακό σεξ, ναρκωτικά και μια γενικευμένη αποχαύνωση, μέχρι που απογοητευέται πλήρως και γυρίζει πίσω στον άντρα της. Ο τρόπος που παρουσιάζει ο συγγραφέας αυτόν τον χώρο μοιάζει να επιβεβαιώνει τα παράπονα των συντηρητικών κατά των «woke». Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει πως ο συγγραφέας ασπάζεται αυτές τις απόψεις, αλλά πως όταν το βιβλίο ολισθαίνει προς μια παλιακή ηθικολογία, αυτές οι ασαφείς πολιτικώς αποφάνσεις κατά συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων καταλήγουν επιζήμιες για το σύνολο του μυθιστορήματος. Το ίδιο, άλλωστε, συμβαίνει σε πολλά ακόμα κεφάλαια στα οποία ο Αλμπάτης κριτικάρει στερεοτυπικώς ταυτότητες της διαφορετικότητας, χωρίς ο ίδιος να έχει ιδιαίτερη γνώση όσον αφορά σε αυτές. Φυσικά, υπάρχουν και οι καταγεγραμμένες σκέψεις του Σωτήρη που είναι ακραιφνώς ομοφοβικές, ωστόσο αποδυναμώνονται ρητορικά από τη γενικότερη παρουσίαση του ως αντιήρωα, αφού καταλήγει ένας βίαιος αστυνομικός. Όμως, η έντονη αποδοκιμασία και γενικά ο προβληματισμός των ηρώων γύρω από το θέμα της ταυτότητας και της σεξουαλικότητας περιορίζεται στην επίκριση μιας θεωρούμενης «προοδευτικής πλευράς» και δεν είναι το ίδιο καυστικός με άλλα θέματα, όπως, επι παραδείγματι, τον ρατσισμό και τον εθνικισμό.

Επιπροσθέτως, η Άννα-Ιοκάστη, μια ηρωίδα που παρουσιάζεται ως έχουσα έφεση στο διάβασμα και, παραλλήλως, ως απενοχοποιημένη από μικροαστικές αντιλήψεις, ασπαζόμενη μάλιστα τον σαδομαζοχισμό, εντελώς αντιφατικώς μαρτυρά και εκείνη φοβικές απόψεις

Η αποδοκιμασία της ομοφυλοφιλίας και η ειρωνική αντιμετώπιση των έμφυλων προσδιορισμών, καθώς και των συμπεριληπτικών θεατρικών διασκευών, επιχειρούνται συστηματικά εντός της αφήγησης, παρουσιαζόμενες ως πολιτιστικώς αποτρόπαιες, αντίληψη που απορρέει από πρόδηλη προκατάληψη. Στη σελίδα 276, συγκεκριμένα, διαβάζουμε: «Του πήρε ώρα μέχρι να καταλάβει ότι, όπως όλα έδειχναν, οι οπαδοί της ουδετερότητας του φύλου -ή ορθότερα, της εξαφάνισής του-, οι οποίοι μάχονταν λυσσωδώς για την επιβολή του @ ως λάβαρου της γραμματικής ισοπέδωσης των γενών (...) κατέληξαν σε κάτι που προσιδίαζε σε κρώξιμο κοράκου». 

Ομοίως, η εκτενής περιγραφή (σελ. 197-205) της πλοκής μιας διασκευής του Οθέλλου καταδεικνύει επίκριση προς νεόκοπες, υποτίθεται, πρακτικές στον χώρο του θεάτρου και της λογοτεχνίας, κατά τις οποίες αλλάζει η ταυτότητα των ηρώων. Αυτά βεβαίως συνέβαιναν επί αιώνες, ακόμα και την εποχή του Σαίξπηρ. Ειδικά σε ό,τι αφορά το σαιξπηρικό έργο, είναι ερευνητικά αποδεκτό πως αυτό προσφέρεται για ποικίλες ερμηνευτικές προσεγγίσεις και ματιές.

Επιπροσθέτως, η Άννα-Ιοκάστη, μια ηρωίδα που παρουσιάζεται ως έχουσα έφεση στο διάβασμα και, παραλλήλως, ως απενοχοποιημένη από μικροαστικές αντιλήψεις, ασπαζόμενη μάλιστα τον σαδομαζοχισμό, εντελώς αντιφατικώς μαρτυρά και εκείνη φοβικές απόψεις: «Με τις γυναίκες ούτε που της περνούσε από το μυαλό να δοκιμάσει το παραμικρό. Ένιωθε ότι κάθε τέτοια επαφή θα έμοιαζε με αυνανισμό, και πίστευε ακράδαντα ότι στη ρίζα της έλξης προς το ίδιο φύλο κούρνιαζε μια νοσηρή φιλαυτία, ότι όλοι όσοι ένιωθαν έτσι γύρευαν ουσιαστικά με τον ίδιο τους τον εαυτό να σμίξουν».

Παραπλήσιες απόψεις, παρότι είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες και αντιμέτωποι πολιτικά, έχει και ο Σωτήρης, γεγονός που αποτελεί χαρακτηρολογική ανακρίβεια και φανερώνει τη συστηματικότητα με την οποία αναδύει στο βιβλίο αυτή η ρητορική, η οποία μάλιστα δεν υπονομεύεται αλλού: «Στο σχολείο υπήρχαν μερικά κορίτσια που όλοι ήξεραν ότι ήταν λεσβίες, και όλες τους ήταν αρκετά ανδροπρεπείς, παχουλές, με κοντοκουρεμένα μαλλιά, αντρικά φερσίματα, και ήταν ολοφάνερο για τον Σωτήρη ότι κάτι δεν είχε πάει καλά με τις ορμόνες ή τα γονίδια τους, κάτι ανάλογο, απλώς διαφορετικό, με αυτό που είχε συμβεί στο γειτονόπουλό τους, τον Στάθη, που είχε γεννηθεί μογγολάκι».

Σκέψεις και προβληματισμοί 

Αυτό ο βιολογικός ντετερμινισμός, όπως γίνεται φανερό, παρουσιάζεται ως αντικειμενικό δεδομένο της αφήγησης, μιας και η οπτική του Σωτήρη, ανεξάρτητα από την ερμηνεία της, υποτίθεται πως βασίζεται σε ένα παρατηρήσιμο φαινόμενο στο σχολείο του, δηλαδή πως οι αρρενωπές γυναίκες που εικάζεται πως ήταν και λεσβίες, είναι ομογενοποιημένες εμφανισιακά, δηλαδή πάντοτε «παχουλές» και με «αντρικά φερσίματα». Μάλιστα, σε όλα αυτά δεν παρουσιάζεται πουθενά έστω ένας υποτυπώδης αντίλογος και δεν συνάδουν, όπως αναφέρθηκε, με τη μικρότερη έκταση που καταλαμβάνουν στο κείμενο κοινωνικά φαινόμενα όπως ο ρατσισμός. Επιχειρείται, συνεπώς πρόδηλα, μια διαλεκτική επίκρισης που δεν αφορά μόνο τους ήρωες, αλλά και τον αφηγητή στα εμβόλιμα κεφάλαια της αρχικής νουβέλας:

«Παράλληλα με την ψυχική υγεία του πληθυσμού και ως απότοκο ίσως της σεξουαλικής αποχαλίνωσης αποσαθρώθηκε γοργά και ανεπανόρθωτα ένας από τους αρχαιότερους θεσμούς στην ιστορία των κοινωνιών, αυτός του γάμου, με την ίδια την ιδέα της οικογένειας να υφίσταται πλήγμα συντριπτικά και να καταρρέει σαν μια δομή άχρηστη , δυσλειτουργική και πεπαλαιωμένη" (σελ 234) και συνεχίζει αναφέροντας έναν από τους κατεξοχήν μύθους της δεξιάς, το "δημογραφικό" και τις αμβλώσεις: "Με την αποσάθρωση του θεσμού του γάμου και τη γενίκευση της εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ των φύλων, η τεκνοποίηση κατέστη φαινόμενο σπανιότατο, τείνοντας ολοκληρωτικά να εκλείψει, με τις ελάχιστες εξ ατυχήματος συλλήψεις να καταλήγουν σχεδόν πάντα σε άμβλωση» (σελ. 135).

Τα παραπάνω αφορούν αντικειμενικά και «πραγματικά» περιστατικά εντός της αφήγησης, με τα οποία ο συγγραφέας εισάγει υπόρρητα το πολιτικό στοιχείο και θέσεις ερμηνείας από τον αφηγητή τόσο στον κειμενικό χώρο της νουβέλας, όσο και σε αυτόν του μυθιστορήματος. Έτσι, καθώς οι ηθικολογίες πληθαίνουν η αφήγηση του πραξικοπήματος καταλήγει πληκτική, καθώς διέπεται, ομοίως, από κοινοτοπίες: «Το απλό, συνηθισμένο σμίξιμο ενός άνδρα με μια γυναίκα έφτασε να θεωρείται μια ξεπερασμένη ανούσια κοινοτοπία, μια συνεύρεση που δεν άξιζε τον κόπο (...) Υπ' αυτο το πλέγμα εκζήτησης και ιδιορρυθμίας, ο ετερόφυλος έρωτας άρχισε να υποχωρεί σταθερά στις προτιμήσεις ανδρών και γυναικών, με την αρσενοκοιτία και τον τριβαδισμό να κερδίζουν συνεχώς οπαδούς σε συνδυασμό με μια άνθηση του σαδομαζοχισμού». (σελ. 183)

Και μόνο η επιλογή της συγκεκριμένης ορολογίας που παραπέμπει σε παρωχημένους θρησκευτικούς και ιατροδικαστικούς όρους για την περιγραφή της ανδρικής και της γυναικείας ομοφυλοφιλίας, φανερώνει μια παθολογικοποίηση που δεν καθιστά τον τριτοπρόσωπο αφηγητή αμέτοχο.

Υφολογικά, ο Αλμπάτης διατηρεί την ενδιαφέρουσα σύνταξη, το δοκιμιακό λεξιλόγιο και τον ρυθμό των παλαιότερων έργων του.

Ομοίως, ο φεμινισμός μεταγράφεται υπαινικτικά ως «επιστροφή στη μητριαρχία» (σελ. 216), η σεξεργασία ως «πορνεία» (σελ. 227), ενώ στη σελίδα 231, σε μια έξοδο της Αριστέας με την ερωμένη της, τα σεξουαλικά παιχνίδια και αντικείμενα που χρησιμοποιούνται από τις μετέχουσες λεσβίες κατονομάζονται ως «υποκατάστατα πέους» που, κατά την Αριστέα, «καμία σύγχρονη λεσβία δεν θα καταδεχόταν να χρησιμοποιήσει». Υπό την οπτική που παρουσιάζει δηλαδή ο συγγραφέας, οτιδήποτε σχετίζεται με διείσδυση και αφορά τη λεσβιακή ταυτότητα λειτουργεί ως υποκατάστατο ενός άνδρα, κάτι που φυσικά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η γυναικεία λεσβιακή επιθυμία σκιαγραφείται ως αντιγραφή ή έλλειψη της ετεροφυλοφιλικής πράξης.

Όπως γίνεται φανερό από τα παραπάνω, σε πολλά σημεία το κείμενο εκπίπτει σε μια στρατευμένη κηρυγματική ηθικολογία, διαλύοντας εξολοκλήρου τη διαλεκτική της πολυφωνίας, τη σύγκρουση των χαρακτήρων και εντέλει, το ενδιαφέρον της αφήγησης. Καταλήγει έτσι το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου σε ένα ιδεολογικό αφήγημα που ασπάζεται τον μύθο της κοινωνικής και ηθικής παρακμής που αρθρώνεται κυρίως από δεξιούς χώρους, εμπεριέχοντας θεματικές που αντικατοπτρίζουν την αντίστοιχη επιχειρηματολογία αυτών των θέσεων: κρίση του γάμου και της οικογένειας, αναπαραγωγή του συντηρητικού μύθου περί πολέμου των φύλων και εξαφάνισης των γεννήσεων λόγω αμβλώσεων και υποτιθέμενη «περιθωριοποίηση» της ετεροφυλοφιλίας απλώς και μόνο επειδή άλλες σεξουαλικότητες έγιναν λίγο πιο ορατές σε σχέση με το παρελθόν.

Το ύφος

Υφολογικά, ο Αλμπάτης διατηρεί την ενδιαφέρουσα σύνταξη, το δοκιμιακό λεξιλόγιο και τον ρυθμό των παλαιότερων έργων του. Ωστόσο, σε έργα του όπως τα Ο κώλος της Άννας και Και οι νεκροί θα θάψουν τους νεκρούς τους, το ύφος αυτό ήταν ταιριαστό λόγω της θεματολογίας, ενώ στο συγκεκριμένο βιβλίο δεν δικαιώνεται η χρήση του. Αντιθέτως, σε πολλά σημεία καταλήγει σε προζαϊκούς πληθωρισμούς με πεποικιλμένες λεξιλογικές υπερβολές που εισπράττονται από το αναγνωστικό υποκείμενο αρκετά αντιφατικώς, αφού το βιβλίο ασκεί, εκτός των άλλων, κριτική στο πομπώδες ύφος ορισμένων συγγραφέων.

Άλλωστε, αυτή η παρωδιακή δοκιμιακού ύφους γραφή στη λογοτεχνία του Αλμπάτη, διατηρούσε σε προηγούμενα βιβλία μια ειρωνική αποστασιοποίηση που δυστυχώς δεν αρύεται στη διήγηση του συγκεκριμένου αφηγήματος. Συγκεκριμένα, στη νουβέλα Κάρτα ελεύθερης πρόσβασης, ο συγγραφέας καταπιάνεται επίσης με κοινωνική κριτική και πολιτιστικό σχολιασμό, αλλά ο αφηγητής του παραμένει εκεί αμέτοχος και περισσότερο καθολικά ειρωνικός και αντικειμενικός, κάτι που δεν συμβαίνει στη Νόσο των ουρητηρίων.

Παρόλα αυτά, το βιβλίο διαθέτει αφηγηματική γοητεία τόλμη και κωμικές στιγμές που ταιριάζουν στον σατυρικό του χαρακτήρα, ενώ η πολιτισμική κριτική ειδικότερα για την λογοτεχνία και την νεοελληνική εκδοτική πραγματικότητα, αναδύεται οξυδερκής: «Εκατοντάδες δεν ήταν οι εκδότες που χρόνια και χρόνια πριν από την πανδημία βιοπορίζονταν σχεδόν αποκλειστικώς με το να τυπώνουν επί χρήμασι σε ταρίφες εξωφρενικές οποιοδήποτε πόνημα ξεβραζόταν ως τον εκδοτικό οίκο τους από συγγραφείς και ποιητές που η μεθοδολογία τους υπερτερούσε της τσιγγουνιάς τους;» (σελ. 268).

* Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΟΥΛΙΑΝΟΣ είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Μιχάλης Αλμπάτης γεννήθηκε το 1973 στον Ζαρό, στους νότιους πρόποδες του Ψηλορείτη. Ζει στο Ηράκλειο.

Άλλα έργα του: Η κατάλυση του χρόνου (εκδ. Νήσος, 2024) Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους (εκδ. Νήσος, 2022), Ο κώλος της Άννας (εκδ. Απόπειρα, 2018), Κάρτα ελεύθερης πρόσβασης (εκδ. Απόπειρα, 2019).

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Η νόσος των ουρητηρίων» του Μιχάλη Αλμπάτη (κριτική) – Η μεγάλη επιδημία της αφήγησης

«Η νόσος των ουρητηρίων» του Μιχάλη Αλμπάτη (κριτική) – Η μεγάλη επιδημία της αφήγησης

Για το μυθιστόρημα του Μιχάλη Αλμπάτη «Η νόσος των ουρητηρίων» (εκδ. Νήσος). Εικόνα: Από την ταινία «Μυστικό παράθυρο» (2004) του Ντέιβιντ Κεπ. 

Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης

Το 2012, στην ...

«Κιτ επιβίωσης» της Κατερίνας Σερίφη (κριτική) – Ιστορίες μακριά από ειδυλλιακά τοπία

«Κιτ επιβίωσης» της Κατερίνας Σερίφη (κριτική) – Ιστορίες μακριά από ειδυλλιακά τοπία

Για τη συλλογή διηγημάτων της Κατερίνας Σερίφη «Κιτ επιβίωσης» (εκδ. Καστανιώτη). Εικόνα: Από την ταινία «Κρέας» του Δημήτρη Νάκου. 

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

Υπάρχουν πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς που φαίνεται πως έχου...

«Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα» της Ρένας Λούνα (κριτική) – Από τις αλεπούδες στην αλεπουδίτσα

«Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα» της Ρένας Λούνα (κριτική) – Από τις αλεπούδες στην αλεπουδίτσα

Για το μυθιστόρημα της Ρένας Λούνα «Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα» (εκδ. Ίκαρος). Εικόνα: Από την ταινία «Οι ώρες» (2002) του Στίβεν Ντάλντρι, μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Μάικλ Κάνιγχαμ. 

Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Ο λόγος και ο τόπος»: Μεγάλη έκθεση του Δημήτρη Σεβαστάκη στην Αίγινα

«Ο λόγος και ο τόπος»: Μεγάλη έκθεση του Δημήτρη Σεβαστάκη στην Αίγινα

Τα εγκαίνια της έκθεσης του Δημήτρη Σεβαστάκη «Ο λόγος και ο τόπος» στη Δημοτική Πινακοθήκη της Αίγινας θα πραγματοποιηθούν το Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου, στις 19:00. Παρουσιάζονται πάνω από 60 έργα, λάδια, ακρυλικά, παστέλ, τέμπερες και σχέδια με μολύβι, πολλά από τα οποία εκτίθενται για πρώτη φορά.

...
Κλασικοί συγγραφείς, νέες φωνές, αστυνομικά, feelgood λογοτεχνία, επιστήμη, γκράφικ νόβελ: Τα βιβλία των εκδόσεων Μεταίχμιο που περιμένουμε

Κλασικοί συγγραφείς, νέες φωνές, αστυνομικά, feelgood λογοτεχνία, επιστήμη, γκράφικ νόβελ: Τα βιβλία των εκδόσεων Μεταίχμιο που περιμένουμε

Βετεράνοι και κλασικοί συγγραφείς, νέες φωνές, αστυνομικά μυθιστορήματα και feelgood λογοτεχνία, βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης και γκράφικ νόβελ: τα βιβλία που θα διαβάσουμε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το β' εξάμηνο του 2026.

Επιμέλεια: Book Press

...
Ίντα Τερέν: «Ο αγώνας για εξουσία δεν θα μας βγάλει πουθενά»

Ίντα Τερέν: «Ο αγώνας για εξουσία δεν θα μας βγάλει πουθενά»

«Πρέπει να ακούμε τις γυναίκες και τα κουίρ άτομα. Ειδάλλως, ο κόσμος απλώς θα πάψει να υπάρχει» λέει η  Ίντα Τερέν (Ida Therén), με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματός της «Η Τζουν και εγώ» (μτφρ. Γιώτα Ποταμιανού, εκδ. Βακχικόν). ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Ντόρις Λέσινγκ [Doris Lessing] «Το πέμπτο παιδί» σε νέα μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Σεπτεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Εκείνο το πρωί, ξαπλωμένη στ...

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Αστυνομικές υποθέσεις με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, δυστοπικές πραγματικότητες που όμως περιγράφουν την εποχή μας, σκοτεινές οντότητες που ξεπηδούν από τις λαϊκές αφηγήσεις: δέκα βιβλία ελληνικής πεζογραφίας που διαβάζουμε μετά το καλοκαίρι.

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλων...

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Ποιήματα που συνομιλούν με αναμνήσεις, βιώματα, μύθους, κινηματογραφικά πλάνα. Τέσσερις προτάσεις λίγο πριν από το τέλος του καλοκαιριού. Εικόνα: «Οι Λουόμενοι της Ανιέρ» (1884) του Ζορζ Σερά.

Επιλογή-παρο...

Φύλο, φύση και εξουσία: Ο οικοφεμινισμός στη λογοτεχνική αφήγηση

Φύλο, φύση και εξουσία: Ο οικοφεμινισμός στη λογοτεχνική αφήγηση

Πώς εδραιώθηκε το κίνημα του «οικοφεμινισμού» και πώς εξελίχθηκε μέσα στα χρόνια, πώς η σχέση του φύλου και της φύσης με την εξουσία παρουσιάζεται στη λογοτεχνία. Βιβλία που ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

19 Αυγούστου 2026 ΕΠΩΝΥΜΩΣ

Η γλώσσα του τόπου και η γλώσσα της γραφής

Εκτενής ανάλυση για τη συζήτηση σχετικά με τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, την ντοπιολαλιά και την έννοια της πρωτοπορίας, με αφορμή όσα γράφτηκαν πρόσφατα. Στην κεν

ΦΑΚΕΛΟΙ