
Για τη συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Μαραγκουδάκη «Κομμένη ταυτότητα» (εκδ. Εύμαρος). Κεντρική εικόνα: Ο πίνακας του Ιωάννη Ζαχαρία «Όρθιο κορίτσι» (1866-73, ελαιογραφία σε καμβά επικολλημένο σε κόντρα πλακέ, 130,4 x 86,8 εκ.).
Γράφει η Μαρία Βέρρου
Η Αικατερίνη, που ποτέ κανείς δεν την φώναζε Αικατερίνη, «[…] ρούπι δεν έκανε χωρίς ταυτότητα… Ένιωθε μια ανασφάλεια χωρίς την ταυτότητα στην τσάντα… Βέβαια, μετά τον γάμο της, η ταυτότητα δεν ήταν ολόκληρη. Ήταν κομμένη… ένα τόσο δα μικρό, δύο επί δύο εκατοστά περίπου τετράγωνο κομματάκι έλειπε από μια γωνία. Το είχαν, μετά την τελετή του γάμου, κόψει με ψαλιδάκι, όπως σε κάποιες χώρες της Αφρικής κόβουν με ξυράφι και αφαιρούν ένα μέρος ή και ολόκληρη την κλειτορίδα». (σελ. 49).
Τι νέο κομίζει η τελευταία συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Μαραγκουδάκη; Η ταλαντούχα συγγραφέας έρχεται να σαγηνεύσει τους αναγνώστες της με μία νέα συλλογή διηγημάτων, ένα μικρό τόμο έντεκα ιστοριών που καλύπτουν την περίοδο από τη δεκαετία του 1950 έως τις μέρες μας. Μέσα από τους «σκοτεινούς της μικρόκοσμους», εξετάζει τη ανθρώπινη εμπειρία και τις διαφορετικές εκφάνσεις της ταυτότητας στη σύγχρονη εποχή. Σκοτεινές πιέσεις, απώλειες, αναμνήσεις, προσδοκίες και διαψεύσεις αφυπνίζουν τους χαρακτήρες και καθορίζουν τις πράξεις τους.
Ο Τέρυ Ίγκλετον, στο βιβλίο του για τον ρεαλισμό, υποστηρίζει ότι η ρεαλιστική λογοτεχνία δεν περιορίζεται μόνο στο «τι συνέβη» αλλά στο τρόπο που οι κοινωνικές συνθήκες και οι ψυχικοί μηχανισμοί, μέσα από τα γεγονότα και τις εμπειρίες, συγκροτούν τους χαρακτήρες, διαμορφώνοντάς τις σχέσεις αλληλεξάρτησης ανάμεσα στο άτομο και το περιβάλλον. Υπό αυτό το πρίσμα, τα διηγήματα της συλλογής, μέσα από μεταφορές, συμβολικές εικόνες και συλλογικές δοξασίες που αποκτούν σχεδόν υλική υπόσταση, φωτίζουν τόσο την ψυχολογική όσο και την κοινωνική διάσταση του βιώματος, καθώς οι μνήμες και οι ανείπωτες επιθυμίες αφήνουν τα ίχνη τους πάνω στα πρόσωπα και τα πράγματα. Οι ήρωες παρακολουθούνται στις πιο εύθραυστες στιγμές τους, στη ρωγμή ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, εκεί όπου η καθημερινότητα διαποτίζεται από μια αδιόρατη αίσθηση νοσταλγίας και φθοράς.
Με μια γραφή που συνδυάζει τη ρεαλιστική παρατήρηση με μόλις διαφαινόμενες λυρικές αποχρώσεις, η συγγραφέας μετατρέπει τις μικρές ιστορίες των ανθρώπων σε φορείς μιας ευρύτερης συλλογικής εμπειρίας· σαν ν’ αναδύονται από τις σελίδες ψίθυροι παλιών ζωών, που, παρά τη σιωπή του χρόνου, εξακολουθούν να πάλλονται κάτω από την επιφάνεια του κόσμου. Η πραγματικότητα δεν περιορίζεται στα εξωτερικά γεγονότα, αλλά στο αποτύπωμα που αφήνει η μνήμη, το τραύμα, οι συλλογικές δοξασίες και οι αθέατες δυνάμεις, στη διαμόρφωση του ανθρώπινου βιώματος. Με αυτόν τον τρόπο, το φαντασιακό και το συμβολικό δεν λειτουργούν ως απόδραση από το πραγματικό, αλλά ως μέσο βαθύτερης αποκάλυψής του.
«Ο πατέρας της επιπλέον, είχε αποφασίσει να αποκατασταθεί και να αποκαταστήσει με παπά και με κουμπάρο την ετεροθαλή αδελφή της» (σελ. 46) και καθώς αυτή εγγράφεται στο υποσυνείδητο των ηρώων, καθορίζει σχεδόν μηχανικά τη συνέχεια των πράξεών τους. «Δεν έφταιγε η Κυρία που ο πατέρας της δεν πρόφτασε να πραγματοποιήσει καμία από τις αποφάσεις του. Τα αυτοκίνητα έτρεχαν δαιμονισμένα κι εκείνος έπεσε φαρδύς πλατύς στο οδόστρωμα […] Αυτή ένα ελαφρύ σαν χάδι σπρωξιματάκι τού έκανε» (σελ. 46).
Κεντρική θέση στη σκέψη του Eagleton κατέχει η έννοια της συμπόνιας, η οποία δεν ταυτίζεται με το συναίσθημα της λύπης, αλλά συνιστά μια βαθύτερη κατανόηση του άλλου μέσα από τη λογική και ηθική επεξεργασία. Έτσι, ο αναγνώστης καλείται να προσεγγίσει χαρακτήρες στους οποίους η απώλεια, η κοινωνική πίεση ή η εσωτερική διάσπαση αποδίδουν πράξεις που αποκτούν νόημα μέσα από τις συνθήκες που τους περιβάλλουν. Οι διαδρομές τους δεν παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα τυχαίων επιλογών, αλλά ως προϊόν ενός σύνθετου πλέγματος εμπειριών, σχέσεων και ψυχικών διεργασιών. Η συμπόνια μέσα από το φίλτρο της λογική κατανόησης, αναδεικνύει την ανθρώπινη συμπεριφορά ως πεδίο όπου συναίσθημα και σκέψη λειτουργούν συμπληρωματικά, χωρίς να χρειάζεται το ένα να δικαιολογήσει το άλλο.
«Το Γιαννιό ήτανε στα πέντε, διψούσε συνέχεια, […] χεζότανε απάνω του όταν η μάνα δεν το προλάβαινε και τις νύχτες, αν δεν το σήκωνε στον πρώτο ύπνο να κατουρήσει […] οι κουβέρτες δε στέγνωναν ως το επόμενο βράδι». Για να συνεχίσει πιο κάτω «Πριν βγει το πρώτο άστρο, επέστρεψε το Μαριό με τον κουβά γεμάτο νερό και δίχως το Γιαννιό. […] Το Γιαννιό; ρώτησε η μάνα. Διψούσε συνέχεια και του ’πα να πιει νερό μέσα από το πηγάδι…». (σελ. 20-21).
Η γλώσσα της συλλογής χαρακτηρίζεται από λιτότητα, εικονοπλαστική δύναμη και συμβολική πυκνότητα. Οι μεταφορές και οι εικόνες που αντλούνται από τη φύση και τη λαϊκή παράδοση μετατρέπουν αφηρημένες έννοιες, όπως ο φόβος ή η κοινωνική προκατάληψη, σε απτές εμπειρίες. Παράλληλα αυτή παραμένει στενά συνδεδεμένη με την ψυχολογία των ηρώων, αποδίδοντας όχι μόνο τα γεγονότα αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτά βιώνονται. Έτσι, η γραφή κινείται ανάμεσα στον ρεαλισμό και σε μια διακριτική ποιητική διάσταση, χωρίς να χάνει την κοινωνική της αναφορά. Έξοχο παράδειγμα το διήγημα «Ο Τζέιμς Ντιν με περίμενε».
«Τα εργαλεία που χρησιμοποιούν οι καλλιτέχνες για να μας παροτρύνουν να ενδιαφερθούμε για τους ανθρώπους που αυτοί δημιουργούν διέπουν τη δομή της σκέψης μας. Εάν τα εργαλεία τους δεν το έκαναν αυτό —εάν έρχονταν σε αντίθεση με τις νοερές ζωές μας— δεν θα επιζούσαν για πολύ».
Με εργαλεία τις λέξεις, ζεμένες στην αφηγηματική της δεινότητα η συγγραφέας δημιουργεί σύνθετους και πολυεπίπεδους χαρακτήρες, οι οποίοι, μέσα από αντιφάσεις και σιωπές, αποκαλύπτουν τις συμβάσεις που διέπουν την ανθρώπινη επικοινωνία· οι ήρωες διατηρούν την αυτονομία τους· είναι όμως πρόσωπα βαθιά ενταγμένα σε ένα πλέγμα κοινωνικών σχέσεων και πολιτισμικών προσδιορισμών. Η Μαρία Μαραγκουδάκη δεν αναζητεί εύκολες απαντήσεις· παρατηρεί με διεισδυτικότητα τις λεπτές ρωγμές της ανθρώπινης ύπαρξης και αφήνει μέσα από αυτές να διαφανεί το φως της κατανόησης. Ο αναγνώστης ολοκληρώνει την ανάγνωση έχοντας την αίσθηση ότι γνώρισε όχι μόνο τους ήρωες της συλλογής, αλλά κι ένα κομμάτι του δικού του εσωτερικού κόσμου. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική λειτουργία της λογοτεχνίας· να μετατρέπει την ατομική εμπειρία σε κοινό ανθρώπινο βίωμα και τη σιωπή των προσώπων σε έναν διαρκή διάλογο με τον αναγνώστη.
Η κομψή και επιμελημένη έκδοση από τον «Εύμαρο» ολοκληρώνει την αρτιότητα του βιβλίου.
* Η ΜΑΡΙΑ ΒΕΡΡΟΥ είναι συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Μαρία Εμ. Μαραγκουδάκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Μαθηματικά και εργάστηκε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Έστω ότι.. (Οδός Πανός, 2010), τη συλλογή διηγημάτων Μηδενική γωνία (Εύμαρος, 2017), το θεατρικό έργο Μαύρο Γιασεμί (Εύμαρος 2019) και το βιβλίο Διπλή Όψη (2020). Συμμετείχε στην περιοδική έκδοση diPgeneration 2017 (Μανδραγόρας, 2017) και στο συλλογικό έργο Εννέα όγδοα (Εύμαρος, 2018). Δημοσιεύει στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.























