
Για τη νουβέλα του Νίκου Παπαδόπουλου «Χόρτασα δεν χόρτασα» (εκδ. Ενύπνιο). Στο εξώφυλλο, λεπτομέρεια από το αγγλικό εξώφυλλο του μυθιστορήματος του Πέρσιβαλ Έβερετ «Η θεραπεία του νερού».
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Ο αφηγητής δεν φαίνεται αναξιόπιστος. Μάλλον φαίνεται ένας πολύ φυσιολογικός άνθρωπος, ο οποίος βέβαια αισθάνεται μια κάποια αμηχανία. Και λίγο άγχος. Μέσα στο μυαλό του κλωθογυρίζει σκέψεις και ερωτήματα, τόσο για την πρώην ερωμένη του όσο και για τον εαυτό του. Κι αυτό γιατί μια πρόσκλησή της, μετά από τέσσερα χρόνια χωρισμού, δεν τη λες και αναμενόμενη, ειδικά μετά από λόγια μίσους που είχαν ανταλλάξει. Αλλά προφανώς ο χρόνος αλλάζει τους ανθρώπους και θεραπεύει πληγές...
Ο αναγνώστης, μπαίνοντας στη νουβέλα του Νίκου Παπαδόπουλου (γενν. 1994), παρακολουθεί τη σκέψη του πρωταγωνιστή μέσα από την εσωτερική οπτική γωνία του, που παραμένει αμετάβλητη σε όλο το κείμενο. Μέσω αυτής, λοιπόν, ξεδιπλώνεται το παρόν, που αφορά τη συνάντησή του στο σπίτι της πρώην συντρόφου του και τις αμυδρές (ή κάτι παραπάνω) προσδοκίες του για μια ερωτική επανασύνδεση ή έστω μια νύχτα, χωρίς να δίνονται –σκόπιμα– πολλά στοιχεία για το παρελθόν και τους λόγους που οδήγησαν στο άδοξο τέλος της σχέσης τους. Επομένως, το δείπνο με όλες τις άδηλες υποσχέσεις του αλλά και τα πολλά ερωτηματικά αποτελεί το κέντρο από την αρχή του βιβλίου, δημιουργώντας το κλίμα για μια (ανα)θεώρηση των ανθρώπινων σχέσεων.
Κι όντως η αναθεώρηση έρχεται, αλλά με έναν απρόσμενο τρόπο. Η οικοδέσποινα ναρκώνει τον πρώην εραστή της και έπειτα τον δένει με τάιραπ, ώστε να τον αναγκάσει να ακούσει όλα όσα έχει (εκδικητικά και ορμητικά) να του πει. Το αφηγηματικό αυτό εύρημα το συναντήσαμε –πραγματωμένο με έξοχο τρόπο– στο μυθιστόρημα του Percival Everett Η θεραπεία του νερού (μτφρ. Δ. Αθηνάκης, εκδ. Πόλις, 2013), το οποίο είχε κυκλοφορήσει στα αγγλικά ως The Water Cure το 2007. Και στα δύο έργα ο θύτης, που δένει το θύμα, δρα εκδικητικά, προκειμένου να βγάλει από μέσα του τα απωθημένα και να τιμωρήσει λεκτικά ή και σωματικά τον άλλον.
Εν προκειμένω, η γυναίκα της νουβέλας ξερνάει με πάθος όλη της την αγανάκτηση για όσα μισογυνικά και σεξιστικά υφίστατο από τον άντρα, όσο ήταν οι δυο τους εραστές. Με βάση τη δική της εστίαση, που δίνεται μέσα από τα λόγια της και διασταυρώνεται στο μυαλό του αφηγητή με τον δικό του λόγο, ο πρώην εραστής της την εκμεταλλευόταν σεξουαλικά, εκτονώνοντας πάνω της ορμές πέρα από τα όρια της συναίνεσης και μάλιστα εκθέτοντάς την μπροστά σε άλλους. Τα παιχνίδια που αυτός θεωρούσε φυσιολογικά ξεπερνούσαν συχνά το όριο και γίνονταν εξευτελισμοί και ίσως βιασμοί.
Θα μπορούσε κάποιος να εκλάβει τη σύγκρουση ως διαφορά αντίθετων οπτικών γωνιών σε μια σχέση έρωτα και πάθους. Ωστόσο, νομίζω, η εστίαση της γυναίκας υπερτερεί και προβάλλει το όριο της μη συναίνεσης, την ακούσια –παρότι φαινομενικά εκούσια– αποδοχή της ανδρικής επιβολής σε μια σεξουαλική σχέση και εντέλει το πώς η ακρότητα στην ηδονή δεν είναι παιχνίδι ρόλων ή έκσταση αλλά ψυχικός βιασμός. «Η έννοια της συναίνεσης στη σεξουαλική πράξη είναι αναγκαία, αλλά όχι επαρκής. Το “ναι” δεν αρκεί. Πρέπει να υπάρχει πάντοτε η πραγματική δυνατότητα του “όχι”, ανεξαρτήτως του τι πιθανόν να συμφωνήθηκε πριν ή του αν μια σεξουαλική σχέση έχει ήδη ξεκινήσει», αναφέρεται στο βιβλίο της Clara Serra Το νόημα της συναίνεσης (μτφρ. Ειρ. Οικονόμου, εκδ. Πόλις, 2026).
Η εστίαση της γυναίκας υπερτερεί και προβάλλει το όριο της μη συναίνεσης, την ακούσια –παρότι φαινομενικά εκούσια– αποδοχή της ανδρικής επιβολής σε μια σεξουαλική σχέση και εντέλει το πώς η ακρότητα στην ηδονή δεν είναι παιχνίδι ρόλων ή έκσταση αλλά ψυχικός βιασμός.
Τα όρια και η συναίνεση, το πού ξεκινά και πού σταματά η επέκταση του ενός εις βάρος του άλλου, η θέληση και η μη θέληση, η επιβολή και η αποδοχή και άλλα ανάλογα μπορεί ο αναγνώστης να τα συν-εξετάσει σε τρία βιβλία που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2025. Το ένα του Νίκου Παπαδόπουλου, το οποίο ανέλυσα παραπάνω, το άλλο της Γαλλίδας Vanessa Springora Συναίνεση (μτφρ. Γ.Κ. Μιχαηλίδης, εκδ. Μετρονόμος), που εκδόθηκε στα γαλλικά το 2020 με τίτλο Le consentement, και το πρωτόλειο μυθιστόρημα του Ευαρέστου Πιμπλή Πέρα από τη συναίνεση (εκδ. Πόλις). Ενώ το βιβλίο του τελευταίου αποτελείται από τρεις μονολόγους, που προκρίνουν τη θεωρητικοποίηση αντί της αφήγησης των γεγονότων και του απόηχού τους, με αποτέλεσμα να καταστρέφουν το μυθοπλαστικό αποτέλεσμα, η μαρτυρία της Γαλλίδας συγγραφέως ντύνει τα προσωπικά της βιώματα με μια ζεστή γλώσσα, η οποία αναδεικνύει την ψυχολογία και τη μετακυλιόμενη εφηβική ψυχοσύνθεση στη σχέση της ως ανήλικης (δεκατεσσάρων ετών) με έναν διάσημο ενήλικο συγγραφέα.
Ο προβληματισμός που στη Γαλλία βρίσκεται τα τελευταία χρόνια, σε κορύφωση αφορά το αν, πέρα από τη βέβαιη καταδίκη του βιασμού ως μη συναινετικής πράξης, υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις όπου η συγκατάθεση ισοδυναμεί με μη συναίνεση: στην περίπτωση μιας ετεροφυλόφιλης σχέσης, όπως στον Ν. Παπαδόπουλο, στην περίπτωση μιας ομοφυλόφιλης, όπως στον Ευ. Πιμπλή, και στην περίπτωση μιας σχέσης ενήλικα με έφηβη στη V. Springora. Και στις τρεις σχέσεις η γνώμη του θύματος δεν είναι η ίδια με αυτή του θύτη, αφού το πρώτο θεωρεί ότι υπάρχει ένα είδος εκμετάλλευσης, ένα είδος πίεσης, ένα είδος χειραγώγησης. Η ετεροφυλόφιλη σχέση μπορεί να ενέχει βιασμό, το ίδιο και η ομοφυλόφιλη, έστω κι αν φαινομενικά έχουμε συναίνεση, ενώ στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα της Γαλλίδας συγγραφέως μπορεί κάλλιστα να ονομαστεί παιδοφιλία (ή «εφηβοφιλία», κατά την έκφραση της Springora). Επομένως, η συγκατάθεση υπό την πίεση της ανηλικιότητας ή της ευαλωτότητας λόγω ψυχολογικών και κοινωνικών συνθηκών δεν νοείται τελικά ως συναίνεση και η νοοτροπία της κοινωνίας αλλά και η νομοθεσία πρέπει να αλλάξουν.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Τα κεφάλια τους πλέον αγγίζονταν, εκείνος ένιωθε στο χέρι του την καύτρα του τσιγάρου να καψαλίζει τα δάχτυλά του, εκείνη δάγκωνε ελαφρώς τα χείλη της καθώς συνέχιζε να του μιλάει, κοιτούσαν κι οι δυο ευθεία μπροστά, εκείνη συνέχισε να τον ρωτάει αν θυμόταν, τι θυμόταν. Εκείνος θυμόταν, αλλά δεν ήθελε να πει ότι θυμόταν, δεν ήθελε να παραδεχτεί τίποτα από όλα αυτά. Καθώς τα δάχτυλά του έπαιρναν φωτιά, έγειρε ελαφρώς το κεφάλι του, χωρίς να χαλάει τη στήριξη πάνω στο δικό της κεφάλι, έγειρε ελάχιστα μόνο […]».























