
Για τη συλλογή αυτομυθοπλαστικών διηγημάτων του Γιώργου Τσακνιά «Ουμπίκικους» (εκδ. Κίχλη).
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος τα κείμενα αυτομυθοπλασίας να εκληφθούν ως στεγνές αντιγραφές της ζωής, που εκπέμπουν ένα στείρο αυτοβιογραφισμό. Η Γαλλίδα Νομπελίστρια Ανί Ερνό κατάφερε να αποφύγει την παγίδα, καθώς παρουσίασε το βίωμα ως κέντρο πολλαπλών επάλληλων κύκλων, που ναι μεν ξεκινάνε από το «εγώ», αλλά καλύπτουν το κοινωνικό και το ηθικό. Ο Γιώργος Τσακνιάς ακολουθεί ανάλογα μονοπάτια στη συλλογή του Ουμπίκικους (εκδ. Κίχλη), συνθέτοντας μικρά διηγήματα, που συνδυάζουν τον αυτομυθοπλαστικό λόγο, την αφήγηση και το δοκιμιακό σχόλιο.
Στα μικροδιηγήματά του ο συγγραφέας δεν κρύβει τον εαυτό του, την εργασία του στο Αρχείο (του ΜΙΕΤ), την οικογένειά του, τα ταξίδια του, τους προβληματισμούς του. Δεν αποκρύπτει μάλιστα μικρά αθώα κουσούρια του, όπως τη μόνιμη αφηρημάδα του, προβάλλοντας χωρίς κόμπλεξ την αφέλεια της καθημερινότητας και με φυσικότητα τα «χαζά» της ζωής, με αποτέλεσμα να εμπνέει στον αναγνώστη οικειότητα. Η άνεση μέσα στο απλό ιδιωτικό και το χιούμορ, με το οποίο ο διηγηματογράφος διαπερνά τα αφηγημένα στιγμιότυπα και ενίοτε σαρκάζει τον εαυτό του, ρίχνουν γέφυρες στον αναγνώστη, υποβάλλοντάς του την υπόγεια διάθεση να τον γνωρίσει. Και συνάμα αυτή η λοξή ενίοτε ματιά μέσα στην ελλαδική κοινωνία ή στην παγκόσμια σκηνή φωτίζει, με το μειδίαμα της κάμερας, μικρά στραβά και παράλογα.
Δεν ξεφεύγει από το συνηθισμένο, ούτε επιζητεί πάντα να αποτελέσει συνεκδοχικά βάση για μια ευρύτερη κατανόηση της ζωής, αλλά δίνει έναν αθώο καρναβαλικό τόνο, μια σκανδαλιά μέσα στις αντιφάσεις της πραγματικότητας και προσδίδει στο χαμηλό τη μαχαιριά του ακαριαίου.
Πέρασα ήδη στον βασικό άξονα της συλλογής, που είναι το απρόσμενο, όχι το ακραίο και το φανταστικό, αλλά το καθημερινό, το οποίο ξεμυτίζει μέσα στη ρουτίνα και ανατρέπει την επίπεδη επιφάνεια της μέρας. Δεν ξεφεύγει από το συνηθισμένο, ούτε επιζητεί πάντα να αποτελέσει συνεκδοχικά βάση για μια ευρύτερη κατανόηση της ζωής, αλλά δίνει έναν αθώο καρναβαλικό τόνο, μια σκανδαλιά μέσα στις αντιφάσεις της πραγματικότητας και προσδίδει στο χαμηλό τη μαχαιριά του ακαριαίου. Μπορώ να παραδεχτώ ότι μερικές φορές θυμίζει την αισθητική αναρτήσεων στα κοινωνικά δίκτυα, που ρίχνουν τον προβολέα στο θαυμαστό μόνο για να κερδίσουν likes, αλλά αυτό δεν θολώνει το γενικότερο στίγμα της συλλογής, που δεν αφήνει το παράδοξο να γίνει εφέ.
Όταν το οικείο σερβίρεται απλά και ανεπιτήδευτα
Σε τι συνίστανται αυτές οι φωτεινές χαραμάδες; Λ.χ. η παιδική ματιά, αυτή της μικρής κόρης του αφηγητή, σπαθίζει το μουντό τοπίο των ενηλίκων, υπονομεύει τη λογική του διανοούμενου πατέρα της και ξενίζει ευχάριστα. Από την άλλη, τα ταξίδια, στην Ελλάδα ή συχνά στο εξωτερικό, και οι θαλασσινοί πλόες αποτελούν διόδους διαφυγής, αλλά και μέσα επαφής με το πολιτισμικό Άλλο, το οποίο ξαφνιάζει, κλονίζει πρόσκαιρα την ελληνική κοσμοαντίληψη και παρουσιάζει το αλλότριο μέσα στην πολύτροπη ποικιλία της παγκοσμιοποίησης. Η κοινωνιολογική ματιά του αφηγητή, που είναι ταυτόχρονα και ταξιδιώτης, ξαναδοκιμάζει τα πιστεύω του και μαζί παρασέρνει τον αναγνώστη να αναθεωρήσει ελαφρά την ανθρωπολογική του κλίμακα.
Δεν λείπουν οι διακειμενικές αναφορές σε συγγραφείς και κείμενα, οι απρόοπτες συναντήσεις με γραπτά του παρελθόντος που τέμνουν το σήμερα με τον δικό τους τρόπο, τα βιώματα με τον πατέρα του Σπύρο Τσακνιά και η πνευματική καθημερινότητα του Γιώργου, η μνήμη και ο συνειρμός, η φωτογραφία ως αποτύπωση της στιγμής, η οποία όμως δεν παύει να φλερτάρει με ένα είδος αθανασίας, το κοινωνικό σχόλιο που δείχνει ότι δεν είναι όλα αυτονόητα, αναμενόμενα, συνηθισμένα και πλήρως αποδεκτά.
Μπορώ να πω ότι χάρηκα τα κείμενα του Γ. Τσακνιά και τα διάβασα όχι με την απόλυτη έκπληξη του αλλότροπου, αλλά με την άνεση του οικείου που σερβίρεται απλά και ανεπιτήδευτα, επανασυστήνοντας τον εαυτό του.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο
Είμαστε οι δυο μας στο αυτοκίνητο. Από πίσω, από το παιδικό καθισματάκι, ακούγεται η ελαφρώς βαριεστημένη ερώτηση:
- Πού πάμε;
- Στον παιδότοπο.
- Είναι μακριά;
- Είναι στο Χαλάνδρι. Τώρα είμαστε στο Νέο Ψυχικό, σε λίγο θα είμαστε στο Χαλάνδρι
- Σήμερα είναι Χαλάνδρι;
- Το «σήμερα» είναι χρονικός προσδιορισμός και το «Χαλάνδρι» τοπικός. Λοιπόν, σήμερα είναι Τετάρτη και σε λίγο θα είμαστε στο Χαλάνδρι.
Κοιτάζει την κίνηση έξω από το παράθυρο.
-Κι αυτά τα αυτοκίνητα είναι στην Τετάρτη;
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γιώργος Τσακνιάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Σπούδασε Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου και ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στην έδρα Ιστορίας και Πολιτισμού των Σλαβικών Λαών. Εργάζεται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο του ΜΙΕΤ. Έχει μεταφράσει λογοτεχνικά βιβλία από τα αγγλικά και από τα ρωσικά. Ασχολείται επίσης με τη φωτογραφία και έργα του έχουν εκτεθεί σε ομαδικές και ατομικές εκθέσεις.

Από τις εκδόσεις Κίχλη κυκλοφορεί το βιβλίο του Η πίπα του Στάλιν και άλλα (αντι)σοβιετικά ανέκδοτα (2018). Έχει επίσης γράψει το Λεξικό (αντι)τρομοκρατικό, χρηστικό και ευσύ-νοπτο (Στιγμή, 2002), καθώς και δύο βιβλία για παιδιά: Μια φορά κι έναν καιρό, ένα πόδι… (Πατάκης, 2017) και Ένα καλαμάρι επιθυμεί να πάει στο φεγγάρι και άλλες ποιητικές ιστορίες (Παπαδόπουλος, 2024).





















