
Για τη συλλογή διηγημάτων του Ηφαιστίωνα Χριστόπουλου «Ντιμινουίτες για αγίους» (εκδ. Εστία).
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Αν υπάρχει ένας άξονας που να διαπερνά και να συνδέει τα εννέα διηγήματα της συλλογής Ντιμινουίτες για αγίους του Ηφαιστίωνα Χριστόπουλου αυτός είναι με σιγουριά η τέχνη, και ειδικότερα η μουσική. Έτσι, απέναντι στις πολιτικές πιέσεις, στα κοινωνικά δρώμενα και στις υπαρξιακές ανησυχίες, η τέχνη έρχεται να εγερθεί ως αντίβαρο σε όλα αυτά, είτε τελικά καταφέρει να πετύχει τον στόχο της είτε όχι.
Σε μια εναλλακτική ιστορία, οι Ναζιστές συνεχίζουν να κυβερνούν στη Γερμανία και μετά τον Χίτλερ, και επιτρέπουν σε μια εκκεντρική καλλιτέχνιδα να εκθέσει τα «αντικυβερνητικά» της εκθέματα, γιατί όλοι ξέρουν ότι «Τίποτα δεν αλλάζει» («Κρεμάστε τον Κορνίλοφ»). Σε άλλο διήγημα («Η Λιλίτ τραγουδάει») η γυναίκα που προσέχει τη γηραιά κυρία τραγουδάει στη γλώσσα της, με αποτέλεσμα, όταν η οικοδέσποινα πεθαίνει, να γυρίζει στο σπίτι της μαγεμένο στοιχειό που δελεάστηκε από τη μουσική. Από την άλλη, η Τζοάνα, μετά την αυτοκτονία του διάσημου άνδρα της, μένει με την ατροφική κόρη της και στοιχειώνεται από ένα τριχωτό ανθρωπάκι, δεινά τα οποία ξορκίζονται, όταν αυτή επιστρέφει στη μουσική («Νύχια στο γυαλί»).
Στη συνέχεια, η Μαριάνθη ξεφεύγει από τη ζωή της ως πόρνης-τραγουδίστριας σε μια νταλίκα, της οποίας ο οδηγός έχει κι αυτός τα δικά του μυστικά («Ο θεός της Μαριάνθης θα έρθει αύριο»). Η death metal και όλα τα συναφή είδη κανοναρχούν το κλίμα και τη θανατολάγνα ατμόσφαιρα του διηγήματος με τίτλο «Τρεις τομές στην αριστερή έξω σφαγίτιδα του Μιλτιάδη Καρνέζη», όπου ο Πάνος, η Νίκη και ο Μίλτος εμπλέκονται σε μια ζοφερή νύχτα αίματος και μουσικής παράκρουσης, ομοφυλόφιλου έρωτα, ναρκωτικών και… μιας τριπλής τομής στον λαιμό. Στο «Μισό ημιτόνιο εκτός» το τραγούδι των φαλαινών προκαλεί σε απάντησή του το τραγούδι των ανθρώπων, στο «Φρικτό βήμα του Σωτήρος» ο Ζώης, που λόγω της αμαρτίας του μαθαίνει να ψέλνει, συναντά σε μια έρημη ακτή μια γυμνή γυναίκα, και παραδόξως, παρά τις ηθικές αντιλήψεις του καθενός, καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλο χάρη στη μουσική, στο «Μια ξυραφιά καράβια» ο πρωταγωνιστής σκαρώνει μια μελωδία για να την ακούει η κλινήρης πνευμονοπαθής σύντροφός του και, τέλος, στον «Άγιο της τέφρας» ο γέρο-Σαλίμ παίζει το ουντ του πάνω στην καμένη γη, χωρίς να υπολογίζει το μάταιο της προσπάθειας.
Τα εκτενή κείμενα του Ηφαιστίωνα Χριστόπουλου, τα οποία κινούνται σε διαφορετικές μεταξύ τους κατευθύνσεις, πατάνε στον κοινό παρονομαστή της μουσικής. Περιέγραψα αναλυτικά τις ιστορίες τους, ώστε να φανούν οι ποικίλοι κύκλοι της εμπλοκής της μουσικής –ή γενικότερα της τέχνης– στη ζωή των ανθρώπων, που λειτουργεί άλλοτε ως πηγή ενθάρρυνσης κι άλλοτε ως σπαθί θανάτου.
Μια βασική λειτουργία της μουσικής είναι ότι παρόλο που φαίνεται ότι δεν επιδρά καθοριστικά στην κοινωνία, δεν αλλάζει τα δεδομένα και δεν μπορεί να διεμβολίσει τους ποικίλους ολοκληρωτισμούς, η ίδια η εξουσία δείχνει ότι υπολογίζει τους καλλιτέχνες και τον κίνδυνο που αυτοί επιφέρουν, έστω και εν αγνοία τους. Επομένως, στη διελκυστίνδα πολιτικής και τέχνης, η δεύτερη, σαν άλλος Δαβίδ, μοιάζει ανίσχυρη, αλλά κάπου βαθιά υπονομεύει με την «τρέλα» της τη φασιστική δύναμη της πρώτης.
Στη διελκυστίνδα πολιτικής και τέχνης, η δεύτερη, σαν άλλος Δαβίδ, μοιάζει ανίσχυρη, αλλά κάπου βαθιά υπονομεύει με την «τρέλα» της τη φασιστική δύναμη της πρώτης.
Το δίπολο τέχνη-εξουσία είναι ένα από τα πολλά που θέτει μέσω της μυθοπλασίας του ο Χριστόπουλος, ένα άλλο είναι η αναγωγή της μουσικής σε κυματοθραύστη απέναντι στη φθορά, την αρρώστια, τον θάνατο. Ο άνθρωπος που ταλαιπωρείται από την ασθένεια, ο άλλος που πενθεί τον δικό του άνθρωπο, ο τρίτος που θρηνεί τη γη του κ.λπ. βρίσκουν στη μελωδία εκείνο το βάλσαμο, την απέλπιδα ελπίδα, το λυτρωτικό παυσίπονο, όχι για να λύσουν τα προβλήματά τους, αλλά να τα προσεγγίσουν με πιο ανακουφιστικούς τρόπους.
Η επαφή με τη φύση και κυρίως η σχέση έλξης και άπωσης που στήνει ο άνθρωπος με τον Θεό είναι το τρίτο δίπολο. Η μουσική είτε οδηγεί το άτομο να ξαναβρεί τον δρόμο προς έναν αόρατο Θεό, είτε να επαναστατήσει και να ορθώσει ανάστημα απέναντί του. Η θρησκευτικότητα που φαίνεται σε μερικά διηγήματα δεν είναι μια πειθήνια υπακοή στο θέλημά Του, αλλά μια πράξη αναζήτησης, αυτογνωσίας, θρησκευτικής ανησυχίας, την οποία η μουσική ερεθίζει, εξάπτει και κορυφώνει.
Διαβάζουμε μια εξαιρετική συλλογή διηγημάτων. Όχι τόσο επειδή μας φέρνει σε επαφή με τη μουσική, όπως θα την έβλεπαν μόνο οι μουσικόφιλοι. Όχι μόνο επειδή τα θέματά της άπτονται της ανθρώπινης ανάγκης να ξαναβρούμε τρόπους προσπέλασης του ορατού και του αόρατου κόσμου. Όλα αυτά ισχύουν, αλλά πολύ περισσότερο μας θέλγει που κάθε διήγημα λειτουργεί σαν μια μικρογραφία μυθιστορήματος, με την πολυπλοκότητά του, τις πολλές οπτικές γωνίες, τους ποικίλους χαρακτήρες και τις ανατροπές που επιφυλάσσονται. Έτσι, η γραφή μέσα σ’ αυτά σαν θάλασσα φουσκώνει και υποχωρεί, πάλλεται και κυματίζει με έναν αξιοπρόσεκτο ρυθμό ίσως μουσικής αρμονίας, ο οποίος σαγηνεύει τον αναγνώστη να παρακολουθήσει τα πάνω και τα κάτω, τις πλημμύρες και τις αμπώτιδες της αφήγησης και της δράσης.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το διήγημα «Φρικτό βήμα του Σωτήρος»
«Μόλις την είδε να βγαίνει τσίτσιδη απ’ τα νερά, σφάλισε τα μάτια, γύρισε από την άλλη κι έπεσε στα γόνατα κι έπιασε να σταυροκοπιέται. “Κύριε Ιησού Χριστέ, Θεού Υιέ, ελέησέ με τον αμαρτωλόν. Κύριε Ιησού Χριστέ, Θεού Υιέ” έλεγε και ξανάλεγε, μα όσο κι αν προσευχόταν, όσο κι αν λαχταρούσε το σκοτάδι να σκεπάσει τον νου του, η εικόνα της παρέμενε εκεί, σαν τους λεκέδες απ’ τα λιωμένα κεριά στο πάτωμα του ναού, που δεν έφευγαν όσο κι αν τους έτριβε, κι όσο την έβλεπε με τα μάτια του μυαλού του, όλο και θυμόταν, κι όλο καταλάβαινε πως ο άγιος του ’χε στείλει πειρασμό για να τον δοκιμάσει»·























