
Για τη νουβέλα του Γιάννη Νικολούδη «Κόκκινο φαράγγι» (εκδ. Πατάκη).
Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης
Υπάρχει μια σκηνή στη νουβέλα του Γιάννη Νικολούδη Κόκκινο φαράγγι που δύσκολα αφήνει τον αναγνώστη ήσυχο: ο άντρας στο φαράγγι, τραυματισμένος, με τη σάρκα στο κεφάλι σαν πατημένο λουλούδι, να κοιτάζει τα χέρια του σαν να μην του ανήκουν. Δεν είναι η βία αυτή καθαυτή που αιφνιδιάζει, είναι ο τρόπος που το τοπίο τον απορροφά αθόρυβα, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Αυτή η αίσθηση διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο και καθορίζει τη σχέση του αναγνώστη με αυτό που διαβάζει.
Το Κόκκινο φαράγγι υπερβαίνει τα όρια της τυπικής νουβέλας επαρχιακού ρεαλισμού. Από την πρώτη σελίδα, ο αναγνώστης υποβάλλεται σε μια καθαρά σωματική δοκιμασία που προηγείται της όποιας ανάγκης για κατανόηση της πλοκής. Η ανάγνωση προχωράει μέσα από κίνηση, αναπνοή και οργανική κόπωση, όχι μέσα από ψυχολογική εσωτερικότητα. Οι χαρακτήρες κινούνται στο τοπίο όπως avatars σε ένα ψηφιακό περιβάλλον όπου η ωμή δράση κυριαρχεί πάνω στην ηθική επεξεργασία. Και το τοπίο, αδιάφορο και απορροφητικό, δεν κρατά μνήμη.
Η νουβέλα ακολουθεί παράλληλες αφηγηματικές γραμμές. Τρεις έφηβοι με ψευδώνυμα online gaming και ένας άντρας που ξυπνά τραυματισμένος στο φαράγγι, προσπαθώντας να θυμηθεί ποιος είναι. Η σύγκλισή τους δεν αποκαλύπτεται γραμμικά αλλά σπειροειδώς, μέσα από στρώματα χρόνου και αφηγηματικές εστίες που αλλάζουν χωρίς προειδοποίηση. Η βία που ασκούν οι έφηβοι πάνω του, η εκούσια ή μη εξαφάνισή του, φιλτράρονται μέσα από μαρτυρίες, αναδρομές και θραύσματα μνήμης. Περισσότερο από την ίδια την πράξη της βίας, το κείμενο αναζητά τις προϋποθέσεις που την καθιστούν δυνατή: την αποξένωση και τη σταδιακή μετατροπή του σώματος σε αντικείμενο και τελικά σε κάτι που ο τόπος μπορεί να καταπιεί χωρίς ίχνος.
Ο τόπος που καταπίνει
Στην ελληνική λογοτεχνική παράδοση η ύπαιθρος λειτούργησε συχνά ως πεδίο ηθικής καθαρότητας ή σκληρής αλλά δίκαιης μοίρας. Ο Νικολούδης κόβει κάθε δεσμό με αυτή την παράδοση. Το φαράγγι δεν εξαγνίζει και δεν κρίνει, απλώς απορροφά. Η βία ενσωματώνεται στη γεωλογία του τόπου όπως η βροχή ή η διάβρωση του εδάφους. Χάνει τον χαρακτήρα της παρέκκλισης και αποκτά τη φυσικότητα του αναπόφευκτου.
Οι τρεις έφηβοι είναι τα αναπόφευκτα προϊόντα μιας κοινωνικής δομής που εκπαιδεύτηκε συστηματικά να μην βλέπει. Το χωριό γεννά τη σιωπή και ανατρέφει τους πιστούς της φρουρούς.
Αυτή η λογική φτάνει στο αποκορύφωμά της με τη στάση της κοινότητας απέναντι στα γεγονότα. Η σιωπή είναι η ηθική ραχοκοκαλιά της, μια ενεργητική και ιδρυτική λήθη που ορίζει την επιβίωσή της. Οι τρεις έφηβοι είναι τα αναπόφευκτα προϊόντα μιας κοινωνικής δομής που εκπαιδεύτηκε συστηματικά να μην βλέπει. Το χωριό γεννά τη σιωπή και ανατρέφει τους πιστούς της φρουρούς. Ο αναγνώστης εγκλωβίζεται έτσι σε μια ανησυχητική θέση. Γίνεται θεατής και συνένοχος ταυτόχρονα, μετέχοντας σε κάτι που δεν επέλεξε και δεν μπορεί εύκολα να αποτινάξει.
Αφηγηματική δομή: η κατακερματισμένη αλήθεια
Ο Νικολούδης οργανώνει το κείμενο μέσα από μια ελεγχόμενη αφηγηματική αποδιοργάνωση. Η ιστορία προχωρά μέσα από στρώματα χρόνου που εναλλάσσονται χωρίς σήμανση: παρόν δράσης, αναδρομές, μαρτυρίες σε μορφή αστυνομικής κατάθεσης, αποσπάσματα σημειωματάριου, θραύσματα μνήμης. Η δομή αυτή παραπέμπει σε ανακριτικό αρχείο, με τη διαφορά ότι η ανάκριση επεκτείνεται πέρα από τα γεγονότα, αγγίζοντας την ίδια την ηθική τους υπόσταση.
Η γραφή του Νικολούδη στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις αισθήσεις. Η αφή, η όραση και η οσμή κυριαρχούν, μεταφέροντας τα γεγονότα απευθείας στο σώμα του αναγνώστη.
Ιδιαίτερη θέση κατέχει το σημειωματάριο του άντρα. Δύο αποσπάσματα ξεχωρίζουν. Το πρώτο ανασύρει μια παιδική μνήμη: «με σήκωνε στους ώμους και μπαίναμε κρυφά στο φαράγγι και καθόμασταν δίπλα από το ποτάμι, στην αμμουδερή κοίτη, εκείνος κι εγώ, και ακούγαμε το νερό να κυλάει και μου μιλούσε αργά και προσεκτικά και ψιθυριστά», ο ίδιος τόπος που αργότερα θα τον καταπιεί. Το δεύτερο, γραμμένο μέσα στο πατρικό σπίτι λίγο πριν την εξαφάνιση: «το νιώθω, ο αδερφός μου σβήνει. Η μορφή του συρρικνώνεται και κάτι μέσα μου παίρνει κουράγιο», μια εικόνα ψυχικής διάλυσης που θα χωρούσε άνετα σε ποίημα. Τα δύο αυτά αποσπάσματα λειτουργούν ως αντίβαρο στην αισθητηριακή υλικότητα της κεντρικής αφήγησης. Το ένα επίπεδο αγγίζει τον κόσμο, το άλλο σβήνει μέσα σε αυτόν.
Οι μαρτυρίες της Χ.Κ. και του μεσίτη εισάγουν ένα ημι-ανακριτικό πλαίσιο που απομακρύνει τον αναγνώστη από τα γεγονότα ακριβώς τη στιγμή που τα αποκαλύπτει. Αυτή η απόσταση δεν αποψύχει τη δράση, αφού της δίνει το στίγμα του αναπόφευκτου, του ήδη-συμβάντος, του παρελθόντος που επιβαρύνει το παρόν.
Γλώσσα και υφολογία
Η γραφή του Νικολούδη στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις αισθήσεις. Η αφή, η όραση και η οσμή κυριαρχούν, μεταφέροντας τα γεγονότα απευθείας στο σώμα του αναγνώστη. Όταν περιγράφει τον τραυματισμένο άντρα με τη σάρκα που «μοιάζει σαν πατημένο λουλούδι», ο συγγραφέας εκμηδενίζει την απόσταση του βλέμματος. Το σώμα είναι το μοναδικό μέσο αντίληψης της πραγματικότητας.
Ο Νικολούδης δεν διακρίνει ανάμεσα στη μεγάλη και τη μικρή βία· και οι δύο κατοικούν στο ίδιο σωματικό σύμπαν.
Αυτή η λογική δεν αφορά μόνο τον άντρα. Υπάρχει μια σκηνή που δεν έχει καμία αφηγηματική «αναγκαιότητα» και ακριβώς γι' αυτό είναι αποκαλυπτική: ο Snake φτύνει πάνω σε ένα μυρμήγκι και το παρατηρεί να παραπατά μέσα στη φούσκα από σάλιο. Καμία συνέπεια, καμία σχολιαστική φωνή. Η σκηνή υπάρχει μόνο ως αίσθηση, και αυτό είναι το σημείο. Ο Νικολούδης δεν διακρίνει ανάμεσα στη μεγάλη και τη μικρή βία· και οι δύο κατοικούν στο ίδιο σωματικό σύμπαν.
Η συντακτική δομή υπηρετεί αυτή την επιλογή. Η εκτεταμένη μακροπερίοδος, με τις αλλεπάλληλες παρεμβολές και τους μετοχικούς σχηματισμούς, δημιουργεί έναν ρυθμό αδύνατο να επιταχυνθεί. «Κοιτώντας», «σπρώχνοντας», «ανακινώντας» – η πρόταση παραμένει ανοιχτή, η κίνηση συνεχίζεται χωρίς οριστική κατάληξη. Αυτός ο ρυθμός της αναστολής είναι μορφολογικό ανάλογο της ηθικής αναστολής των χαρακτήρων. Κανείς δεν αποφασίζει, όλοι απλώς συνεχίζουν να κινούνται.
Η γλωσσική ετερογένεια ως πολιτική
Ένα από τα πιο εκλεπτυσμένα στοιχεία της νουβέλας είναι η πλήρης απόρριψη του ενιαίου λογοτεχνικού τόνου. Η αφήγηση εναλλάσσει ένα υψηλά επεξεργασμένο λογοτεχνικό ύφος με ωμή εφηβική αργκό -«μπαμ, μπαμ, μαλάκα μου», «γαμηθείτε κα οι δύο», «σκάσε, μωρή, επιτέλους»- χωρίς να εξηγεί και χωρίς να υπολογίζει. Δύο διαφορετικοί κόσμοι συναντιούνται στο ίδιο τοπίο. Η λυρική γλώσσα της φύσης και της μνήμης συγκρούεται με την ωμή, επίπεδη ορολογία της ψηφιακής εφηβείας. Ο Νικολούδης αποφεύγει να δώσει προτεραιότητα σε κάποιο από τα δύο. Τα αφήνει σε διαρκή ένταση, αναδεικνύοντας το χάσμα ανάμεσα στη λυρική ανάμνηση και την κυνική πραγματικότητα.
Το θύμα αντιμετωπίζεται ως avatar χωρίς εσωτερικότητα, ένα εμπόδιο που πρέπει να εξουδετερωθεί για να ολοκληρωθεί η πίστα.
Στο επίκεντρο αυτής της έντασης βρίσκονται τα gaming ψευδώνυμα. Η σκηνή που τα γεννά είναι αποκαλυπτική στην ελαφράδα της. Η Foxy ένα απόγευμα, με τσιγαριλίκι στο στόμα, «λέγοντας, Darkking, Snakeskin, σαν να έδινε στον καθένα ένα χρίσμα, αποφασίζοντας ταυτόχρονα για το δικό της όνομα, τσιρίζοντας από ενθουσιασμό». Μια παιδική στιγμή, σχεδόν αθώα. Αυτή η ελαφράδα όμως είναι ακριβώς το χάσμα που ο Νικολούδης εκμεταλλεύεται γιατί τα ονόματα αυτά δεν είναι απλή ανωνυμία. Είναι προσωπεία που επιτρέπουν στους εφήβους να δρουν με όρους «αποστολής» και όχι κοινωνικής ευθύνης. Το θύμα αντιμετωπίζεται ως avatar χωρίς εσωτερικότητα, ένα εμπόδιο που πρέπει να εξουδετερωθεί για να ολοκληρωθεί η πίστα. Στον κόσμο του Νικολούδη η οθόνη έχει καταρρεύσει αλλά η ψυχική αποσύνδεση παραμένει.
Η παγίδα της ηθικής ουδετερότητας
Η σταδιακή ακύρωση των ηθικών αντιστάσεων επιτυγχάνεται μέσα από μια πλήρη σωματική εμβύθιση. Ο αναγνώστης παύει να παρακολουθεί τη βία από την ασφαλή απόσταση του παρατηρητή και βρίσκεται ξαφνικά μέσα στο νερό, στη λάσπη, μοιραζόμενος την κούραση αλλά και το νευρικό γέλιο των ηρώων. Η πιο ανατριχιαστική εκδοχή αυτής της παγίδας βρίσκεται στην τελική σκηνή καταδίωξης. Οι τρεις έφηβοι μέσα στο ποτάμι σπρώχνονται, ρίχνουν πέτρες ο ένας στον άλλον, δένουν τις μπλούζες τους σαν κεφαλομάντηλα και βάζουν τα γέλια. Η αφήγηση σε παρασύρει στο παιχνίδι τους και μόνο σταδιακά θυμάσαι ότι κινούνται προς έναν άντρα που σκοπεύουν να σκοτώσουν.
Αυτή η διαρκής εγγύτητα θολώνει τα όρια ανάμεσα στον θεατή και τον δράστη.
Η ταύτιση αυτή ενισχύεται από την απουσία εξωτερικού κριτή. Η νουβέλα στερείται μιας φωνής που θα αξιολογούσε ή θα καταδίκαζε τα γεγονότα καθώς παραμένει προσκολλημένη στις αισθήσεις των χαρακτήρων, στην κούρασή τους, στο γέλιο τους, στον ιδρώτα τους. Αυτή η διαρκής εγγύτητα θολώνει τα όρια ανάμεσα στον θεατή και τον δράστη.
Σε αυτό το κλίμα, η ηθική αμφισημία των προσώπων περιπλέκει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Ο Dark ξεφεύγει από το στερεότυπο του «κακού», φέροντας μια δική του σκοτεινή δικαιοσύνη. Είναι αυτός που αποφασίζει, που προστατεύει, που κρατά τη συνοχή της ομάδας ακόμα και όταν όλα καταρρέουν γύρω του. Την ίδια στιγμή το θύμα παραμένει αινιγματικό μέχρι το τέλος: ένας άντρας που ήρθε να ξεφορτωθεί το παρελθόν του και το παρελθόν τον βρήκε πρώτο. Ο αναγνώστης ολοκληρώνει τη νουβέλα κουβαλώντας μια παράδοξη αίσθηση συνενοχής που δεν του ζητήθηκε και δεν μπορεί εύκολα να την αποτινάξει.
Η εξαφάνιση ως μοναδική διαθέσιμη λύτρωση
Η εξαφάνιση του άντρα στην καταληκτική σκηνή είναι η οριστική επιβεβαίωση αυτού που το βιβλίο υποστηρίζει από την πρώτη σελίδα: ο τόπος δεν αφήνει ίχνη. Τα ρούχα του άντρα στον βράχο, το αίμα στα βότσαλα που ξεπλένεται αθόρυβα από το νερό, οι τρεις έφηβοι να βουτούν και να ψάχνουν και να μην βρίσκουν τίποτα. Το σώμα έχει απορροφηθεί, όπως ακριβώς απορροφάται κάθε τι που μπαίνει σε αυτό το φαράγγι.
Ο Νικολούδης αρνείται την παρηγοριά της κάθαρσης. Δεν υπάρχει τιμωρία, δεν υπάρχει αναγνώριση, δεν υπάρχει ηθικό συμπέρασμα.
Και μετά η νύχτα πέφτει. Τα πρόσωπα των εφήβων κάτω από το αμυδρό φως μοιάζουν «σκαμμένα», «νιώθουν άδειοι, κουρασμένοι και έκπληκτοι». Αυτή η τελευταία λέξη είναι το κλειδί του βιβλίου. Όχι ενοχή. Όχι τύψεις. Έκπληξη. Σαν να περίμεναν κάτι διαφορετικό, σαν το παιχνίδι να έληξε με τρόπο που δεν προβλεπόταν από τους κανόνες που γνώριζαν.
Ο Νικολούδης αρνείται την παρηγοριά της κάθαρσης. Δεν υπάρχει τιμωρία, δεν υπάρχει αναγνώριση, δεν υπάρχει ηθικό συμπέρασμα. Υπάρχει μόνο η παραλία, η νύχτα και τρεις έφηβοι που στέκονται μπροστά στο κενό που άφησε ένας άνθρωπος και δεν ξέρουν τι να το κάνουν. Αυτή η έκπληξη είναι το πιο ανησυχητικό πράγμα που γράφτηκε στη νουβέλα. Γιατί δεν ανήκει μόνο στους εφήβους, ανήκει και στον αναγνώστη που έφτασε ως εδώ μαζί τους.
* Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. To 2021 δημιουργήθηκαν υπό την αιγίδα του οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία. Έχει εκδώσει τις συλλογές πεζογραφίας Είδωλα (2021) και Επικράτειες (2024).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γιάννης Νικολούδης γεννήθηκε το 1987 στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε Οικονοµικά στο Πανεπιστήµιο Πειραιώς.
Διηγήµατά του έχουν διακριθεί σε διαγωνισµούς. Το 2016 εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο (Άµοιρο παιδί, εκδόσεις Παράξενες µέρες). Ακολούθησε το Από χώµα και κόκαλα (εκδόσεις Σκαρίφηµα, 2021), που ήταν υποψήφιο για το βραβείο νουβέλας του περιοδικού Ο Αναγνώστης.

Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί επίσης το μυθιστόρημά του Άδειος τόπος (2023) το οποίο τιµήθηκε µε Κρατικό Βραβείο (για βιβλίο που προάγει σηµαντικά τον διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά ζητήµατα), µε το Βραβείο της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη του περιοδικού Κλεψύδρα.























