
Για το μυθιστόρημα «Επί σκοπώ πλουτισμού» (εκδ. Πόλις) της Ελισάβετ Χρονοπούλου. Κεντρική εικόνα: Άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας και της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής έχουν συλλάβει εργάτες έπειτα από μπλόκο σε εργοστάσιο της Δραπετσώνας. Οι εργάτες οδηγούνταν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου, όπου και παραδίδονταν στις γερμανικές αρχές. Από το βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη «Οι δωσίλογοι» (εκδ. Αλεξάνδρεια).
Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου
Έχει πολλές φορές διατυπωθεί η άποψη πως η ελληνική πεζογραφία επιστρέφει συνεχώς και αναλώνεται στα ιστορικά γεγονότα του εμφυλίου. Μοιάζει εγκλωβισμένη στην επανεξέταση του ίδιου τραύματος που γεννήθηκε από την περίοδο της Κατοχής. Η πρόσφατη εμφάνιση του φωτογραφικού υλικού των διακοσίων εκτελεσθέντων της Καισαριανής συνέπεσε με την κυκλοφορία του μυθιστορήματος Επί σκοπώ πλουτισμού (εκδ. Πόλις) της Ελισάβετ Χρονοπούλου, φέρνοντας στη δημόσια συζήτηση τους τρόπους διαχείρισης όχι μόνο του διαγενεακού τραύματος αλλά της ίδιας της Ιστορίας, σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου εργάζεται τα τελευταία σαράντα χρόνια ως σκηνοθέτις, σεναριογράφος και μοντέζ στον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Με δύο συλλογές διηγημάτων και μια βιογραφία στη συγγραφική της φαρέτρα δοκιμάζεται για πρώτη φορά στο είδος του μυθιστορήματος. Στη μυθοπλαστική αφήγηση της Χρονοπούλου δύο οικογένειες θα βρεθούν σε αντίπαλες πλευρές της Ιστορίας. Το παρελθόν θα εισβάλει στο παρόν διεκδικώντας ορατότητα.
Παραμονή δεκαπενταύγουστου στην ερημωμένη Αθήνα, ο Γιώργος Ασλανίδης, ακολουθώντας την καθημερινή ρουτίνα του, βρίσκεται στο πάρκο της γειτονιάς με τον σκύλο του, το μοναδικό σύντροφό του. Την ησυχία διακόπτει ο ήχος του κινητού του τηλεφώνου. Την απρόσμενη κλήση θα διαδεχτούν ακόμη πιο απροσδόκητα νέα. Μια υπάλληλος από τα επείγοντα ενός δημόσιου νοσοκομείου τον ενημερώνει ότι ο υπέργηρος Δημοσθένης Σαρίκας νοσηλεύεται σε κρίσιμη κατάσταση και έχει αφήσει ως άτομο επικοινωνίας αυτόν. Αυτή η κλήση από έναν άγνωστο αριθμό, για έναν άγνωστο άνθρωπο, θα γίνει ο προβολέας που θα φωτίσει τις άγνωστες πτυχές του δικού του παρελθόντος, όσων του ζητούσαν να «μη σκαλίσει».
Την αρχική άρνηση και το σάστισμα θα παραμερίσει η επιτακτική φωνή της υπαλλήλου που δεν του αφήνει περιθώριο επιλογής. Ο Γιώργος θα βρεθεί στο νοσοκομείο, θα συντροφεύσει τον κύριο Σαρίκα στο τελευταίο του ταξίδι και θα μάθει πως έχει οριστεί μοναδικός κληρονόμος του. Τα χρήματα και το σπίτι που του κληροδοτεί, συμπληρώνονται από ένα σύντομο γράμμα, μια εξομολόγηση που ως κεραυνός εν αιθρία θα πλήξει την αταραξία του βίου του. Όσα τον πληροφορεί θα καλύψουν το κενό της οικογενειακής του ιστορίας επαναπροσδιορίζοντας τη θέση του στο κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο.
Γεννημένος το 1977, ο Γιώργος μεγαλώνει με τη γιαγιά του, αφού η μητέρα του έχει εξαφανιστεί από τη ζωή τους όταν ήταν σε μικρή ηλικία. Εκτός από την απουσία της μητέρας στη ζωή του Γιώργου πλανάται το φάντασμα του παππού του. Τα μυστικά της οικογένειας φυλάει επτασφράγιστα η γιαγιά του, απαξιώνοντας την όποια σημασία τους, εξοβελίζοντάς τα στη λήθη.Ένα χρόνο μετά από εκείνο το τηλεφώνημα, ο Γιώργος αφηγείται όσα σταδιακά ανακάλυψε στο σπίτι του κυρίου Σαρίκα.
Η ιστορία του δωσιλογισμού σε υποκειμενικό πλάνο
Αυτό που διαφοροποιεί το Επί σκοπώ πλουτισμού και δεν το καθιστά ένα ακόμα βιβλίο για τον Εμφύλιο ή την Κατοχή, είναι η επιλογή –που δηλώνεται εξ αρχής από τον τίτλο του– να διερευνηθεί η ιστορία του δωσιλογισμού, και κυρίως όσων πλούτισαν συνεργαζόμενοι με τους ναζί, καταδίδοντας συμπολίτες τους.
Όπως δηλώνει η συγγραφέας, αναζητώντας μια μικρή πληροφορία στα αρχεία του Ειδικού Δικαστηρίου Δωσιλόγων Αθηνών της περιόδου 1945-1949, βρέθηκε αντιμέτωπη με αποτρόπαιες μαρτυρίες, με ακραίες συνθήκες και συμπεριφορές που έγραψαν τις μαύρες σελίδες τόσο των πρακτικών από τις δίκες των δωσίλογων όσο και της Ιστορίας. Οι ιστορίες της στοχοποίησης που έζησαν οι κομμουνιστές για τις ιδέες τους συναρθρώνουν την περίπλοκη πραγματικότητα.
Μια τέτοια ιστορία συνθέτει η συγγραφέας αντλώντας έμπνευση από τα αρχεία των Ειδικών Δικαστηρίων για τις δίκες των συνεργατών των κατακτητών. Οι ημερολογιακές καταγραφές του Σαρίκα ανασυστήνουν τα ζοφερά γεγονότα στα οποία πρωταγωνίστησε. Ο Γιώργος, αρχίζοντας την αφήγηση από το τέλος της ζωής του βιογραφούμενου, ακολουθεί μια πορεία αντίθετη στον χρόνο. Ανακαλύπτει τα στοιχεία που συγκροτούν τη διαδρομή του Σαρίκα και τη σύγκλιση αυτής της διαδρομής με τη δική του οικογένεια. Παραδέχεται την άγνοιά του για τα γεγονότα του Εμφυλίου και ξεκινά «εντατικό μάθημα Ιστορίας» στο διαδίκτυο – ένα σχόλιο για τον τρόπο με τον οποίο εντρυφούν οι νεότερες γενιές στην Ιστορία.
Ο Γιώργος, θέτοντας ως αρχή της αφήγησης το τέλος της ζωής του βιογραφούμενου, ακολουθεί μια πορεία αντίθετη στον χρόνο. Ανακαλύπτει τα στοιχεία που συγκροτούν τη διαδρομή του Σαρίκα και τη σύγκλιση αυτής της διαδρομής, της με τη δική του οικογένεια.
Έχοντας συγκεντρώσει όλες τις πληροφορίες, βυθίζεται στις σκέψεις των προσώπων, όπως εμφανίζονται από τις καταγραφές στο μπλε τετράδιο του Σαρίκα. Δύο κορίτσια που είναι μέλη της «Ελεύθερης Νέας», η Αμαλία και η Λιλή, με τις επιστολές που ανταλλάσσουν και τώρα βρίσκονται στα χέρια του Γιώργου, σκιαγραφούν και αναδεικνύουν τη συμμετοχή των γυναικών στην Εθνική Απελευθέρωση. Η «Ελεύθερη Νέα» ήταν η αντιστασιακή οργάνωση νεολαίας για κορίτσια, με την αντίστοιχη «ΕΑΜ Νέων» για τους νεαρούς άνδρες. Αργότερα, ξεπερνώντας τη διάκριση των φύλων και τον πουριτανισμό, συγχωνεύτηκαν με τις υπόλοιπες αντιστασιακές οργανώσεις δημιουργώντας την ΕΠΟΝ, που λειτουργούσε υπό την καθοδήγηση του ΕΑΜ.
Η προδοσία διαποτίζει οικογενειακές και φιλικές σχέσεις είτε λόγω εμπιστοσύνης στους λάθος ανθρώπους είτε για την προστασία αγαπημένων προσώπων. Μια ερωτευμένη γυναίκα αρνείται να αναγνωρίσει στο πρόσωπο του συντρόφου της την τερατώδη φύση του δωσίλογου-βασανιστή. Ένας πατέρας, για να προστατεύσει το γιο του, αποκηρύσσει την κομμουνίστρια κόρη του. Μια σύζυγος διαγράφει την ύπαρξη του δωσίλογου συζύγου της από την οικογενειακή παρακαταθήκη.
Πρόκειται για αποφάσεις που αποπνέουν τραγικότητα και απορρέουν από τη δράση των δωσίλογων-συνεργατών του ναζιστικού καθεστώτος κατά την περίοδο της Κατοχής.
Η συγγραφέας διερευνά την ύπαρξη του Κακού στην ανθρώπινη φύση αναφέροντας τον ήρωα του Ντίκενς Μπιλ Σάικς, από το έργο του Όλιβερ Τουίστ, παρομοιάζοντάς τον με τους δωσίλογους.
Ο Γιώργος αναλογίζεται: Ίσως και να μη στράβωσε η βίδα, να ήταν στραβή από την αρχή. Μπορεί να γεννιέσαι Μπιλ Σάικς, να είναι γενετικό ελάττωμα. «Υπάρχουν καλοί και κακοί στον κόσμο», είπε η Αμαλία, «κι εσύ τώρα τι κλαις;» (σελ. 124)
Μπροστά στη θηριωδία ανθρώπου προς άνθρωπο ο νους σαστίζει. Όταν αυτή διαπράττεται με πλήρη επίγνωση, όταν συνειδητά βασανίζονται άνθρωποι, όταν η βαναυσότητα έχει σκοπό τον πλουτισμό, ο ανθρώπινος νους καταρρέει.
Η ατιμωρησία του δωσιλογισμού, με το 98% των κατηγορουμένων στις Ειδικές Δίκες να απαλλάσσεται, αποτελεί μελανό σημείο της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας που μόλις τελευταία έχει αρχίσει να αποκαλύπτεται στην πραγματική διάστασή του.
Πολυσύνθετη αφήγηση μέσα από επιστολές και αρχειακό υλικό
Η συγγραφέας συναρθρώνει διαφορετικά αφηγηματικά μέσα –επιστολές, αρχειακό υλικό από τις δικές των δωσίλογων, ημερολογιακές καταχωρήσεις, ποιήματα, βιωματική διήγηση– ώστε μέσα από αυτή την πολυσύνθετη αφήγηση να γεφυρώσει κενά, να συνδυάσει πραγματικά γεγονότα με μυθοπλασία, προσδίδοντας ρεαλισμό. Παρατηρούμε μια διαδοχική εξιστόρηση, μια μεταφορά μαρτυριών εν είδει σκυταλοδρομίας, από τον έναν αφηγητή στον επόμενο. Από το αρχειακό υλικό και τις επιστολές που καταγράφει ο Σαρίκας, μας μεταφέρει τις φωνές τρίτων προσώπων τις οποίες πλαισιώνει με τα δικά του βιώματα. Στη συνέχεια, ο Γιώργος παραθέτει, ως διαμεσολαβητής, τις γραπτές μαρτυρίες του Σαρίκα και όλα μαζί αποτελούν τη μυθοπλαστική αφήγηση της συγγραφέα.
Στέκεται στα αόρατα νήματα που συνδέουν κάποιους ανθρώπους και εντοπίζει εκλεκτικές συγγένειες. Με τον τρόπο αυτό εισάγει το διαγενεακό τραύμα, την ενοχή για πράξεις των προγόνων και τη σύνδεση της ταυτότητας με το παρελθόν.
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου θέτει ως ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο της αφήγησης της τη νοηματοδότηση, εξετάζοντας τη σχέση νοήματος-λέξεων, νοήματος-ταυτότητας. Επισημαίνει ότι κάθε άνθρωπος δεν είναι μόνο όσα έζησε μα και όσα συνέβησαν ερήμην του. «Είμαι αυτά που δεν μου έλειψαν» (σελ. 125), εξομολογείται ο Γιώργος, καθώς αυτή η κάλυψη των κενών, συναισθηματικά ή υλικά, κρύβει μια αιτία που αποσιωπήθηκε μεν υπήρξε δε. «Αυτά που δεν ξέρουμε συνεχίζουν να υπάρχουν». (σελ. 122) Στέκεται στα αόρατα νήματα που συνδέουν κάποιους ανθρώπους και εντοπίζει εκλεκτικές συγγένειες. Με τον τρόπο αυτό εισάγει το διαγενεακό τραύμα, την ενοχή για πράξεις των προγόνων και τη σύνδεση της ταυτότητας με το παρελθόν.
Οι λέξεις, ο γραπτός λόγος, απασχολούν τη συγγραφέα με το νόημα που αυτές προσδίδουν. Όταν δεν υπάρχουν οι λέξεις να περιγράψουν μια κατάσταση, εμφανίζεται η ανάγκη δημιουργίας τους. «Δεν υπάρχει η λέξη παγωτικό, αλλά δεν βρίσκω τώρα μια που να υπάρχει και να εξηγεί καλύτερα αυτό που συνέβη στον κύριο Σαρίκα». (σελ.18)
Κάτι αντίστοιχο θα συμβεί και με την αποσύνδεση του νοήματος από τις λέξεις. Εκεί, μαζί με το νόημα χάνεται και η μορφή. Η αδυναμία καταγραφής, που συνδέεται με την απουσία νοήματος, εμφανίζεται με την αλλοίωση του γραφικού χαρακτήρα. Τόσο ο κύριος Σαρίκας όσο και ο Γιώργος, προσπαθώντας να μεταφέρουν στο χαρτί το ανείπωτο, το άπιαστο, κατέληξαν να ζωγραφίζουν γιρλάντες. Οι λέξεις έγιναν ακατάληπτη γλώσσα, όπως ασύλληπτη παραμένει η ανθρώπινη κτηνωδία.
Ειδική μνεία αξίζει να γίνει στο ευσύνοπτο και ουσιαστικό επίμετρο από τον ιστορικό Μενέλαο Χαραλαμπίδη, που συμπληρώνει τη μυθοπλασία με τα ιστορικά γεγονότα διαφωτίζοντας τα πεπραγμένα του Δωσιλογισμού στην Ελλάδα.
*Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ είναι αρθρογράφος.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου γεννήθηκε το 1961 στην Αθήνα. Σπούδασε κινηματογράφο. Από το 1985 εργάζεται ως σκηνοθέτις, σεναριογράφος και μοντέζ. Έχει σκηνοθετήσει τις κινηματογραφικές ταινίες: "Μικρή Άρκτος" (2015), "Ο Αννίβας προ των Πυλών" (2011), "Ένα τραγούδι δε φτάνει" (2003), "Χτες το απόγευμα" (1998), "Να που γίνεται" (1995). Από τις τηλεοπτικές σκηνοθεσίες της ξεχωρίζει το ντοκυμαντέρ "Πολιτικός εγκλεισμός στην Ελλάδα του 20ού αιώνα" (Παρασκήνιο, ΕΡΤ 1998).
Το πρώτο της βιβλίο ήταν η συλλογή διηγημάτων Φοράει κοστούμι (εκδ. Πόλις, 2013). Ακολούθησαν τα: Ο έτερος εχθρός (εκδ. Πόλις, 2017) και Γιώργος Αρβανίτης: Μια ζωή στο φως (εκδ. Πατάκη, 2024).























