
Για τη νουβέλα της Εύας Μ. Μαθιουδάκη «Σώμα ερωτικό. Η ιστορία μιας μεταφράστριας» (εκδ. Καστανιώτη). Κεντρική εικόνα: πίνακας της Prudence Heward. © The Montreal Museum of Fine Arts Purchase/ MMFA, Christina Guest.
Γράφει ο Ανδρέας Μήτσου
«Η πραγματική ιστορία ξεκινά μ’ ένα κόκκινο τσουκάλι. Ήταν το πρώτο δώρο της Στέλλας Βουρδουμπά προς την οικογένειά μου. Ήμουν βέβαια πολύ μικρή για να τη θυμάμαι να φέρνει αυτό το στενό και ψηλό κόκκινο εμαγιέ τσουκάλι στο σπίτι μας. Και το ’φερε η τύχη εκείνο το πρώτο σπίτι να μην υπάρχει πια, αλλά το τσουκάλι να παραμένει σχεδόν άθικτο στη γωνιά της αποθήκης. Ένα σκεύος παλιό όπως και οι αναμνήσεις μου από αυτήν τη μοναδική γυναίκα», παραδέχεται η συγγραφέας.
Εύρημα ή όχι, το τσουκάλι αποτελεί το κατακάθι στη συγγραφική συνείδηση, τη μαγιά της ανάδυσης και ανάδειξης της ιστορίας της. Μια εικόνα, μια μυρουδιά, μια θύμηση που παραδόξως παραμένει άθικτη στο χρόνο, «μια ασήμαντη τσιγαροθήκη, ένα γεμάτο τασάκι, μια ανοιχτή μπαλκονόπορτα», όπως το ομολογεί η Μαρία, η δεύτερη αφηγήτρια (σελ. 15), είναι ικανή να αφυπνίσει την υπνώτουσα ιστορία μέσα μας, να της δώσει σχήμα και μορφή, για ν’ αρχίσει μετά να ξετυλίγεται ερήμην και προς μέγιστη έκπληξή μας, καθώς εμείς δεν το ’χαμε συνείδηση πως την κυοφορούσαμε τόσο καιρό. Η αναπαράσταση της ζωής προσώπου που μας γοήτευσε και μας στιγμάτισε, προκύπτει έξω από κάθε πρόβλεψη, πέρα από κάθε σχεδιασμό μας, μ’ ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Πρόκειται για αληθινή ιστορία ή αποτελεί επίπλαστο προϊόν μιας ασύστολης έμπνευσης η ανάπλαση της συναρπαστικής ζωής μιας μεταφράστριας;
Η αφηγούμενη ιστορία είναι πραγματική, γιατί πείθει απόλυτα για την αλήθεια της. Η Στέλλα Βουρδουμπά υπήρξε και υπάρχει, έτσι όπως ακριβώς την παρουσιάζει και μας την παραδίδει η Εύα Μαθιουδάκη. Αυτή είναι η εντελέχεια της γραφής, να συγκροτεί, αφού ανασύρει από την ανυπαρξία, τις κρυμμένες, τις άδηλες πραγματικότητες, να τις φωτίζει και να τις δίνει υπόσταση και ζωή, να τις κάνει αλήθειες.
«Μια μοναδική ιστορία η ζωή μας, μια ζωή διπλής όψεως, δημόσιας και ιδιωτικής, αλλά και μιας άλλης, μιας μυστικής που κτίζουμε πάνω σε ζωτικά ψεύδη και καταλήγουν συχνά να γίνονται η μόνη αλήθεια μας» (σελ. 175).
Έτσι κλείνει την πρωτοπρόσωπη αφήγησή της η Στέλλα Βουρδουμπά.
«Οπότε μπορείτε να είστε σίγουροι, ότι εγώ, η μεταφράστρια Στέλλα Βουρδουμπά, δεν έγραψα, ούτε θα έγραφα ποτέ τα απομνημονεύματά μου ή, όπως θα ’λεγε η Μελισσάνθη, “ιδού ότι όλα μένουν να ειπωθούν από την αρχή!”»
Ζωντανή ιστορία
Η Εύα Μαθιουδάκη, συνειδητή γνώστης των αφηγηματικών δυνατοτήτων, τονίζει ότι η ιστορία της δεν περατώθηκε, ότι παραμένει ζωντανή και δυναμική, και επιδέχεται πάντα νέες ερμηνείες, εγκρύπτει κι άλλες εκδοχές, αφού καμία αφήγηση δεν εξαντλείται σε μία μόνον εξιστόρηση. Από μισοτε-λειωμένες ιστορίες και από τα συμφραζόμενα αναδύεται η ζωή και μία μόνο φέτα ζωής αλιεύει και προσφέρει η συγγραφέας.
«Και μπορεί να μην χρειάστηκε να παρακολουθήσω τη ζωή της από μια σχισμή, όπως ο ήρωας του Μπαρμπύς, πολλά όμως έπρεπε να ερμηνεύσω μέσα από συμφραζόμενα και μισοτελειωμένες ιστορίες» (σελ. 14) επιβεβαιώνει ο πρώτος αφηγητής Μιχάλης. «Κι όμως, σ’ αυτά τα ημερολόγια δεν αντικρίζω πια τον εαυτό μου, μόνο θραύσματα ενός λησμονημένου παρελθόντος», παραδέχεται η μεταφράστρια και τρίτη αφηγήτρια της ιστορίας της.
Η νουβέλα χωρίζεται σε τρία μέρη. Μέρος Α, αφηγητής ο Μιχάλης. Μέρος Β, η Μαρία και Μέρος Γ, αφηγήτρια η ίδια η Στέλλα Βουρδουμπά.
Τρεις οι αφηγητές, τρεις περσόνες, των οποίων οι χαρακτήρες αναπλάθονται με απόλυτη σαφήνεια, οίστρο και προπαντός με αγάπη. Η συγγραφέας ταυτίζεται με τον καθένα αφηγητή της και την θέασή του.
Τρεις οι αφηγητές, τρεις περσόνες, των οποίων οι χαρακτήρες αναπλάθονται με απόλυτη σαφήνεια, οίστρο και προπαντός με αγάπη. Η συγγραφέας ταυτίζεται με τον καθένα αφηγητή της και την θέασή του. Στο πρόσωπό τους εκθέτει τη θέση της για την πολιτική κατάσταση της εποχής τους, αλλά έμμεσα και την σημερινή, της ίδιας, αποτυπώνει τις απόψεις της για την λογοτεχνική δημιουργία. Ιδιαίτερα μέσω της αφήγησης της Στέλλας, καταθέτει την αισθητική της, την ποιητική πρόσληψη και βίωση του κόσμου της, με ευδιάκριτη την καλλιτεχνική λύπη και μελαγχολία της, παρόλη την διακριτικότητα και ταπεινότητα του ύφους της. Δεν ενδίδει σε κανέναν διδακτισμό, δεν διακατέχεται από καμία λογοτεχνική οίηση και ωραιολογία.
Επιμένει στην απαλή περιγραφή, καθώς συγκροτείται το πορτραίτο της Βουρδουμπά, γιατί γνωρίζει ότι εκεί, στην ανώδυνη, όπως αφελώς πιστεύεται, περιγραφή, εγκρύπτονται τα βαθιά νοήματα. Στα άδηλα, στα απλά, στα μικρά, στα ασήμαντα και φυσικά, στα καθημερινά. Αφού, ως γνωστόν, «φύσις κρύπτεσθαι φιλεί».
«Τώρα μετρώ τη ζωή μου αλλιώς, ξέρω ότι το μεγαλείο ενσαρκώνεται στα ταπεινά, στα ελάχιστα, και μακαρίζω εκείνον τον κουτσό γέρο της γειτονιάς που, σέρνοντας το ποδάρι του, ποτίζει και ξεβοτανίζει καθημερινά το περιβόλι του. Ένα περιβόλι θα έπρεπε να είναι το μέτρο του ανθρώπου, ένα περιβόλι που χρόνο με τον χρόνο προσαρμόζουμε στις ανάγκες μας».
«I can see the world in a grain of sand and the heaven in a wild flower», θυμίζω τον W. Blake. Η εστίαση εξάλλου στη λεπτομέρεια επιβραδύνει σκόπιμα την αφήγηση, επιτείνοντας την αγωνία για την έκβασή της. Διακειμενικές αναφορές σε εμβληματικές μορφές της λογοτεχνίας, αυτούσια επιλεγμένα κομμάτια μεταφρασμένα από την Στέλλα Βουρδουμπά, τα οποία υποστηρίζουν τις θέσεις της συγγραφέως, συντελούν στην προώθηση της αφηγούμενης ιστορίας και αναδεικνύουν την προσωπικότητα της Στέλλας Βουρδουμπά.
Διακειμενικά αποσπάσματα
Τα παρατιθέμενα εμβόλιμα κείμενα, τα διακειμενικά αποσπάσματα, όπως και οι αναφορές σε αγαπημένους της συγγραφείς, συστήνουν κι αυτά τις αισθητικές θέσεις της Εύας Μαθιουδάκη και εμβαπτίζουν επιπλέον τον αναγνώστη σ το λογοτεχνικό σύμπαν της. Ο αναγνώστης ταυτίζεται με την Στέλλα Βουρδουμπά και τον συναρπαστικό κόσμο της, γοητεύεται από την προσωπικότητά της, συμπάσχει μαζί της και την αγαπά. Αυτόν τον κόσμο αναπαριστά λεπτεπίλεπτα η Εύα Μαθιουδάκη και μ’ αυτόν ελπίζει «να αποσείσει την αφόρητη αμεσότητα του πραγματικού». Σ’ αυτόν βρίσκει καταφυγή.
Eπίμοχθη δουλειά, η οποία δεν επιδεικνύεται, γιατί η Εύα Μαθιουδάκη να παρηγορήσει μόνον προσδοκά, να γητεύσει τoν αναγνώστη της με την αναπαράσταση της ζωής της μεταφράστριας, ώστε αυτός να συμπορευτεί μαζί της. Ποια ήταν αλήθεια η μεταφράστρια Στέλλα Βουρδουμπά;
«Ήταν όμορφη γυναίκα! Την κρατώ στη μνήμη μου, όπως την είδα τελευταία φορά στη μικρή αυλή της, να αγκαλιάζει με το δεξί της χέρι ένα μεγάλο χρυσάνθεμο γεμάτο μπουμπούκια στο χρώμα της σκουριάς και με το αριστερό της να προσπαθεί να στερεώσει το ταλαιπωρημένο από τον αέρα μίσχο του μ’ ένα καλάμι. Αυτή ήταν η Στέλλα, ένας φωτεινός σταθμός στη μνήμη μου» (σελ. 62).
![]() |
|
Η Εύα Μ. Μαθιουδάκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης και ζει στην Κηφισιά. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες στην Ελλάδα και τη Γερμανία και εργάζεται στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Το 2014 κυκλοφόρησε η πρώτη της νουβέλα Αυτός ο ένας, ο Αρίστος, το 2017 η συλλογή διηγημάτων Μικρά πείσματα και το 2019 το μυθιστόρημα Ο φταίχτης, που συνέγραψε με τον Κωστή Σχιζάκη και κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Το 2021 κυκλοφόρησε, επίσης από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, το μυθιστόρημά της Μέρες της Κηφισιάς. Διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί σε συλλογικές εκδόσεις και σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά. |
Έτσι την περιγράφει ο Μιχάλης, ο πρώτος αφηγητής της νουβέλας. Αυτή η περιγραφή θα μπορούσε να ήταν αρκετή για κάποιον μύστη της λογοτεχνίας, να μη χρειαζόταν περισσότερες λεπτομέρειες για να καταλάβει το ποιόν της.
Ο λόγος της αφήγησης
Και ποιος, όμως, ο λόγος να αφηγηθεί της ζωή της η Εύα Μαθιουδάκη; Κάποιος θα πει από ιστορικό ή και επιστημονικό ενδιαφέρον, από τον ζήλο της έρευνας, για να την αποκαταστήσει, δικαιώνοντάς την στο χρόνο. Κάποιος άλλος μπορεί να ισχυριστεί ότι αποτελεί πρόφαση της αφήγησης το υπαρκτό αυτό πρόσωπο, πως η συγγραφέας ταυτίζεται με τη βασανισμένη και συναρπαστική ζωή της Στέλλας Βουρδουμπά και την αποτυπώνει με το βιβλίο της, γιατί βρίσκει κυρίαρχες αναλογίες με τη δική της ζωή, γιατί αυτή τη ζωή θα ’θελε και η ίδια να ζήσει. Όπως ακόμα και γιατί ίσως αυτή τη ζωή ζει, oπότε το πορτρέτο αποκτά άλλη διάσταση.
Η ζωή της Στέλλας ξετυλίγεται με οίστρο, τρυφερότητα, με ελαφράδα, όχι με ελαφρότητα, με σεβασμό στην κάθε λέξη και προπαντός στο ρυθμό τους, με τη διαύγεια και την καθαρότητα των ιδεών και με τη βαθιά αγάπη της Εύας Μαθιουδάκη για τη λογοτεχνία φανερή σε κάθε γραμμή.
Η μεταφράστρια Στέλλα Βουρδουμπά ζει μια ζωή γεμάτη ένταση, πάθος και περιπέτεια, αμετανόητη ρέκτης και κυνηγός της ομορφιάς και του ανέφικτου. Κρέμεται από μια λέξη, κολυμπά σε μια λέξη, πνίγεται σε μια λέξη.
«Κανείς δεν ξέρει πόσο παιδεύτηκα για να φαίνεται πως δεν παιδεύτηκα καθόλου», έλεγε ο Γιάννης Μπεράτης. «Non nobis solum» («όχι μόνο για τους εαυτούς μας»). Η φράση του Κικέρωνα είναι το motto που κοσμεί την πρώτη σελίδα του βιβλίου και συστήνει τον πυρήνα της ιδεολογίας της νουβέλας. Γιατί δεν γράφει μόνο για τον εαυτό της η Εύα Μαθιουδάκη, γράφει, κατ’ εξοχήν, για τη συναρπαστική ζωή της Στέλλας Βουρδουμπά, για να την οικειοποιηθούμε ως τη δική μας, τη νοητή και προσδοκώμενη ζωή. Έτσι καθιστά το ατομικό της βίωμα και τη συγκίνηση της επαφής και ταύτισης μαζί της συλλογικό.
«Σημαντικό είναι ένα έργο τέχνης, όταν σε κάνει να συμμετέχεις σε όσα αφηγείται, είτε πρόκειται για κείμενο είτε για πίνακα ζωγραφικής. Ακόμη και στο πιο δυσνόητο βιβλίο αρκεί να βρεις το σημείο τομής και να αποτελέσεις μέρος του. Να μιλήσει μέσα σου, να διατηρήσεις μια κρυφή επικοινωνία μαζί του χρόνια μετά το διάβασμά του. Σαν η ανάγνωσή του να συνεχίζεται στο διηνεκές, διαμορφώνοντάς σε, υπόγεια και μυστικά, σχεδόν άθελά σου», διατείνεται ο Μιχάλης, ο πρώτος αφηγητής της ιστορίας.
Η μεταφράστρια Στέλλα Βουρδουμπά ζει μια ζωή γεμάτη ένταση, πάθος και περιπέτεια, αμετανόητη ρέκτης και κυνηγός της ομορφιάς και του ανέφικτου. Κρέμεται από μια λέξη, κολυμπά σε μια λέξη, πνίγεται σε μια λέξη. Στις λέξεις επενδύει και σ’ αυτές αφιερώνει τη ζωή της, σ’ αυτές εναποθέτει τη σωτηρία της.
«Ντύνεται και γδύνεται τις λέξεις, μαγεύεται και προχωρά. Τα βιβλία της είναι φλόγα και φως. Δεν είναι δικά της. Αυτή είναι ο φύλακας της Βαβέλ, απλώνοντας φτερούγες γιοφύρια, φωτίζοντας τα σκότη». «Είδα τον εαυτό μου σαν ένα δοχείο λέξεων, δοχείο ερωτικό», ομολογεί.
«Ήμουν εγώ η μία και μοναδική λέξη, μια λέξη που βρεχόταν από τους χυμούς της αγάπης που το σώμα μου δεν χόρτασε».
«Μεθύστε με κρασί, με έρωτα, με ποίηση», συστήνει με τη ζωή της τους στίχους του Baudelaire.
«Δεν γνώριζα ότι ήταν μεταφράστρια», εξομολογείται η Μαρία, η δεύτερη αφηγήτρια και συγγραφική περσόνα, με τρόπο έξοχα τρυφερό και αυθεντικό. «Ένιωσα όμως ότι βρισκόμουν δίπλα σε μια μυθιστορηματική ηρωίδα ενός βιβλίου, που το διάβασμά του δεν είχα ξεκινήσει ακόμη, που η ιστορία του δεν είχε ακόμη γραφτεί. Όπως ήταν φυσικό, μαγεύτηκα. Κι αν βρεθεί κανένας και σας πει ότι έπεσα στην παγίδα της Στέλλας γιατί με είχε ανάγκη στις δουλειές, ή κάποια άλλη σαχλαμάρα της φαντασίας του, μην τον πιστεύετε, υπερβάλλει! Εγώ απλώς βλέποντας τους κρυμμένους θησαυρούς στις βιβλιοθήκες, δεν ξεκολλούσα από το σπίτι της. Αυτή μετέφραζε κι εγώ, κουλουριασμένη σαν τη γάτα, διάβαζα. Μια δεύτερη γάτα στο σπιτικό της, περιμένοντας να ξεπροβάλλει άλλο ένα βιβλίο μέσα από τις φαρδιές φούστες της». Έχει, επομένως, συνείδηση για το μάταιο και υβριστικό ίσως μιας τέτοιας ζωής.
Οι ξεχασμένες λέξεις έχουν δημιουργήσει ένα ξέφωτο στο σκοτάδι της, πασχίζοντας η ίδια να φανερώσει και για την ζωή των αναγνωστών της ένα παρόμοιο ξέφωτο.
«Ελάχιστοι κατάφεραν να απελευθερωθούν από τα δεσμά τους μέσω της τέχνης τους, καταφεύγοντας στη φαντασία, αναζητώ-ντας την ομορφιά ή άλλοι, πιο τυχεροί, αναγνωρίζοντας τον άνθρωπό τους. Κι εγώ έχω αλλάξει, η υγεία και η νεότητα με εγκαταλείπουν σταδιακά, η ζωή μου πέρασε. Ζωή σαν καταιγίδα πάνω από νυχτερινή λίμνη, λυσσαλέα κύματα, ξαφνικά μπουρίνια αλλά και γαλήνη στo φως του ήλιου, στην πρωινή ηλιαχτίδα. Στον βυθό απλώνονται τα κατακάθια. Δεν τα ψάχνω πια. Αν δεν υπήρχαν, δεν θα ήμουν λίμνη. Σήμερα τολμώ να πω ότι στάθηκα τυχερή. Μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο με τις ανθισμένες γλυσίνες και τα κόκκινα τριαντάφυλλα ξαναβρίσκω τα ολοστρόγγυλα φωνήεντα, τις ξεχασμένες λέξεις μου, ένα ξέφωτο στο σκοτάδι».
Το πορτρέτο της μεταφράστριας
Η Εύα Μαθιουδάκη παραθέτει στο επίμετρο του βιβλίου συγκεκριμένα γεγονότα και πληροφορίες, που συνθέτουν το πορτρέτο της Στέλλας Βουρδουμπά. Υποπτεύομαι, ωστόσο, πως χρησιμοποιεί τρόπους δόλιους, όσο κι αν νόμιμους αφηγηματικά, για την παραπλάνηση-εξαπάτηση του αναγνώστη, ώστε και η ίδια να προφυλαχθεί, να πείσει για το δικαίωμά της να καταπιαστεί με την ξεχωριστή μορφή της Στέλλας Βουρδουμπά και να αποστασιοποιηθεί από άλλες τυχόν ερμηνείες των αναγνωστών, αυθαίρετες και επικίνδυνες ίσως.
«Ως λέων έτοιμος για κυνήγι, και ως λεονταράκιον κοιτάζον από το κρυφόν», έτσι στέκεται και μας παρακολουθεί να ενδίδουμε, να απολαμβά-νουμε την ιστορία της, ως «σώμα ερωτικό», καθώς ο τίτλος του βιβλίου. Με τέτοια ετοιμότητα και συστολή, όπως ο ψαλμός ιζ’, XVIZ του Δαβίδ, σε μετά-φραση του Ανδρέα Κάλβου.
Η μεταφράστρια Στέλλα Βουρδουμπά, χάρη στην Εύα Μαθιουδάκη, γλίστρησε από μια ευλογημένη «χαραμάδα» και εγκαταστάθηκε μέσα μας ως μια συναρπαστική προσωπικότητα, ως ένα πρόσωπο οικείο και αγαπημένο. Τη ζηλεύουμε και συμμετέχουμε στην περιπετειώδη ζωή της, γιατί αυτή τη ζωή ίσως θα θέλαμε να ζήσουμε κι εμείς.
* Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ είναι συγγραφέας.


































































