x
Διαφήμιση

22 Μαρτιου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:00:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΦΑΚΕΛΟΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΗΜΕΡΑ Προβλήματα της σημερινής ποίησης Θ΄

Προβλήματα της σημερινής ποίησης Θ΄

E-mail Εκτύπωση

koutsourelis 9Μια σειρά από άρθρα για την κατάσταση της ποιητικής τέχνης σήμερα, για τα χρόνια προβλήματα και τις μελλοντικές της προκλήσεις.

Του Κώστα Κουτσουρέλη

Προβλήματα ιδεολογικά, μέρος δεύτερο

Άντλημα αντιφατικό από πηγές ετερόκλιτες –τον ρομαντισμό, τους maudits, τις αβανγκάρντ του Μεσοπολέμου ή το ρεύμα του γλωσσικού σκεπτικισμού–, οι απόψεις των σημερινών ποιητών για την ποίηση δεν συγκροτούν, όπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο, ποιητική ιδεολογία με την αυστηρή έννοια του όρου. Πολλώ δε μάλλον δεν διεκδικούν εύσημα πρωτοτυπίας. Περισσότερο δείχνουν ότι και στο πεδίο του θεωρητικού λόγου η σημερινή ποίηση είναι προϊόν επιγονικό, φθίνουσα συνέχιση μιας παράδοσης που τα βασικά της χαρακτηριστικά είχαν αποκρυσταλλωθεί ήδη πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Για να ερμηνεύσει κανείς την όψιμη συνεύρεση των αλληλοαναιρούμενων αυτών απόψεων, πρέπει να προσφύγει σε παράγοντες βαθύτερους – κοινωνικούς και ψυχικούς. Έτσι λ.χ. η εικόνα του ποιητή-μεσσία, κρυφού νομοθέτη της ανθρωπότητας, και η εικόνα του ποιητή-παρία, του ες αεί περιφρονούμενου από τον όχλο, λογικά μεν συγκρούονται, ψυχολογικά όμως συλλειτουργούν. Με διαφορετικό τρόπο, υπεραναπληρώνουν το ίδιο αίσθημα της μειονεξίας από το οποίο, ανομολόγητα, διακατέχεται ο συγκαιρινός ποιητής: αντί του αμελητέου σημερινού του ρόλου, του αποδίδουν έναν άλλον άκρατα μεγαλοποιημένο – του ήρωα ή του μάρτυρα. Αφενός μεν, συντηρούν την ουτοπική ιδέα που ο σημερινός ποιητής τρέφει για τον εαυτό του και την τέχνη του, αφετέρου δε, τον απαλλάσσουν από την αγχογόνο υποψία ότι για την κοινωνική του αποτυχία ευθύνεται ο ίδιος. Διότι αν μοίρα του ποιητή ανυπέρθετη είναι να γράφει εντέλει για τον εαυτό του και μόνον, τότε προφανώς δεν χρειάζεται να αναζητήσει αλλού κοινό. Άρα ούτε και να αλλάξει ή να διορθώσει στο παραμικρό τη στάση και τη γραφή του.

Αναλόγως πρέπει να ερμηνευθεί και ο αντιφατικός τρόπος με τον οποίο ο σημερινός ποιητής βλέπει την παράδοσή του, που "επιλέγει" τους ποιητικούς του προγόνους. Ήδη ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στον διάλογό του με τον Σεφέρη το 1938 διαπίστωνε ότι οι πρωτοποριακοί ποιητές της εποχής θεωρούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής παράδοσης

σαν ένα παραστράτημα από το δρόμο της καθαρής ποίησης. Από τους παλιούς, μονάχοι οι «καταραμένοι ποιητές» της γαλλικής λογοτεχνίας ανταποκρίνονται στο πνεύμα τους. Αυτούς θεωρούν και πρωτοπόρους των. Τους άλλους ποιητές της δικής μας και της ξένης λογοτεχνίας, και αν τους θεωρούν άξιους εργάτες του λόγου για την εποχή τους, δεν τους αισθάνονται ζωντανούς μέσα στο παρόν μας.

Σε σχέση με τους μεσοπολεμικούς ομοτέχνους του, η σκοπιά από την οποία ο σημερινός ποιητής βλέπει την ποιητική παράδοση είναι ακόμη στενότερη. Κύριο κριτήριο βάσει του οποίου αναζητεί τους προγόνους του, φαίνεται να είναι όχι το έργο ή κάποια ουσιώδης εκφραστική συγγένεια, αλλά η βιογραφία. Καθώς ο ίδιος αισθάνεται περιθωριακός και αγνοημένος, αναζητά στο παρελθόν ποιητές με τους οποίους μπορεί να ταυτιστεί. Έτσι, μεταξύ των σημερινών ομοτέχνων τους ο αφανής στον καιρό του Ρεμπώ λ.χ. και η ολότελα άγνωστη Ντίκινσον είναι ίσως οι δημοφιλέστεροι ποιητές του 19ου αιώνα. Όμως, περισσότερο από τα ποιήματα, είναι ο θρύλος της παράδοξης ζωής τους που γοητεύει, το συναξάρι της νεαρής ιδιοφυΐας που σιώπησε είκοσι χρονών ή της φυγόκοσμης παρθένου του Άμχερστ που δεν αποτόλμησε ποτέ να μιλήσει δημόσια. Αντιστοίχως, ιδιαίτερης εκτίμησης χαίρουν σήμερα οι ποιητές εκείνοι που θεωρείται ότι εν ζωή "αδικήθηκαν", εδώ σε μας ο Κ. Π. Καβάφης λ.χ., και ακόμη περισσότερο οι αυτόχειρες, όπως ο Κ. Γ. Καρυωτάκης ή, έξω, ο Πάουλ Τσελάν, η Σύλβια Πλαθ, η Ανν Σέξτον και τόσοι άλλοι.

Με καχυποψία αντιμετωπίζονται από την ποιητική κοινότητα εκείνοι οι ποιητές του παρελθόντος που η απήχησή τους διαψεύδει εμπράκτως την πίστη ότι στο ρεπερτόριο της ποιητικής σκηνής ο ρόλος του "καταραμένου" είναι ο μόνος διαθέσιμος, πολλώ δε μάλλον ο πλέον αξιόλογος. 

Κατ' αντίθετη φορά, με καχυποψία αντιμετωπίζονται από την ποιητική κοινότητα εκείνοι οι ποιητές του παρελθόντος που η απήχησή τους διαψεύδει εμπράκτως την πίστη ότι στο ρεπερτόριο της ποιητικής σκηνής ο ρόλος του "καταραμένου" είναι ο μόνος διαθέσιμος, πολλώ δε μάλλον ο πλέον αξιόλογος. Ευρύτερη και ενδοσυντεχνιακή απήχηση ενίοτε φαίνεται να τελούν μεταξύ τους σε σχέση αντιστρόφως ανάλογη – όσο μεγαλύτερη η πρώτη, τόσο μικρότερη η δεύτερη. Τους ποιητές του 19ου αιώνα που οι συγκαιρινοί τους αναγνώστες αποθέωναν (τον Γκαίτε, λ.χ., ή τον Ουγκώ, τον Βύρωνα ή τον Βαλαωρίτη) πολύ λίγοι σημερινοί ποιητές τούς έχουν καν ξεφυλλίσει. Αλλά και με το έργο ενός Σολωμού ή ενός Χαίλντερλιν, ενός Κάλβου ή ενός Μπωντλαίρ η σχέση αυτών των τελευταίων δεν είναι πολύ οικειότερη  – δύσκολα συναντά κανείς ίχνη του ουσιαστικά στη σημερινή ποιητική γλώσσα. Και εδώ, αυτό που θέλγει τους ομοτέχνους είναι ο βίος τους, τα θρυλούμενα ή πραγματικά πάθη τους, όπως αποτυπώνεται στα πολυάριθμα εγκώμια που τους πλέκουν.

Ανάλογα ισχύουν για τους ποιητές του 20ού αιώνα, ακόμη και τους νεωτερικούς ανάμεσά τους. Το έργο ενός Νερούδα ή ενός Ρίτσου, ενός Σεφέρη ή ενός Φροστ, ενός Μπρεχτ ή ενός Έλιοτ, για παράδειγμα, σχολιάζεται σήμερα όλο και πιο αμφίθυμα. Αντιθέτως, συχνές είναι οι μορφές που τους απευθύνονται για τη δημόσια στάση τους, για το πώς "εξαργύρωσαν", υποτίθεται, την ποιητική τους φήμη. Η ίδια μορφή στρέφεται στις μέρες μας κατά δημιουργών όπως η Κική Δημουλά, που έτυχε να αναγνωριστούν ευρέως όντας ακόμη εν ζωή. Καθώς πρότυπο αξιομίμητο θεωρούνται γενικώς «οι ποιητές άδοξοι πού 'ναι», η δική τους δόξα θεωρείται ηθικά ύποπτη, αν όχι σκανδαλώδης.

Προφανής είναι και εδώ η αντίφαση. Αν ο μέσος σημερινός ποιητής θεωρεί εκλεκτικό συγγενή του τον Καρυωτάκη ή τον Καβάφη, και τους μνημονεύει κατά κόρον, η ποίησή του ελάχιστα συγγενεύει μ' εκείνην του Καρυωτάκη ή του Καβάφη – γλωσσικά, μορφικά, θεματικά η απόσταση μεταξύ τους είναι ιδιαιτέρως μεγάλη και γίνεται δυσθεώρητη αν λάβουμε υπ' όψιν μας την στάση του ενός απέναντι στην ματαιοδοξία του ποιητικού σιναφιού και την ρεαλιστική ιστορική σκέψη του άλλου. Απεναντίας, με τον ερμητισμό του Σεφέρη ή την ατμόσφαιρα των εσωστρεφών, υποκειμενικών ποιημάτων του Ρίτσου, ο μέσος σημερινός ποιητής έχει πολύ περισσότερα κοινά, για να μην αναφέρουμε καν την τεχνοτροπική συνάφεια που δημιουργεί από μόνος του ο ελεύθερος στίχος. Ωστόσο, η αυτοκατανόησή του τον ωθεί να ταυτίζεται με τους ποιητές εκείνους που θεωρεί ομοιοπαθείς του, και να αρνείται τους πραγματικούς του δασκάλους.

Σε τελική ανάλυση, οι αντιφάσεις αυτές εξηγούνται αν αναχθούν στα κοινωνικά τους συμφραζόμενα. Ξέρουμε ότι ο μεγαλοϊδεατισμός της ρομαντικής και μεταρομαντικής εποχής είχε ως φορείς του φυσιογνωμίες εμβληματικές προερχόμενες από τους κόλπους των ελίτ. Από τον λόρδο Βύρωνα ώς τον λόρδο Τέννυσον και από τον Διονύσιο κόμητα Σολωμό ώς τον βαρώνο Φρήντριχ φον Χάρντενμπεργκ, άλλως Νοβάλις, πολλοί από τους ποιητές αυτούς ήταν οι ίδιοι αριστοκράτες. Άλλοι πάλι, από τον Σάντορ Πέταιφι ώς τον Ερρίκο Χάινε και από τον καρμπονάρο Ανδρέα Κάλβο ώς τον "μαλλιαρό" Κωστή Παλαμά ήταν ακτιβιστές και επαναστάτες – η αντίληψή τους για τον ποιητικό λόγο αντικατόπτριζε σε μεγάλο βαθμό τη δράση τους στη δημόσια σφαίρα τους, κι αυτή με τη σειρά της έβρισκε έκφραση στην καλλιτεχνική τους αυτοπεποίθηση.

Αλλά και στους συμβολιστές και τους maudits, αισθητική και κοινωνική τοποθέτηση συμβαδίζουν. Όπως μαρτυρεί η βιογραφία ενός Πόε, ενός Μπωντλαίρ, ενός Βερλαίν, ενός Σουίμπερν, είναι η μποεμία, συχνά και το κοινωνικό περιθώριο που παίρνουν εδώ τον ποιητικό λόγο. Ο ακραίος αισθητισμός, ο προκλητικός αντικομφορμισμός, ο ηρωικός μηδενισμός ως στάσεις ποιητικές δεν είναι επινοήσεις και διανοητικές κατασκευές κάποιου κινήματος, έχουν τις καταβολές τους στη βιοπορία των πρωταγωνιστών του, αντανακλούν συνθήκες πραγματικές και βιώματα.

Το ίδιο παρατηρούμε και στο κίνημα του μοντερνισμού. Όπως γνωρίζουμε καλά από τη δική μας Γενιά του '30, πολλοί νεωτερικοί ποιητές του Μεσοπολέμου ήταν μεγαλοαστοί. Είτε ως συντηρητικοί εκπρόσωποι του establishment, όπως λ.χ. ένας Έλιοτ, είτε ως δημόσιοι ταραξίες, όπως ο ντανταϊστής Ούγκο Μπαλλ, είτε τέλος ως συνδυασμός παράδοξος εξέγερσης και καθεστωτισμού, όπως στην περίπτωση του φουτουριστή Μαρινέττι, η ισχυρή καλλιτεχνική τους αυτοπεποίθηση λογικό είναι να αντανακλά τις βιοτικές συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώθηκαν και έδρασαν.

Τώρα σε σχέση με όλους αυτούς, ο μέσος σημερινός ποιητής δεν είναι βεβαίως αριστοκράτης και μεγαλοαστός. Ούτε όμως μποέμ ή τύπος του περιθωρίου. Ταξικά είναι τις περισσότερες φορές μικροαστός – εκπαιδευτικός λ.χ. ή ελεύθερος (μικρο)επαγγελματίας. Στην καλύτερη περίπτωση είναι πανεπιστημιακός, με τη διευκρίνιση όμως ότι άλλο εντελώς ήταν το κύρος του ακαδημαϊκού δασκάλου μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, και άλλο τη σημερινή εποχή του μαζικού και ανώνυμου πανεπιστημίου. Γενικά, το κοινωνικό προφίλ των ποιητών στις μέρες μας είναι κατά βάση μικρομεσαίο, στις τάξεις τους υποαντιπροσωπεύονται τόσο τα ανώτατα όσο και τα κατώτατα  στρώματα, γεγονός που αντανακλάται και στη συρρίκνωση του θεματικού φάσματος των ποιημάτων που γράφονται. Διόλου περίεργο λοιπόν ότι πολλά από τα χαρακτηριστικά της σημερινής ποίησης, πρωτίστως ο εύθραυστος συναισθηματισμός που τη διαπνέει, είναι κι αυτά μικροαστικά.

Σε αντίθεση με τον μεγαλοαστό ή τον μποέμ που για διαφορετικούς λόγους ο καθένας είναι μαθημένοι να αψηφούν τις συμβάσεις, ο μικροαστός (άρα και ο μικροαστός ποιητής) είναι κομφορμιστής και άτολμος. Ό,τι του λείπει προ πάντων είναι το πάθος και η φιλοδοξία.

Τώρα όπως ήδη ο Μαρξ γνώριζε (ο όρος "μικροαστικός συναισθηματισμός" απαντά στο Κομμουνιστικό μανιφέστο), ψυχολογικά ο μικροαστός δεν έχει την αυτοπεποίθηση ούτε του αριστοκράτη, που έχει πίσω του την ισχύ της τάξης του, ούτε την αποκοτιά του περιθωριακού, που δεν έχει τίποτε να χάσει. Ο συναισθηματισμός του μικροαστού πηγάζει από την σχετικά άνετη ίσως αλλά πάντοτε επισφαλή συγκριτικά κατάστασή του. Σε αντίθεση με τον μεγαλοαστό ή τον μποέμ που για διαφορετικούς λόγους ο καθένας είναι μαθημένοι να αψηφούν τις συμβάσεις, ο μικροαστός (άρα και ο μικροαστός ποιητής) είναι κομφορμιστής και άτολμος. Ό,τι του λείπει προ πάντων είναι το πάθος και η φιλοδοξία. Συνήθως αρκείται στην μικρή αλλά εύκολη αναγνώριση που του παρέχουν οι όμοιοί του. Ο ίδιος είναι ελάχιστα ανταγωνιστικός. Καθώς δεν τρέφει βλέψεις για ανώτερες διακρίσεις, που θα προϋπέθεταν την ολόπλευρη αφοσίωσή του στην τέχνη, αποστρέφεται ενστικτωδώς κάθε κριτική αποτίμηση ικανή να εκθέσει σε κίνδυνο την αναγνώρισή του αυτή. Από συμφέρον συνεπώς είναι οπαδός της μετριοκρατίας, αυτοσκηνοθετείται όμως ως θύμα της και παντού βλέπει τον αποκλεισμό και την εύνοια. Την ίδια στιγμή, βασιζόμενος στους αριθμούς που τον ευνοούν και οργανωμένος γύρω από συντροφίες, περιοδικά και ανθολογίες, επιβάλλει στην πράξη τούς αποκλεισμούς που καταγγέλλει – απομονώνοντας τους αριστείς και συμφύροντας τους λίγους άξιους με τους πολλούς. Εκτός από τον πρωτόγνωρο εκδοτικό πληθωρισμό και τη σίγαση της κριτικής, για τα οποία μιλήσαμε, χαρακτηριστικός είναι ο τύπος της μαζικής ποιητικής εκδήλωσης που τείνει πλέον να επικρατήσει: δημόσιες αναγνώσεις όπου το μικρόφωνο παίρνουν είκοσι, τριάντα ή και περισσότεροι ποιητές και εδώ και στο εξωτερικό γίνονται όλο και πιο συχνές.

Στο γράψιμο ο μικροαστός ποιητής βλέπει δύο πράγματα: μια δραστηριότητα κατάλληλη για τον ελεύθερο χρόνο του, κοινώς ένα χόμπυ· και ένα μέσο κοινωνικής προβολής, ένα πιστοποιητικό τρόπον τινά παραπλήσιο με τα λοιπά του προσόντα. Κατά βάθος όμως, όπως δείχνουν οι ατέρμονες συζητήσεις για τον "θάνατο της ποίησης", και εκείνος ακόμη έχει επίγνωση της πραγματικής κοινωνικής του αφάνειας. Και όπου υιοθετεί τη μεγαληγορία των ρομαντικών και μεταρομαντικών ποιητών, το κάνει σε μια προσπάθεια αυτή την εντύπωση κάπως να την διασκεδάσει.

Έχοντας το παράλληλό του και στις άλλες τέχνες, η ανάδυση του μικροαστού ποιητή ως διακριτού καλλιτεχνικού ανθρωπότυπου είναι φαινόμενο όψιμο, απότοκο της εντυπωσιακής ευημερίας που γνώρισαν οι μαζικοδημοκρατικές κοινωνίες της Δύσης ιδίως μετά τη δεκαετία του 1970. Κατά κάποιο τρόπο έχουμε και εδώ να κάνουμε με μια διεργασία κοινωνικού εκδημοκρατισμού, όπου στο λογοτεχνικό προσκήνιο κάνουν την εμφάνισή τους συγγραφείς προερχόμενοι από τα νέα αυτά στρώματα. Καθώς όμως η εμφάνιση αυτή είναι μαζική, και καθώς τα προϊόντα της δεν περνούν από κανενός είδους ελεγκτικό φίλτρο, όπως είδαμε, το αποτέλεσμα είναι η συνεχής πτώση του επιπέδου της ποιητικής, όπως και γενικά της λογοτεχνικής και της αισθητικής παιδείας. Ας σημειωθεί ότι το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά ποιητικό: αφορά εξίσου την παιδεία των πεζογράφων, των δοκιμιογράφων, των κριτικών και των φιλολόγων μας. Ωστόσο, για τους λόγους που εκθέσαμε σε προηγούμενο άρθρο, είναι στην ποίηση που οι εκδηλώσεις του γίνονται ιδιαιτέρως εμφανείς.

Απέναντι στη γενική αυτή πτώση της λογοτεχνικής παιδείας απάντηση πειστική, ως γνωστόν, δεν έχει προταθεί, ακόμη και σε χώρες με μορφωτική παράδοση πολύ ισχυρότερη της δικής μας. Τα πάσης φύσεως προγράμματα δημιουργικής γραφής, που με αφετηρία τις ΗΠΑ έχουν πλέον εξαπλωθεί διεθνώς, αντί να επιλύουν επιτείνουν το πρόβλημα. Σπανίως δρουν ως κρησάρα ικανή να ξεχωρίσει την ήρα από το στάρι και τους ταλαντούχους από τους ντιλεττάντες. Πολύ συχνότερα, η λειτουργία τους είναι αυτή της γέφυρας που διευκολύνει (και νομιμοποιεί) το πέρασμα αυτών των δεύτερων στην επίσημη λογοτεχνική σκηνή. Το δε περιεχόμενο των σπουδών που προτείνεται όχι μόνο δεν θεραπεύει το έλλειμμα της ποιητικής παιδείας, αλλά καθώς συγκροτείται επί τούτου για να προσελκύσει σπουδαστές, το αναπαράγει. Αργά ή γρήγορα, οι διδάσκοντες καταλήγουν να κολακεύουν τους ακροατές τους – προκειμένου να τους διατηρήσουν.

Σήμερα, για τις χιλιάδες των νεοεισερχομένων στα ποιητικά πράγματα, δεν υπάρχει τίποτε πιο ξένο από την γενναία αυτεπίγνωση του νεαρού Ευμένη:

Aλλοίμονον, είν' υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
κι απ' το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ' ανεβώ ο δυστυχισμένος.

Στα μάτια των περισσότερων από αυτούς, η ποίηση είναι πρωτίστως "εμπειρία"· δεν συνεπάγεται υποχρεώσεις έναντι του αναγνώστη ή της παράδοσης, δεν έχει κοινωνική διάσταση, δεν έχει καν τεχνικές προϋποθέσεις· ως «πόρτα ανοιχτή» είναι προσπελάσιμη από τους πάντες, όντας η ίδια μια αυτοβελτιωτική ενασχόληση βιωματικού-καταναλωτικού τύπου, προσόμοια με τα ταξίδια και τη γαστρονομία. Για τον ίδιο λόγο δεν υπόκειται και σε αξιολόγηση (πώς αξιολογείται ένα βίωμα;)· η γνώμη των τρίτων –του κοινού, της ανεξάρτητης κριτικής– δεν μετράει· οι τρίτοι οφείλουν αδιαμαρτυρήτως να αποδέχονται ως ποίηση οτιδήποτε ο οιοσδήποτε τους παρουσιάζει ως τέτοια.

Με τον τρόπο αυτόν, τι ειρωνεία, ο ποιητής καταλήγει όντως «ιδεώδης αναγνώστης του εαυτού του» – όπως το ήθελε ο Καίσαρ Εμμανουήλ στον Μεσοπόλεμο. Χωρίς διόλου να υποψιάζεται όμως ότι το δικό του υψηλό αριστοκρατικό αίτημα θα ερχόταν μέρα που θα γίνει μαζική συντεχνιακή απαίτηση. Πλησιάζουμε στο σημείο όπου «οι αναγνώστες θα εκλείψουν», φοβόταν ήδη ο Πάμπλο Νερούδα, αφού «όλοι θα είμαστε ποιητές». Την καλύτερη πάντως περιγραφή του φαινομένου, περιγραφή μάλιστα προδρομική αφού χρονολογείται στα 1957, τη χρωστάμε στην ειρωνική πέννα του Φίλιπ Λάρκιν:

δεν είναι καθόλου υπερβολή να πούμε ότι ποιητής βρίσκεται πλέον στην ευτυχή θέση να εξυμνεί ο ίδιος την ποίησή του στον Τύπο και να την ερμηνεύει στις αίθουσες διδασκαλίας, ενώ ο αναγνώστης υπό καθεστώς τρομοκρατίας έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα του καταναλωτή «δεν μου αρέσει αυτό, φέρτε μου κάτι άλλο». Αρκεί να ψελλίσει τώρα μια λέξη δυσαρέσκειας για κάποιο ποίημα και τον καθίζουν στο σκαμνί στο πι και φι. Και η κατηγορία είναι βαριά: πλαδαρή αισθαντικότητα, ανεπαρκή και ακατάλληλα κριτικά εργαλεία, αδυναμία να έρθει σε επαφή με νέες λεκτικές και συγκινησιακές καταστάσεις. Ετυμηγορία: ένοχος...
(μτφρ. Άννα Νιαράκη)

[διαβάστε όλα τα άρθρα του φακέλου «Η ποίηση σήμερα» κάνοντας κλικ ΕΔΩ]

kk* Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ είναι ποιητής και μεταφραστής.

politeia link more

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Για την υπεράσπιση, και πάλι, της ποίησης, Γ'

Για την υπεράσπιση, και πάλι, της ποίησης, Γ'

Σε μια σειρά από δέκα άρθρα, δημοσιευμένα εδώ την περσινή χρονιά, συζήτησα τα «Προβλήματα της σημερινής ποίησης», όπως εγώ τα βλέπω και τα εκτιμώ. Στα τρία άρθρα τούτης της νέας σειράς διατυπώνω προτάσεις για την επίλυσή τους. Ακολουθούν οι τρεις τελευταίες απαντήσεις στο ερώτημα ...

Για την υπεράσπιση, και πάλι, της ποίησης, Β'

Για την υπεράσπιση, και πάλι, της ποίησης, Β'

Σε μια σειρά από δέκα άρθρα, δημοσιευμένα εδώ τον Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο της περσινής χρονιάς, συζήτησα τα «Προβλήματα της σημερινής ποίησης», όπως εγώ τα βλέπω και τα εκτιμώ. Στα τρία άρθρα τούτης της νέας σειράς διατυπώνω προτάσεις για την επίλυσή τους....

Για την υπεράσπιση, και πάλι, της ποίησης, Α'

Για την υπεράσπιση, και πάλι, της ποίησης, Α'

Σε μια σειρά από δέκα άρθρα, δημοσιευμένα εδώ τον Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο της περσινής χρονιάς, συζήτησα τα «Προβλήματα της σημερινής ποίησης», όπως εγώ τα βλέπω και τα εκτιμώ. Στα τρία άρθρα τούτης της νέας σειράς διατυπώνω προτάσεις για την επίλυσή τους....

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ποίηση, η αλύτρωτη καταγωγή

Ποίηση, η αλύτρωτη καταγωγή

Του Γιάννη Λειβαδά

Η λεκτική ιεροφορία αποτελεί τον ισχυρότερο ίσως γνώμονα της νεότερης ποίησης που ανέκυψε από τις κορυφές ενός μέσου όρου, ο οποίος αποτυπώθηκε αδρά μέσω της παρουσίας της κατά την τελευταία δεκαπενταετία...

Η ποίηση στον δρόμο

Η ποίηση στον δρόμο

Του Κώστα Κουτσουρέλη

Όλες αυτές οι προσπάθειες να κατεβεί η ποίηση "στον δρόμο" (όπως την θέλει εσχάτως, ας πούμε, ο Δήμος Αθηναίων), να μπει στα λεωφορεία, να ακουστεί στον δημόσιο χώρο έχουν κάτι το αθέλητα παράδοξο. Παρεξη...

Βραδιά-αφιέρωμα στον Γιώργο Συμπάρδη

Βραδιά-αφιέρωμα στον Γιώργο Συμπάρδη

Οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ και η διαδικτυακή πύλη για το βιβλίο BOOK PRESS σας προσκαλούν σε μια βραδιά αφιερωμένη στον πολυβραβευμένο συγγραφέα ΓΙΩΡΓΟ ΣΥΜΠΑΡΔΗ, την Τρίτη, 26 Μαρτίου 2019, στις 8 μ.μ., στον ΠΟΛΥΧΩΡΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube