x
Διαφήμιση

19 Φεβρουαριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:10:37:38 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ J.M. COETZEE Η συγγραφή υπό κρίση

Η συγγραφή υπό κρίση

E-mail Εκτύπωση

elizabeth-costello-390Μια μερική ανάγνωση του Elizabeth Costello* του Τζ.Μ. Κουτσί. 

Του Κώστα Κατσουλάρη

Στο έκτο κεφάλαιο του βιβλίου, με τον τίτλο «Το πρόβλημα του κακού», η ηρωίδα, η ηλικιωμένη συγγραφέας Ελίζαμπεθ Κοστέλο, καταποντίζεται συναισθηματικά και ψυχικά διαβάζοντας ένα βιβλίο. Πρόκειται για το μυθιστόρημα Το πλουσιότατο Ωρολόγιο του κόμη φον Στάουφενμπεργκ του Άγγλου συγγραφέα Πολ Γουέστ**, σχετικά με το πώς, το 1944, ο Χίτλερ τιμώρησε τους επίδοξους δολοφόνους του από τη Βέρμαχτ, μια χούφτα ηλικιωμένους αξιωματικούς.

Σύμφωνα με τους ιστορικούς, ο Χίτλερ επέβλεψε προσωπικά την όλη επιχείρηση, δίνοντας μάλιστα λεπτομερείς οδηγίες στον δήμιο («Να βάλεις λεπτό σχοινί», διέταξε τον άνθρωπό του. «Να τους στραγγαλίσεις. Θέλω να νιώσουν τον εαυτό τους να πεθαίνει»). Μολονότι κανένα από τα θύματα δεν επέζησε για να δώσει τη μαρτυρία του, ο συγγραφέας αναπλάθει με φρικιαστικές λεπτομέρειες, λεπτό προς λεπτό, την κάθοδο των δύστυχων γερόντων προς την κόλαση, καθώς ακούν τον σαδιστή δήμιό τους να τους ταπεινώνει λέγοντάς τους τι πρόκειται να ακολουθήσει από την στιγμή που η θηλιά θα σφίξει γύρω από το λαιμό τους, τα τελευταία φρικτά δευτερόλεπτα της ζωής τους.

Η ανάγνωση αυτών των περιγραφών προκαλεί τέτοια αναστάτωση στην Ελίζαμπεθ Κοστέλο ώστε αποφασίζει να μιλήσει για το συγκεκριμένο βιβλίο σε ένα συνέδριο στο Άμστερνταμ, με θέμα τη λογοκρισία. Η τοποθέτησή της συμπυκνώνεται σε δύο κεντρικά ερωτήματα:

α. Οι συγγραφείς που διεισδύουν στις πιο σκοτεινές περιοχές της ανθρώπινης ψυχής επιστρέφουν πάντοτε αλώβητοι; Ή μήπως η καταβύθιση στα ερέβη της ανθρώπινης κτηνωδίας αφήνει, μοιραία, πάνω τους κάποια αποτυπώματα;

β. Το να γράφει κάποιος ό,τι επιθυμεί, ή ακόμα και να διαβάζει ό,τι επιθυμεί, είναι από μόνο του καλό πράγμα;

Η αγωνία που έχει καταλάβει την Ελίζαμπεθ Κοστέλο κορυφώνεται όταν διαβάζοντας τον κατάλογο με τους καλεσμένους αντιλαμβάνεται ότι ανάμεσα στο ακροατήριό της θα βρίσκεται και ο ίδιος ο Πολ Γουέστ. Έπειτα από αποτυχημένες προσπάθειες μιας ολόκληρης νύχτας να ανασκευάσει το κείμενό της, λίγο πριν δώσει τη διάλεξή της συναντά τον Άγγλο συγγραφέα και του λέει μεταξύ άλλων τα εξής: «Δεν πιστεύω ότι κάποιος μπορεί να βγει σώος και αβλαβής, ως συγγραφέας, από το στήσιμο τέτοιων σκηνών. Πιστεύω ότι αυτού του είδους το γράψιμο μπορεί να βλάψει κάποιον. Και αυτό ακριβώς σκοπεύω να πω στην ομιλία μου».

Μπορεί άραγε το γράψιμο να βλάψει κάποιον; Η διαδικασία της γραφής, απελευθερωτική και απελευθερωμένη από κάθε ταμπού, κάθε αναστολή, δεν είναι πάντοτε κάτι θεμιτό; Η αφήγηση ιστοριών δεν είναι από μόνη της κάτι καλό; Κάτι για το οποίο μπορεί βέβαια ο καθένας να εκφράσει μια αισθητική αξιολόγηση, μια γνώμη, μα δεν έχουμε προ πολλού συμφωνήσει ότι το ίδιο το πράγμα είναι υπεράνω ηθικών κρίσεων, πως ίπταται κάπου στον κόσμο των ιδεών, πέρα από το καλό και το κακό;

Όχι, λέει η Ελίζαμπεθ Κοστέλο. Κάποια πράγματα δεν είναι καλό να διαβάζονται αλλά ούτε και να γράφονται.

Υπάρχουν πολλά πράγματα, προσθέτει, με τα οποία μοιάζει η συγγραφή μυθιστορημάτων. Ένα απ’ αυτά είναι ένα λυχνάρι μ’ ένα τζίνι μέσα του. Όταν ο αφηγητής της ιστορίας τρίψει το λυχνάρι, το τζίνι βγαίνει ελεύθερο στον κόσμο και απαιτούνται κολασμένες προσπάθειες να το ξανακλείσεις μέσα. Η άποψή της, η αναθεωρημένη άποψή της, η άποψή της στο λυκόφως της ζωής της είναι η εξής: κατά κανόνα, καλύτερα το τζίνι να μένει κλεισμένο μέσα στο λυχνάρι.

Η σοφία της αλληγορίας, η σοφία δηλαδή των αφηγήσεων ανά τους αιώνες, έγκειται στο ότι τηρεί σιωπή όσον αφορά τη ζωή που κάνει το τζίνι κλεισμένο μέσα στο λυχνάρι. Μας λέει απλώς ότι ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος αν το τζίνι παρέμενε φυλακισμένο. Μας λέει επίσης ότι όποιος διεισδύει σε απαγορευμένους χώρους, βάζει σε κίνδυνο τον εαυτό του, αλλά και τους άλλους. Μας προτρέπει να πάρουμε στα σοβαρά τον απαγορευμένο χαρακτήρα των απαγορευμένων χώρων.

Επιτρέψτε μου να μην κοιτάζω, λέει η Ελίζαμπεθ Κοστέλο.

Κάνει άραγε καλή χρήση (χρήσιμη, αν προτιμάτε) της ελευθερίας του ο συγγραφέας όταν συμμετέχει όλος εφηβικό ενθουσιασμό και κατεδαφιστικό μένος σ’ αυτή την τεράστια παγκόσμια επιχείρηση οριστικής απελευθέρωσης του τζινιού από το μπουκάλι του; Όταν τροφοδοτεί με τις λέξεις του, με την ευφυία του, με το ταλέντο του, την εκστρατεία απαξίωσης χιλιετιών ανθρώπινου πολιτισμού κατά τη διάρκεια των οποίων το τζίνι παρέμενε (όχι από ατολμία και μόνο, όχι από συντηρητισμό και μόνο) κλεισμένο στο μπουκάλι του;

Επιτρέψτε μου να μην κοιτάζω, λέω κι εγώ. Είναι ανθρώπινο δικαίωμα.

Τελικά, αναρωτιέμαι, μήπως καθήκον του συγγραφέα σήμερα είναι όλο και περισσότερο η απόκρυψη, η δημιουργία στεγανών, η επανακάλυψη της τέχνης της διαμεσολάβησης, της προαιώνιας τέχνης της αλληγορίας; Μήπως όταν όλοι εμείς, οι νέοι, νεότεροι ή νεότατοι συγγραφείς, συναγωνιζόμαστε με όσο πάθος μας έχει απομείνει «να τα πούμε όλα», «να τους ξεγυμνώσουμε όλους», «να κατεδαφίσουμε κάθε γέφυρα», υιοθετώντας μια γλώσσα όλο και πιο γυμνή, όλο και πιο ωμή, όλο και πιο αγοραία, αδύναμη να σημαίνει οτιδήποτε άλλο από αυτό που ονομάζει, παίζουμε στην πραγματικότητα ρώσικη ρουλέτα με την τέχνη μας; Μήπως στο όνομα της ελευθερίας, της ελευθεροστομίας, ενός στείρου ρεαλισμού, δεν κάνουμε άλλο από το να τραβάμε το χαλί κάτω από τα ίδια μας τα πόδια; Μήπως, τέλος, ελευθερώνοντας οριστικά το τζίνι από το μπουκάλι, παύει στην πραγματικότητα να υπάρχει τζίνι και παύει στην πραγματικότητα να υπάρχει μπουκάλι, και μήπως δίχως τζίνι και δίχως μπουκάλι παύει στην πραγματικότητα να υπάρχει λογοτεχνία – και κατά συνέπεια λογοτέχνες;

***

Στο ένατο κεφάλαιο του Ελίζαμπεθ Κοστέλο που τιτλοφορείται «Στην Πύλη», η συγγραφέας βρίσκεται σ’ ένα αλληγορικό τόπο, μια παράξενη μεθοριακή πόλη, ένα τοπίο που τις θυμίζει τα πάντα και τίποτε. Βρίσκεται άραγε σ’ ένα είδος καθαρτηρίου, στη μετά θάνατον ζωή ή σε μια σκηνοθετημένη παρωδία όλων αυτών πλασμένη με τα υλικά της δικής της φαντασίας; Δεν γνωρίζει.

Στέκεται μπροστά στην Πύλη, από την οποία έχει την αίσθηση ότι προορισμός της είναι να διαβεί, να περάσει στην άλλη πλευρά (οι αναλογίες με το «Μπροστά στον Νόμο» του Κάφκα είναι προφανείς). Όταν όμως απευθύνεται στο φύλακα της Πύλης, εκείνος της λέει ότι για να την αφήσει να περάσει, θα πρέπει πρώτα να κάνει μια δήλωση· μια δήλωση στην οποία να καταγράφει αυτά που πιστεύει. Εκείνη αρχικά παραξενεύεται, αλλά στη συνέχεια προσαρμόζεται στην καινούργια της συνθήκη, αυτή της αιτούσας προ της Πύλης, και συντάσσει μια σύντομη δήλωση, με άξονα την ιδιαιτερότητα του να είναι κανείς συγγραφέας.

Στην πρώτη της εμφάνιση μπροστά στην αρμόδια επιτροπή –ένα παράξενο δικαστήριο που φαίνεται ότι αυτό θα κρίνει κατά πόσο θα της επιτραπεί να περάσει την Πύλη ή όχι– καλείται να διαβάσει τη δήλωσή της: μια συγγραφέας, τους λέει εκείνη, είναι υποχρεωμένη λόγω του επαγγέλματός της να μην πιστεύει σε τίποτε, διότι κάθε πιστεύω θα αποτελούσε κατ’ ανάγκη βαρίδι στη δουλειά της, η οποία συνίσταται στο να ακούει αμερόληπτα τις εσωτερικές της φωνές και απλώς να τις αντιγράφει. Είναι μια γραμματέας του αοράτου, όπως χαρακτηριστικά λέει.

Η αίτησή της απορρίπτεται από τους δικαστές, που μοιάζουν να μην αποδέχονται ότι η ιδιότητα του συγγραφέα είναι επαρκής λόγος για να μην πιστεύεις σε τίποτε. Την ίδια τύχη, και παρότι η επιχειρηματολογία της εμπλουτίζεται και βαθαίνει, θα έχει και η επόμενη αίτησή της. Από τη μια αίτηση στην άλλη, η συγγραφέας βυθίζεται σ’ αυτό το απλοϊκό εκ πρώτης ερώτημα, που όμως στις παρούσες συνθήκες παίρνει τη διάσταση υπαρξιακού δράματος. Τι πραγματικά πιστεύει; Ποιο είναι το απόσταγμα από όλα αυτά τα χρόνια ζωής και συγγραφής; Κι αν η ίδια αντέχει πράγματι αυτή την πολυτέλεια –την έλλειψη πίστης σε οτιδήποτε–, μπορεί άραγε να είναι αυτή η τελική πρότασή της προς τον κόσμο, τον κόσμο που τόσο πολύ έχει ανάγκη από κάτι να πιστέψει;

Ο καιρός περνάει, η Ελίζαμπεθ Κοστέλο κυκλώνει όλο και περισσότερο το ερώτημα, ένα ερώτημα που έχει αρχίσει όμως να την καταβάλει, να την υπονομεύει, να υποσκάπτει ολόκληρο το έργο της ζωής της. Μια πιθανή λύση μοιάζει να έρχεται από μια άλλη γυναίκα που βρίσκεται στην ίδια θέση με αυτή, μια άλλη αιτούσα προ της Πύλης. «Οι επιτροπές», τη συμβουλεύει εκείνη, «μπορεί να λένε ότι απαιτούν να έχεις πιστεύω, αλλά στην πραγματικότητα τούς αρκεί και το πάθος. Δείξτε τους πάθος και θα σας αφήσουν να περάσετε». Η Ελίζαμπεθ Κοστέλο όμως εξανίσταται: «Δεν δίνω παραστάσεις», λέει. «Δεν μπορώ να επιστρατεύσω αυτό που αποκαλείτε πάθος όταν δεν υπάρχει μέσα μου. Δεν έχω κανένα διακόπτη να το ανάβω και να το σβήνω».

Είναι εκπληκτικό, σκέφτεται, που ένα δικαστήριο σε ρόλο ανακριτικού οργάνου για θέματα πίστης, αρνιέται να την αφήσει να περάσει. Θα πρέπει να έχουν ακούσει κι άλλους συγγραφείς πριν απ’ αυτή, άλλους σκεπτικιστές πιστούς ή πιστούς σκεπτικιστές. Οι συγγραφείς δεν είναι δικηγόροι, θα πρέπει να το λαμβάνουν υπ’ όψιν τους αυτό οι δικαστές, να επιτρέπουν κάποιες εκκεντρικότητες στην παρουσίαση.

Στο τέλος, κι αφού έχει κάνει μέσα της μια ολόκληρη πορεία αναζήτησης, μια πορεία που την έχει οδηγήσει πίσω στην παιδική της ηλικία, στη αυστραλιανή επαρχία, καταφεύγει και πάλι στον βαριεστημένο φύλακα που πρωτοείδε στην αρχή, δίπλα στην Πύλη. Αντιγράφω το τέλος, σχεδόν αυτολεξεί:

Για άλλη μια φορά στέκεται μπρος στην πύλη, μπροστά σ’ αυτό που προφανώς είναι η δική της και μόνο πύλη, αν και ασφαλώς είναι ορατή σε όποιον θα νοιαζόταν να ρίξει μια ματιά προς το μέρος της. Είναι, όπως πάντα, κλειστή, αλλά στο φυλάκιο η πόρτα είναι ανοιχτή και μέσα βλέπει το φύλακα, να καταπιάνεται όπως πάντα με τα χαρτιά του, που αναδεύουν ελαφρά στον αέρα του ανεμιστήρα.

«Ζέστη πάλι σήμερα», του λέει.

«Μμ», μουρμουρίζει αυτός μέσα από τα δόντια του, χωρίς να διακόψει τη δουλειά του.

«Κάθε φορά που περνάω από δω, σας βλέπω να γράφετε», συνεχίζει αυτή απτόητη. «Είστε κι εσείς συγγραφέας, κατά κάποια έννοια. Τι γράφετε;»

«Μητρώα. Ενημερώνω τα μητρώα».

«Μόλις είχα τη δεύτερή μου ακρόαση».

«Καλό αυτό».

«Φοβάμαι ότι δεν τα πήγα καλά».

«Μμ».

«Το ξέρω ότι δεν είστε δικαστής», του λέει. «Παρόλα αυτά, κατά την κρίση σας, έχω κάποια πιθανότητα να περάσω; Κι αν δεν περάσω, αν κρίνουν ότι δεν είμαι κατάλληλη να περάσω, θα κολλήσω εδώ για πάντα, σ’ αυτό το μέρος;»

Σηκώνει τους ώμους του. «Όλοι μας έχουμε κάποια πιθανότητα». Μέχρι τώρα δεν έχει σηκώσει το κεφάλι του, ούτε μια φορά. Να σημαίνει κάτι αυτό; Να σημαίνει ότι δεν έχει το θάρρος να την κοιτάξει κατάματα;

«Ως συγγραφέας όμως», επιμένει αυτή, «τι πιθανότητες έχω ως συγγραφέας, με τα ιδιαίτερα προβλήματα ενός συγγραφέα, την ιδιαίτερη πιστότητα που πρέπει να έχει;»

Πιστότητα. Τώρα που την ξεστόμισε, την αναγνωρίζει ως τη λέξη από την οποία κρέμονται όλα.

Εκείνος ανασηκώνει και πάλι τους ώμους του. «Ποιος ξέρει», της λέει. «Είναι ζήτημα που αφορά τις επιτροπές».

«Ναι, αλλά εσείς κρατάτε τα μητρώα – ποιος περνάει και ποιος όχι. Με κάποιο τρόπο, θα πρέπει να ξέρετε».

Δεν απαντάει.

«Βλέπετε πολλούς σαν κι εμένα, πολλούς στη δική μου θέση;» συνεχίζει αγχωμένη, εκτός έλεγχου τώρα, ακούει τον εαυτό της που είναι εκτός ελέγχου και θυμώνει μαζί του γι’ αυτό. Στη θέση μου: τι σημαίνει αυτό; Ποια είναι η θέση της; Η θέση κάποιου που δεν ξέρει τι θέλει και τι ζητά;

Βλέπει σε όραμα την πύλη, την αντίπερα πλευρά, την πλευρά που της αρνούνται. Στη βάση της πύλης, φράζοντας το δρόμο, είναι ξαπλωμένο ένα σκυλί, ένα γέρικο σκυλί, με το λιονταρίσιο δέρμα του σημαδεμένο από αμέτρητους ξυλοδαρμούς. Τα μάτια του είναι κλειστά, αναπαύεται, μισοκοιμάται. Πιο πέρα από το σκύλο δεν υπάρχει τίποτα άλλο από μια έρημο με άμμο και πέτρες που εκτείνεται μέχρι το άπειρο. Είναι το πρώτο της όραμα μετά από πολύ καιρό και δεν το εμπιστεύεται, ιδίως δεν εμπιστεύεται το ανάγραμμα GOD-DOG. Υπερβολικά λογοτεχνίζον, σκέφτεται πάλι. Ανάθεμα τη λογοτεχνία!

Ο άντρας πίσω από το γραφείο έχει προφανώς μπουχτίσει τις ερωτήσεις. Ακουμπάει κάτω την πένα του, σταυρώνει τα χέρια του και την κοιτάζει κατάματα. «Συνέχεια», της λέει. «Συνέχεια βλέπουμε ανθρώπους σαν κι εσάς».

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ

 * Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Να ένα μήλο, το 2004, με τον τίτλο «Πόσο καλό κάνει να γράφουμε (αυτά που γράφουμε)».
** Πολυβραβευμένος Άγγλος συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια κυκλοφορεί το μυθιστόρημά του Ο γιατρός του Λόρδου Βύρωνα. 
 
 
elizabeth-costello-cover
 politeia-link
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ρoβινσώνας χωρίς νησί

Ρoβινσώνας χωρίς νησί

Του Κώστα Κατσουλάρη

You are not alone, said the sign; and also, No matter how far you sail, no matter where you hide, you will be searched out. 
...
Ο αναρχικός συντηρητισμός στον J.M. Coetzee

Ο αναρχικός συντηρητισμός στον J.M. Coetzee

Πόσο πολιτικός συγγραφέας είναι ο J.M. Coetzee; Μια εμπεριστατωμένη άποψη...

Του Γιώργου Λαμπράκου

Το θέμα του παρόντος κειμένου* είναι ο Τζον Μάξουελ Κ...

Σε αναζήτηση του J.M. Coetzee

Σε αναζήτηση του J.M. Coetzee

Ένα συνθετικό κείμενο για τις αμφιλεγόμενες πλευρές της πολιτικής και κοινωνικής στάσης του νοτιοαφρικανού συγγραφέα.

Του Μίλτου Φραγκόπουλου

Τον Οκτώβριο...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ένα χαμόγελο στον Ηλεκτρικό

Ένα χαμόγελο στον Ηλεκτρικό

Για την παράσταση Αθήνα, Γραμμή 1, σε σκηνοθεσία Σοφίας Βγενοπούλου, η οποία παρουσιάζεται και απόψε στη Μικρή Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.

Του Νίκου Ξένιου

...
Διαβάζοντας με τον Θέμελη Γλυνάτση

Διαβάζοντας με τον Θέμελη Γλυνάτση

Πρόσωπα από το χώρο των τεχνών, των ιδεών και του πολιτισμού, αποκαλύπτουν το δικό τους αναγνωστικό χαρακτήρα, τη μύχια σχέση τους με το βιβλίο και την ανάγνωση.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Ο πολυφωνικός μονόλογος της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

Ο πολυφωνικός μονόλογος της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

Για το βιβλίο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι (εκδ. Καστανιώτη).

Της Άλκηστης Σουλογιάννη

Εσωτερικές διαδρομές μέ...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube