Της Σώτης Τριανταφύλλου
Kάπου πρέπει να υπάρχει ένα φως... κάπου... το φως στον τριανταφυλλόκηπο...
Τα τελευταία χρόνια βασανίζομαι από ιδέες Συντέλειας του Κόσμου: τι θα απογίνει ο πλανήτης; Θα καταλήξει μια πελώρια χωματερή; Ποιες θα είναι οι συνέπειες της αύξησης του πληθυσμού και της εκβιομηχάνισης του Τρίτου Κόσμου; Και: πού πάνε οι συσκευασίες που ρίχνω στον κάδο ανακύκλωσης;
Γιατί δημιουργώ τόσα σκουπίδια; Σιγά-σιγά κυριεύομαι από δυστοπικά οράματα, από ομιχλώδεις αρχιτεκτονικούς εφιάλτες. Κατεβάζω από το ράφι ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία για τον Έζρα Πάουντ –το «Από την Πίζα στην Αθήνα» του Ζήσιμου Λορεντζάτου–, αλλά δεν το διαβάζω· το ξεφυλλίζω· αναβάλλω τη μελέτη· παραδίνομαι στη λογοτεχνία που εκφράζει και εντείνει τις ανησυχίες μου. Στα κομοδίνα (απέκτησα και δεύτερο κομοδίνο!) στοιβάζω το «Νησί» του Άλντους Χάξλεϋ (δεν πρόκειται για την περιγραφή μιας δυστοπίας, αλλά μιας ευτοπίας: παρηγορητικό αυτό...), το «Crash» του Τζ. Γκ. Μπάλαρντ (είχα συνεργαστεί στην ελληνική μετάφραση: η μετάφραση μου φαίνεται χάλια), το «Εμείς» του Ζαμυάτιν (όπου, σε μια δυστοπική κοινωνία, δεν υπάρχουν άτομα, μόνον αριθμοί· τα πάθη και τα ένστικτα έχουν κατασταλεί), το «Anthem» της Άυν Ραντ. Θα τα διαβάσω όλα, θα τα ξαναδιαβάσω όλα! Εκτός και αν πεθάνω σύντομα από τρελό ιό, από μολυσματική ασθένεια. Κρεμασμένη στη βιβλιοθήκη, βρίσκω το «Player Piano» του Βόνεγκατ, το «Time Out of Joint» του Φίλιπ Κ. Ντικ· για να τα διαβάσω προτού επέλθει η πλανητική τραγωδία: ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος, ο περιβαλλοντικός όλεθρος, η οικουμενική δικτατορία όπου τα βιβλία καίγονται στους 451 Φαρενάιτ... Αχ, τι ωραία, σκέφτομαι, να πίστευα σε κάποιον θεό, να προσευχόμουν «Θεούλη μου, κάνε αυτό, μην κάνεις το άλλο...». Α, αχ και πάλι αχ.Κατεβάζω το «Κουρδιστό πορτοκάλι» του Άντονυ Μπέρτζες και το «In the Country of Last Things» του Πολ Όστερ· να και το «Stand on Zanzibar» του Τζον Μπράνερ, το οποίο περιγράφει έναν κόσμο που ανοίγει στις ραφές εξαιτίας του υπερπληθυσμού, να και το «The Sheep Look Up» του ίδιου συγγραφέα: μια εφιαλτική κοινωνία, φρικτά μολυσμένη, με εξτρεμιστιστικό ακτιβισμό και διαδοχικές επιδημίες... Αναρωτιέμαι: μήπως το μέλλον έχει ήδη φτάσει; Μήπως ζούμε κιόλας στη δυστοπία, στην κακοτοπιά; Για να ξεφύγω από τις σκέψεις αυτές, ανοίγω το «Από την Πίζα στην Αθήνα»: «Ο Πάουντ στάθηκε αγνάντια στην ‘‘πορεία των γεγονότων’’, the march of events, ένας οργισμένος άνθρωπος...». Ξαφνικά, ο Πάουντ μού φαίνεται ο ποιητής της δυστοπίας: «να σταθούμε άνθρωποι» γράφει στο τελευταίο Κάντο· «όχι καταστροφείς». Η ανθρωπότητα μπορεί να αντέξει την ατιμία μέχρι κάποιο όριο: άμα το ξεπεράσει, θα τιναχτεί στον αέρα. Σημειώνει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος: «‘‘Μην τον φορτώνετε άλλο τον κόσμο’’ έμοιαζε να συλλογίζεται από μέσα του ο Έζρα Πάουντ, καθώς με ατένιζε το πρωινό εκείνο μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, ξανασωπαίνοντας...». Μην τον φορτώνετε άλλο τον κόσμο. Μη.

















